Διήγημα "Βατόμουρα στη Μάλη"

 Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή



 Όταν έφευγε ο τελευταίος, το μόνο που ακουγόταν στο οροπέδιο ήταν τα βήματα. Ακόμη και τα άγρια σάστισαν. - Που πάει αναρωτήθηκαν; Άρχισαν να βγαίνουν δειλά - δειλά από τρύπες, από σχισμές στους βράχους, από λαγούμια, μέσα από βατώνες και ρουμάνια. Μαζεύτηκαν όλα στον πλάτανο. Χαλασμός. Εκεί η τρελή προσπάθησε να τα καθησυχάσει. - Θα ξαναρθούν, είπε με φωνή ανθρώπινη. Κανείς δεν έδωσε σημασία στα λόγια της μάγισσας, παρά μόνο άρχισαν να κανονίζονται χωρίς τον άνθρωπο.


Van Gogh
                                      
 Πρώτα έφυγαν οι γάτες και ύστερα κάποιες χήνες πέταξαν για αλλού. Ένα δύο κοκόρια που γλύτωσαν τη σφαγή, πριν την ανθρώπινη αποχώρηση, ανέβηκαν ψηλά στο δέντρο και σπάνια ξαναπάτησαν έδαφος. Έζησαν αρκετά, μα χωρίς συνέχεια. Όταν σταμάτησε το κικιρίκου, τότε ο χρόνος μετρήθηκε με το φως και το σκοτάδι. Έτσι απλά. Οι μήνες, τα χρόνια, ακόμη και οι μνήμες, περικυκλώθηκαν στην αρχή και ύστερα πνίγηκαν από τις κλάρες των βάτων. Ποιος θυμόταν τη μεγάλη πολιτεία, με τα εφτά χωριά; Κανείς.

 Ακόμη και αν βρισκόσουνα εκεί, το μόνο που έλεγε κάτι από το μύθο, ήταν το πηγάδι. Μα και τούτο είχε αρχίσει να μιλά όλο και πιο λίγο, μέχρι που έπρεπε να είσαι τυχερός, για να ξεδιψάσεις. Κάποιες χρονιές δεν είχε σταγόνα. Τότε η βασίλισσα, σκιά του τόπου, φώναζε τη μάγισσα και την χτένιζε. Τις έκανε όλα τα χατίρια και ύστερα, την άφηνε πάλι να φυλάει τον κάμπο, τις λίμνες και τα πηγάδια που είχαν στερέψει. Αυτή ούρλιαζε μαζί με τον άνεμο και από ψηλά κοιτούσε την βατοπολιτεία.

 Τα φυτά από την αγάπη της θέριευαν και αγκύλωναν από ηδονή κάθε ανθρώπινο. Τούτο μάλλον τα λίπαινε γιατί ο καρπός τους και γεύση ανείπωτη είχε και ο όγκος τους μεγάλος και παράταιρος, για το είδος, ήταν. Άλλοι έλεγαν πως από ζήλεια, κάρπιζαν. Η μάγισσα νωρίς κάθε φθινόπωρο, χτύπαγε τα σαράντα κακάβια που μάζευαν το νερό της πηγής. Εκεί κάτω, χάιδευε και κανάκευε τη κόρη της κυράς της. Είχε πνιγεί το χρόνο που στέρεψαν τα νερά. Λίγο πριν φύγει ο άνθρωπος. Μάλλον για αυτό το χρώμα της ωρίμανσής τους είναι το μαύρο και άμα τα σφίξεις αφήνουνε στα χέρια σου το χρώμα του αίματος και στα ρούχα για πάντα την απόδειξη της συνάντησης. Είναι όμως πειρασμός… Παρά τα αγκάθια και το δύσβατο της αναζήτησής τους, παρά την μάγισσα και τις σκιές, δεν μπορείς παρά να υποκύψεις. Η ανηφόρα του βουνού είναι εκεί και σε προσμένει. Απλά απαιτεί κουράγιο και όλα τα άλλα σε δυναμώνουν.


Salvador Dali


 Περνάς τα ύψη και αν νικήσεις τη θέα, βρίσκεσαι εμπρός στην πόρτα του βράχου. Την φυλάει ο φόβος. Αν κλείσεις τα αυτιά σου στη φωνή που μιλάει για πτώση, πέρασες. Ύστερα θέλει μικρή προσοχή. Το δρόμο στο δείχνουν οι κήποι με τη φτέρη και οι αριές. Σε αυτές δίνεις διαπιστευτήρια. Τα δέντρα αιώνες καταγράφουν την είσοδο και έξοδο από το φυσικό κάστρο. Το νοιώθεις. Η ανάσα σου γίνεται πιο αραιή και θες το χρόνο σου ώστε να ξεκινήσεις πάλι το δρόμο, για την ακρόπολη.


Περνάς λοιπόν τον κάμπο με τις αγκορτσιές και ύστερα από την κίτρινη απλωμένη σοδειά από ζιζάνια, που οργίασαν στον κάμπο καλοκαιριάτικα, φτάνεις το πρώτο πηγάδι. Μην σταματήσεις. Δεν έχει νόημα. Θα ακούς νερό αλλά δεν θα το βλέπεις. Άμα επιμείνεις και βάλεις το αυτί σου κοντύτερα θα φοβηθείς. Θα ακούσεις τεντζέρια να χτυπάνε και γέλια της τρέλας. Δεν το συνιστώ. Από κει και μετά ο δρόμος είναι καλός, τουλάχιστον μέχρι τον πλάτανο. Ύστερα ακολουθείς το πάθος σου.

Ανοίγεις τη σακούλα και συλλέγεις. Όπως σε πάνε τα βάτα. Μικρά – μεγάλα όλα χρειάζονται για την κομπόστα. Στα υψώματα θυμήσου τις στέγες και στα βαθιά τις στέρνες και τα θεμέλια. Η ποσότητα αρκεί. Μην επιμείνεις. Το οροπέδιο δεν είναι για νύχτα. Και η μέρα φεύγει νωρίτερα. Ο ήλιος κίτρινος φεύγει, οι κοκκινάδες και τα παιχνίδια στα κύματα είναι για το γιαλό. Στον γυρισμό άμα ακούσεις φωνές και άλλες γητειές να ξέρεις πως ούτε να στρέψεις το βλέμμα δεν κάνει. Κοιτάς την πόρτα, περνάς και φεύγει ο φόβος μαζί με τις σκιές. Μπροστά σου πάλι ημέρα. Η δύση.


Gauguin
                                 
 Κάθε χρόνο το κάνω. Κι εφέτος ξανά. Για το καλό μου έβαλα κερί στα αυτιά μου. Μα πριν γυρίσω είπα να αφήσω τις σειρήνες του μύθου. Έμπειρος πια, τι είχα να φοβηθώ; Λίγο πριν τα τελευταία ερείπια της ακρόπολης άκουσα κάποιον να με φωνάζει. Συνέχισα απτόητος. Μα να’ σου πάλι φωνή και όχι μόνο. Ποδοβολητό. Τα χρειάστηκα. Κάποιος έτρεχε πίσω μου. Πάγωσα. Δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Άρχισα μια ατελείωτη αυτοκριτική και κόντεψα να σιχαθώ τα βατόμουρα.

 Σε κείνο τον αιώνα της ακινησίας μία σκόνη δίπλα μου έσπασε τη σιγή. - Έ… πατριώτη έλα να σε δροσίσουμε, χτυπήσαμε φλέβα με την γεώτρηση…



Το διήγημα αυτό είναι ανέκδοτο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο αναμορφωμένος

Θα νικήσουμε….

Τι βλέπεις Θοδωράκη;