Την γλώσσα πρώτα την ονειρεύεσαι

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή



Περπατούσα μόνος στη μεγάλη λεωφόρο. Ανθρώπινο ποτάμι με χίλιες απολήξεις και μέσα στη ροή, σαν να ήμουν ψηλότερος, κοίταγα ευθεία στα μάτια το κύμα. Κανείς δεν φαινόταν το ίδιο περίεργος ή μήπως η δική μου η στάση ήταν αγένεια στον τόπο τούτο; Απάντηση δεν έβρισκα και έτσι συνέχιζα τη διαδρομή.

Ξάφνου στο βάθος κάποιος με μάγεψε. Έβλεπε από το ίδιο ύψος τον κόσμο. Τα έχασα. Μετά τόση πορεία και να σου ακόμη ένας. Κανόνισα να περάσει δίπλα μου. Μάλλον και αυτός δεν το απόφυγε.  Χαμογελάσαμε και οι ματιές κλείδωσαν. Κοντοσταθήκαμε. Του μίλησα στη μητρική μου γλώσσα και κείνος, σαν κάτι το απόλυτα φυσικό, μου ανταπέδωσε τα πρέποντα.

Έλληνας είσαι ; τον ρώτησα.

Το χαμόγελό του ήταν ένα ηλιόλουστο ναι. Τι χαρά! Δώσαμε τα χέρια και αποφασίσαμε να διαβούμε μαζί το ποτάμι. Ήξερε τα περάσματα και σύντομα βρεθήκαμε να πίνουμε καφέ και να μιλάμε ακατάπαυστα. Είχε μπόλικα χρόνια σε κείνη τη γη. Ο λόγος του ώριμος όπως τα χρόνια του.

 Έχεις καιρό εδώ; με ρώτησε.

- Περίπου μήνα, του απάντησα.

Γέλασε.

-Να μην στενοχωριέσαι, μου είπε. Έτσι ήμουν κάποτε και εγώ.
Μόνος και με κείνο το γύψο στα αυτιά να τον μεταμορφώνει σε κωφάλαλο… Μόνο εικόνες και συναισθήματα. Πέρασαν όμως τα χρόνια και έμαθε. Συνήθισε να ζει και να υπάρχει στα ξένα. Έκανε παιδιά και εγγόνια και τώρα εδώ περιμένει τη βάρκα για απέναντι.

– Δεν θα μείνω, του είπα κοφτά. Δεν έχει ήλιο και θάλασσα όπως την ξέρω.

 Στα τρία, στα πέντε ή στα εφτά, μου είπε. Τότε ανοίγει η πύλη της εξόδου. Αλλιώτικα περιμένεις μια ζωή. Και ίσως να μην ανοίξει ξανά.

 Εγώ θα φύγω, του επανέλαβα.

– Το ξέρω. Μα να θυμάσαι  σε λίγους μήνες να λες το ίδιο, μου τόνισε.

 Εδώ πάντα θα είμαι ένας ξένος και πάντα θα σκέφτομαι και θα  γράφω στη μάνα μου.

 Ναι, μόνο που κάποια μέρα θα είναι δύσκολο να πεις καλημέρα σωστά  και ακόμη πιο δύσκολο να θυμηθείς πως γράφεται. Τότε η μάνα σου θα έχει πεθάνει και εσύ θα πηγαίνεις πίσω μόνο για τον ήλιο και τη θάλασσα.
Τον κοίταξα έντονα. Με ακούμπησε στον ώμο και δάκρυσε.

– Στα όνειρά σου να προσέχεις, μου είπε. Εκεί αρχίζει η άλωση. Στον ύπνο μας τα ξένα σαν κλέφτης χτίζουνε την φυλακή. Και είναι όμορφη η άτιμη. Όλο παράθυρα και φως, επιθυμίες και επιτυχίες, ευκαιρίες και παρατάσεις, δυνατότητες και τύχες, καριέρες και προίκες. Και ο χρόνος κυλά μακριά από αυτούς που αγαπάς και χάνεται, αφού σε κανέναν ποτέ δεν έκανε τη χάρη να γυρίσει πίσω. Όσο και αν σου δώσει πλούτη και δόξα, ληστής παραμένει. Στο τέλος της διαδρομής σε περιμένουν αφιλόξενα χώματα.

– Τι λέει τούτος; αναρωτήθηκα και έφυγα απότομα.

 – Το νου σου…, μου φώναξε.

Χάθηκα μέσα στο ρεύμα. Μπήκα στο τρένο και γύρισα σπίτι. Άνοιξα την πόρτα της σοφίτας και πήρα ανάσα. Το τηλέφωνο χτύπησε και βρέθηκα εργαζόμενος στην κρεπερί δίπλα στο ποτάμι. Τι θέα και αυτή! Και το τεράστιο ρολόι να χτυπάει τον χρόνο. Εκείνη τη μέρα ήμουν κατάκοπος. Ευτυχής όμως. Και πληρωμένος και άρχοντας. Μάλλον τα είχα καταφέρει. Ζούσα αξιοπρεπώς.

 Έπεσα για ύπνο νωρίς. Άλλωστε η νύχτα είναι τεράστια τον χειμώνα. Και τι δεν είδα. Το πατρικό μου και τη σκιά του πατέρα. Τη μάννα και τον αδελφό. Τους φίλους, αγάπες που χάθηκαν, ακόμη και τον  Κουμπάκια τον σκύλο μας. Come – come, του φώναζα όλο στοργή. Μα κείνος έφευγε σαν να μην άκουγε. Και όλο του φώναζα και του έδειχνα ένα τεράστιο μεζέ. Μα τίποτα. Σαν να μην με έβλεπε ακόμη και να μην οσμιζόταν την μυρωδιά από το κρέας. Απελπίστηκα. Φώναξα στη μάννα μου τότε και ρώτησα γιατί. Μα και κείνη με κοίταγε παράξενα. Τι να μου πει; Ξάφνου ο ώριμος φίλος ήρθε από το πουθενά.

– Βλέπεις; μου είπε. Μιλάς και σκέφτεσαι σε τούτη τη γλώσσα. Είσαι πια χωρίς γύψο στα αυτιά. Μπράβο σου.

Πετάχτηκα πάνω, η ώρα ήταν πολύ πρωινή. Βγήκα στο δρόμο και μπήκα πρώτος στο μαγαζί των Άγγλων. Πήρα γάλα και ψωμάκια ζεστά.  Κάτι για τον καιρό, κάτι για την ημέρα. Ολόκληρη συζήτηση και απόψεις που ήθελαν ιδιαίτερη ανάλυση. Πλήρωσα και τότε κατάλαβα ότι ζούσα μια προσωπική Πεντηκοστή. Όλα καθάρια, όλα οικεία και σίγουρα δικά μου.   Ήμουν ευτυχής, είχα τη γλώσσα. Από κωφάλαλος ξαναέγινα λαλίστατος. Εκείνη τη μέρα επικοινώνησα με χίλιους ανθρώπους. Ξέχασα όμως να πάρω τηλέφωνο στην πατρίδα. Το ξέχασα και την επόμενη και ίσως και την άλλη. Δεν είχα χρόνο πια. Ήμουν μέσα στο ποτάμι και κοίταγα κάτω. Το  μυαλό μου δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Έτρεχα  όλο δύναμη και όλο πάθος. «Θα τους σκίσω» έλεγα και στόχευα πάντα ψηλά. Έκανα χρήματα και πάνω που κοίταζα το χρόνο στα μάτια τρόμαξα. Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια. Εκείνο το βράδυ έμεινα σπίτι. Έβαλα τον ελληνικό σταθμό  και ένα τραγούδι με πήρε στον ήχο του. Τι έλεγε;  αναρωτήθηκα. Μπα, κουρασμένος θα είμαι, ή μήπως τα αυτιά μου; Το τηλέφωνο με έβγαλε από την δύσκολη σκέψη.

- Ναι, θα έρθω, είπα με έμφαση.

Την άλλη μέρα όλη η παρέα βρεθήκαμε σε ένα μαγαζί με ελληνική μουσική στο κέντρο της πόλης.

Φεύγω, τους δήλωσα, γυρίζω πίσω.

Ο Αλέκος μού έδωσε ένα τάλαρο από την συλλογή του. Το είχε αποκτήσει εκείνες τις μέρες και το είχε μαζί του για να μας το δείξει.

- Πάρ’το, μου είπε, να γυρίσεις ταλαράς στην πατρίδα.

Γύρισα μήνα Νοέμβριο, ακριβώς τρία χρόνια μετά την αποδημία μου. Δεν ξέρω αν θα άνοιγε για μένα η πόρτα της εξόδου ξανά, μα σίγουρα πρόλαβα και έκτοτε τα όνειρά μου μιλούν την γλώσσα των προγόνων μου.      

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό: "Λογοτεχνικό Μπιστρό"
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο αναμορφωμένος

Θα νικήσουμε….

Τι βλέπεις Θοδωράκη;