Καταιγίδα

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή



Φοβάμαι τους κεραυνούς. Το ομολογώ. Εκείνο το ξαφνικό τράνταγμα της ησυχίας όχι μόνο με αλαφιάζει  αλλά μου ξυπνάει πρωτόγονα συναισθήματα επιβίωσης. Τρέχω να μπω στο σπίτι, ή  τυλίγομαι στα σκεπάσματα αν τύχει και έχω την ευκαιρία. Γενικά ξέρω ότι πρόκειται για αδυναμία και προσπαθώ να το ξεπεράσω. Κάθε Σεπτέμβρη κάνω προετοιμασία. Γράφω σε μια ταμπέλα «έρχεται» και την κρεμάω επάνω στο ψυγείο με μαγνητάκια. Έτσι κάθε που πάω να πάρω κάτι, το βλέπω και σχετικά ετοιμάζομαι.
Εφέτος όμως τα χτυπήματα ήταν απανωτά. Έχουμε γίνει ημιτροπική ζώνη και οι καταιγίδες είναι δεδομένο. Έρχονται από νοτιοδυτικά και ρίχνονται ξαφνικά πάνω μας. Τι να προλάβεις; Μένεις αποσβολωμένος και κρύος. Τη μοναδική μέρα που την γλύτωσα ήταν Δευτέρα. Καθόμουν και κοίταγα το πέλαγο, κατά την Ζάκυνθο. Ένα  τεράστιο μαύρο σύννεφο κάλυψε όλη τη δύση. Μετά από ένα κατακόκκινο φόντο, στο διάστημα μεταξύ φωτός και σκότους, κάτι τεράστιες φυσούνες ακούμπαγαν την επιφάνεια της θάλασσας. Είχα και την γιαγιά να φωνάζει.
Ρουφάει νερό, ρουφάει νερό.
Που να κρυφτώ; Το έβλεπα και ερχόταν πάνω μας. Σε λίγη ώρα αστραπές και βροντές έκαναν πάρτυ σε μας. Τέτοια βροχή είχαμε να δούμε μήνες. Ακόμη και αθερίνα έβρεξε. Μάζεψα λίγη για την επομένη. Με δυνατή φωτιά και  συνοδεία από άγρια χόρτα, είναι έδεσμα πρώτης. Πέρασε και αυτό. Κάτι κλαριά έσπασε, δύο τρία κεραμίδια στη σκεπή,  το θερμοκήπιο έκανε κουβάρια, αλλά πέρασε. Φάγαμε την κρυάδα και την αθερίνα για βραδυνό.
Από δω και πέρα καλό χειμώνα. Το φαινόμενο θα είναι συχνό και η αντίδρασή μου πιο ήρεμη. Εφέτος μάλιστα δεν ούρλιαξα. Ήταν πρόοδος. Έπιασα απλά τα μαλλιά μου και η απώλεια ήταν ένα τσουλούφι. Θα το κούρευα άλλωστε. Μετά την βροχή είναι χαρά. Ηρεμείς κάθεσαι και απολαμβάνεις μυρωδιές, είσαι ζεστά και κει που όλα μοιάζουν παραμύθι ανοίγεις την τηλεόραση. Για συντροφιά. Έπεσα πάνω στον καιρό. «Συναγερμός, υπομονή, κουράγιο, δύναμη, προσοχή, περιορισμός των μετακινήσεων, κλειστές τράπεζες, λιμάνια, συγκοινωνίες…», ότι πρόλαβα να ακούσω με τάραξαν. Έκλεισα και περίμενα να πέσει η πίεση. Τώρα;
Έτρεξα στην αποθήκη. Είχα ρύζι, μακαρόνια, ζάχαρη και αλάτι. Κάποιες κονσέρβες, ρίγανη, φασκόμηλο, ασπιρίνες και τρία πακέτα τσιγάρα. Θα επιβιώσουμε είπα. Σήκωσα το τηλέφωνο και πήρα στην πρωτεύουσα.
- Τι γίνεται εκεί; Ρώτησα τον κολλητό μου.
Άστα χαμός.
Δηλαδή, καταιγίδα;
Και όχι μόνο. Ανεργία, πείνα και βία.
Τι λέει; Σκέφτηκα. Φαίνεται πως κοιτούσε άλλο κανάλι.
Ρε, για τον καιρό σου λέω, τον διέκοψα.
- Και εγώ, μου απαντάει ο Γιώργος.
Καληνύχτισα. Πρέπει να δω μόνος μου. Ξανάβαλα την τηλεόραση και μάλιστα σε περιφερειακό σταθμό που έχει και το καλύτερο δελτίο. Το πρόλαβα.
- Ηλιοφάνεια.
Έμεινα κάγκελο. Μα τι κοιτούσα πριν;
Πάτησα μνήμη. Ειδήσεις. Αυτό έβλεπα. Αν είναι δυνατόν. Τόσο πολύ φοβάμαι που άρχισα να μην καταλαβαίνω τι βλέπω;
Είπα να ξαναπροσπαθήσω. Τραγωδία. Αυτοί αναλύανε την οικονομία και εγώ έτρεμα μπροστά στην καταιγίδα. Από τον φόβο, μου βγήκε μανία. Σηκώθηκα και άρχισα να φωνάζω:
- Θα σας φυτέψω καμιά μάπα καθάρματα, ελεεινοί, αχρείοι…
Κοιτούσα απειλητικά τον δέκτη. Η γιαγιά φοβήθηκε ότι θα τον έσπαγα και πως θα έβλεπε τα σήριαλ. Είχε αρχίσει να ψελλίζει και Τουρκικά.
- Μη, φώναξε έντρομη, όχι το τέλι, ότι άλλο θες… όχι την TV.
Την είδα να κλαίει και μαλάκωσα.
Θα φυτέψω καμιά μάπα, ξανάπα και κοίταξα στο τραπέζι. Είχα καμιά εικοσαριά. Θα τις φύτευα την άλλη μέρα που θα είχε καλό καιρό, μαζί με κάμποσα μπρόκολα. Να έχουμε, τώρα στα δύσκολα.  

           Πρωτοδημοσιεύτηκε στην  εφημερίδα " Aργολικά"

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο αναμορφωμένος

Δ. Γ. Μαγριπλής / μικρό βιογραφικό

Θα νικήσουμε….