Μια τσαλακωμένη προκήρυξη


Αφιερώνεται στην πόλη της Κυπαρισσίας και σε κάθε μικρή πόλη που ονειρεύεται την ανάπτυξη.



Εαρινή πανδαισία και όλα ήταν επιθυμία. Όπως  και τα γραμμένα  στη αφημένη σελίδα, πάνω στο τραπεζάκι του κάστρου. Πήραν να το διαβάζουν και να ταξιδεύουν στις σκέψεις του. Ξεχασμένοι, σαν σε όνειρο, κοίταξαν τον ορίζοντα. Μια  εικόνα δίχως γραμμές, παραδομένη στο χορό του άχρονου γαλάζιου τοπίου. Ο τόπος  ακολουθούσε τη νομοτέλεια της αναγέννησης  μετά από ένα δύσκολο χειμώνα.
- Όμορφη πόλη, αναστέναξε.
Σαν  από  σπιτικό γλυκό η γεύση έπαιζε  στον δρόμο των έσω αισθήσεων.
Τα βλέμματα συναντήθηκαν στο μπαλκονάκι του κάστρου, αφαιρώντας καθετί περιττό, όπως η τσιμεντένια παρέμβαση  που χρόνια τώρα προσπαθεί να συνταιριάξει το σκληρό υλικό της κατασκευής της  με το ευγενικό της υπόσχεσης για  αετίσιες πτήσεις στην γειτονιά των γιγάντων. Ήταν αλήθεια. Επιτέλους  αντάμωναν ύστερα από πολλά χρόνια τρεις φίλοι, τρεις εκδοχές της αντίληψης, τρία ζευγάρια μάτια που έλαχε να συνοδοιπορήσουν στη ματαιότητα της γέννησης και του θανάτου. Παρήγγειλαν καφέ και στύλωσαν τα παιδικά τους βιώματα σε ένα προσκλητήριο σκιών και χρωμάτων, αποκαθιστώντας εκ του σύνεγγυς την απουσία του τότε στη χαρά της συνάντησης. 
-Βρεθήκαμε, είπε ο έτερος.
Χαμογέλασε και γύρισε στον τρίτο, που ήδη ζωγράφιζε στο χαρτί τη λέξη ανάπτυξη. Με τι μαεστρία χάραζε μια μεγάλη υπόσχεση που ξεπηδούσε από το νου του με απόλυτα λογικά επιχειρήματα, περιτυλιγμένη στην αγωνία του σήμερα για την αποδοχή των μελλούμενων, που ετσιθελικά θα ακολουθήσουν στο χρόνο.
-Μη χάσουμε την ευκαιρία, ανέκραξε σφόδρα ασθμαίνοντας υπό την επήρεια της πίστης που τον διακατείχε για τα πάντα.
Η φαντασία, η λογική και η πίστη, καθισμένες στα σώματα των ανθρώπων αυτών, γλεντούσαν το άρωμα  του ροφήματος και αποφάσιζαν τη συνέχεια μιας συνεύρεσης που στόχο είχε να αλλάξει τον κόσμο.
Τόσο πολύ; Ο ξαφνιασμένος αναγνώστης αποσύρεται στην ησυχία των ήρεμων επιδιώξεων και των γνωστών δεδομένων της καλής και προβλέψιμης  ζωής που επιθυμεί. Ο ανήσυχος  επιμένει να παραστεί, κρατώντας μάλιστα σημειώσεις μιας στιγμής που φαίνεται σημαντική, τουλάχιστον για τούτους τους αλλόκοτους τύπους που ακόμη και σήμερα, μια ώρα ενός απόλυτου ατομισμού, επιμένουν να διαλέγονται τα όνειρά τους μαζί. Δηλαδή όπως παλιά, ομαδικά και με όλους τους κανόνες της συντροφιάς, που σημαίνει μιλάω -  μιλάς, ακούω -  ακούγομαι και αποφασίζουμε όλοι μαζί, γιατί έτσι γράφεται το παραμύθι και η παραμυθία των ανθρώπων που δεν ησυχάζουν ποτέ. Τέτοιοι ήτανε. Ανήσυχοι γίγαντες, ικανοί να χτίσουν κάστρα την εποχή που άλλοι άφηναν τη σκέψη τους σε μια ατελείωτη ναρκισσιστική περιήγηση στα τοπία της μοναχικής τους ύπαρξης. Φτωχό; Γήινο,  θα έλεγε κάποιος. Μα εδώ έχουμε να κάνουμε με χορό σκέψεων που αφήνει την πιο γλυκιά ερμηνεία σε κάθε  απόπειρα, άσχετα με το αποτέλεσμα, αφού  η ίδια η ιστορία μάς λέει ότι πάντοτε είναι λιγότερο σημαντικό και σπουδαίο από το προσδοκώμενο των ανθρώπινων ενεργειών. Και πώς αλλιώς όταν ακούστε, ο ένας κοιτούσε τα άνθη στου κάστρου τα χτισίματα, ο άλλος έκοβε τα πεύκα που πήραν το ρόλο των ανθρώπων και ανακαίνιζε τα σπίτια που έσβησαν κάπου στις τραγωδίες του χθες  και ο τρίτος έβαζε κάτω το σήμερα και θύμιζε το πώς και με ποιόν τρόπο θα γίνουν όλα πραγματικότητα. Ενδιαφέρον, μα και ταυτόχρονα τρομακτικό. Πόση δύναμη να βλέπεις τον κόσμο πώς είναι, πώς θα’ πρεπε και πώς θα γίνει όταν συναινέσουν η σκέψη με τη φαντασία, τυλιγμένες στην απλότητα της ανθρώπινης πίστης; Μα πρέπει να έχουμε την αλήθεια γυμνή στο βάθρο των αισθήσεων, χωρίς ενδοιασμούς, αποκομμένη από το συμφέρον και πάσης φύσεως εγωισμούς.
Τεταπεινωμένοι, αποτελούμε μονάχα ένα παιδί που τρέχει στα καλντερίμια της πόλης κυλώντας ένα στεφάνι  με τη βοήθεια ενός καλαμιού. Και ενώ όλοι θεωρούν την υπόθεση μια απλή περιήγηση σε σκονισμένες σελίδες μιας πόλης, η  αλήθεια είναι πως τούτο το πλάσμα είμαστε εμείς.
Σε αυτό συμφωνεί και ο Ίκαρος ο Κυπαρισσεύς, που αγωνιωδώς προσπαθεί να βρει το στάδιο που δεν υπάρχει πια, και ο Ενετός που κάθεται μαζί με τον  Φράγκο και συζητούν  για τις ύποπτες κινήσεις του Τούρκου και του Έλληνα που χαμογελά, γιατί στο κάτω κάτω ξέρει ότι αυτός είναι ο σίγουρος ιδιοκτήτης ετούτης της σκηνής, που χαρίζει στους φίλους της ιστορίας μας το τοπίο στο οποίο διαλέγονται.
- Να   ξαναγεννιόταν η εικόνα όμορφη…..
- Να γίνει όμορφη……       
- Έτσι θα γίνει και εμείς θα έχουμε την τύχη να το απολαύσουμε……   
Σε αυτό, συναινεί και ο ποιητής, που κάθεται ακόμη στωικά και περιμένει απέναντι από την είσοδο του κάστρου. Και έχει κοντά του όλους εκείνους τους κατά καιρούς αλλόκοτους που έγραψαν με πλούσιο τρόπο τη θέαση του επέκεινα στην εισβολή του στο χρόνο. Όλα τούτα  δίπλα στο λαογραφικό μουσείο, που είθε όπως συμφώνησαν και οι τρεις να λειτουργήσει όχι σαν απλή έκθεση παλιών αντικειμένων αλλά σαν ζωντανός πυρήνας του διαλόγου, της ποίησης, του πνεύματος. Οι ποιητές  άκουσαν κουβέντες  και φώναξαν  τη θλίψη της Ελένης. Αυτή μετράει ακόμη τα δάκρυα από τη μέρα που ο πασάς σκότωσε τον αγαπημένο της. Κάθισαν σιμά στον  πλάτανο, για να παρακολουθήσουν ακόμη μια φορά την ηρωική έξοδο από την πύλη της ακροπόλεως. Πόσο τους άρεσε αυτό το  σαρκικό πάθος  της ανατάσεως.   Με λάβαρα και μπαϊράκια, με σάλπιγγες και νταούλια να στοιχίζονται σε τάξη θριάμβου και πίστης πριν την κραυγή του τέλους μιας ακόμη πράξης. Όπως τότε που έμπαιναν ηρωικά στην εγκαταλελειμμένη από τους Τούρκους πόλη. Σιγή. Μια παρέλαση φοβισμένων γενναίων που, όπως όλοι οι ήρωες, καχύποπτα στην αρχή και στη συνέχεια διστακτικά αποκορυφώνουν την έξαψη μέσα σε κρότους και φωνές και με το χαμόγελο που τυραννά το πρόσωπο ακόμη και των πιο σκεπτικών. Το παιδί με το στεφάνι στεκόταν στην σκόνη. Κοιτούσε το πλήθος και αναρωτιόταν για τα σύννεφα που ήταν βαριά και μαύρα στο νότο. Θα βρέξει, είπε και όντως έβρεξε θάνατο και καταστροφή. Μιλιούνια οι πειρατές των ονείρων, σαν λυσσασμένοι από τη χυδαιότητα κλέφτες έκλεψαν το χρόνο φυλακίζοντάς τον στη φωτιά και τη βία. Παντού ερείπια και αίμα. Κλαγγές όπλων, χλιμιντρίσματα  αλόγων αφρισμένων από την έξαψη. Ανθρώπων φύσεις παντού. Κρανία σπαρμένα στην απόγνωση μιας φρικτής εικόνας. Όνειρα σβησμένα. Ελπίδες νεκρές. Γυναίκες ολόγυμνες, πεταμένες όπως η ομορφιά ενός λουλουδιού κομμένη από το χέρι κάποιου που αδίστακτα το πετά. Κραυγές πόνου αφημένου στην απόγνωση και κλάματα βρεφών που αναζητούν τη μητρική ρώγα για να υπάρχουν. Κόσμος παντού να φεύγει για κάποιο μακρινό τόπο… Αρκεί! Η φωνή σταμάτησε τον εφιάλτη της μνήμης, γυρίζοντας τη ματιά στην θαλπωρή της αγάπης.
- Για δείτε τούτα τα κτίσματα. Την ομορφιά του χθες όταν το σύγχρονο συναντάει και σέβεται την έννοια αναπαλαίωση και ιστορία.
- Όλα έτσι πρέπει να είναι. Παλαιικά και γραφικά …
- Με τις σύγχρονες ανέσεις και τους καινούργιους ιδιοκτήτες τους….
Ε, τώρα πώς ξεφυτρώνουν ταράτσες και αλουμίνια, ακόμη και ο σεβασμός στην ανάγκη της στέγης δεν το δικαιολογεί. Όπως και το αφημένο χαμάμ, που στέκει προσμένοντας επί ματαίω το λάλον ύδωρ της μέθης μιας πόλης, ενός κόσμου που ξέρει να συγχωρεί  στο μονοπάτι της αθανασίας του. Άλλωστε κάθε διαβάτης ονειρεύεται το λουτρό της ξεκούρασης και κάθε ανατολίτης το ζεστό νερό της κάθαρσης ψυχής τε και σώματος.
- Να βγαίνουμε από το χαμάμ και  στην πλατεία να υπάρχει ένα μαγαζί με γλυκά κουταλιού και σερμπέτια  ξεχασμένα, με ήχους ποιοτικούς, ικανούς να ισορροπούν τα νερά του σώματος και να απογειώνουν τα αισθήματα.
- Ναι, είναι ανάγκη να δείξουμε τις εκλεπτυσμένες γεύσεις μας και τις σταυροβελονιές του καθισιού μας .
- Θα γίνει, με πρωτοβουλία του δήμου ή χωρίς, αρκεί να καταλάβουμε ότι ο τρόπος είναι αυτός που μας ξεχωρίζει στο τεράστιο ψηφιδωτό της πολυπολιτισμικής πραγματικότητας.
Ο τρόπος βέβαια δεν είναι γλυκός ή μόνο γλυκό, σκεφτόταν ο ντόπιος που ασθμαίνοντας ονειρευόταν το τρόλεϊ ή το τραμ που του έλειπε. Το είχε ακούσει στο νου του να τρέχει πάνω κάτω από την πάνω στην κάτω πόλη και τανάπαλιν, ταξιδεύοντας παιδιά και γέροντες, μάνες με χίλια δύο στο μυαλό τους, αρώματα, εφημερίδες ξεχασμένες και ομιλίες του πρωινού, του μεσημεριού και της παράξενης  νύχτας. Οι άνθρωποί μας, όμως, κατέβαιναν από το καλντερίμι.
- Να ήταν όλη η πλατεία της πάνω πόλης πεζόδρομος, με πέτρες όπως παλιά  και άνθη σε κήπους γεμάτους με μυρωδάτα βότανα και όλος ο δρόμος που κατηφορίζει για να συναντήσει τη θάλασσα γιαπωνέζικες κερασιές μόνο και μόνο για τον ανθό τους και το πανηγύρι των απαλών χρωμάτων στην πρόκληση της ανοίξεως.
- Να γίνει. Εδώ φυτέψαμε δένδρα άνοστα και χωρίς προσωπικότητα, δείχνοντας σε όλους τους φιλοξενούμενούς μας ότι δεν έχουμε έρωτα και φαντασία….
- Θα γίνει, δεν είναι τίποτα να ριζώσουμε μια στάλα ομορφιάς. Τα χρήματα βρίσκονται …
Βαδίζανε  και ακούγανε τις φωνές της ζωής. Το παιδί που φωνάζει, τη γραία που συμβουλεύει, την μάνα που ξέφυγε σε μια απόγνωση, το νέο που προειδοποιεί, την όμορφη που αναδεύει τον άνεμο, τον κρότο του κάματου της ημέρας. Σταμάτησαν έξω από τη βυζαντινή εκκλησία. Κοίταξαν προς το βάθος με περιέργεια να δουν κάπου να ξεπροβάλει ένα αρχαιολογικό πάρκο. Πουθενά. Κι όμως τους φάνηκε από κάπου να έρχεται ο ήχος μιας  άλλης εποχής.
- Από κάτω, είπε ο πρώτος. Κάτω από την άσφαλτο, κάτω από τη μνήμη μας, πίσω από την κουρτίνα της σύγχρονης ζωής…
Περίμενε να αναδυθεί, μα μάταια, τα υλικά σήμερα μαζί με την ανθρώπινη υστεροβουλία  σφαλίζουν καλά την ιστορία.
- Τα μπαζώσαμε οι άπληστοι, για να κερδίσουμε το τώρα, αποτρέποντας το αύριο από τα παιδιά μας που φεύγουν από μια πόλη που δεν έχει μνήμη. Μα θα τα αναδύσουμε με όποιο κόστος, έστω στο σιδηροδρομικό σταθμό, εκεί που πρέπει να κάνουμε και τη νέα είσοδο…
- Γίνεται, είναι απλό, μα στην έκταση με φειδώ, ικανή ωστόσο να δείξει σε όλους ότι η πόλη ετούτη έχει χθες που χάνεται στα βάθη των αιώνων του μύθου και της ιστορίας.
Η ματιά τους φευγαλέα συνάντησε το κτίριο του δήμου. Ντραπήκανε.
- Ονειρεύομαι ένα γυάλινο κτήριο, όπως διάφανη θα είναι και η πολιτική που θα στεγάζεται εκεί, περιτριγυρισμένο από κήπο μεγάλο, ανοιχτό σε όλους τους κατοίκους, με  χώρους ικανούς για να στεγάσουν υπηρεσίες και ανθρώπους που σκοπό τους θα έχουν να διακονήσουν τους πολλούς και να θυσιάσουν τον εαυτό τους για τους άλλους. Με πρόνοια για τους πολίτες και εξυπηρέτηση ευγενική, ένα δήμο φιλόξενο για  όσους διάλεξαν να είναι εδώ, που να οραματίζεται την ανάπτυξή του και την επιλογή του όχι μόνο από τα παιδιά μας αλλά και από μερακλήδες που καταλαβαίνουν την ομορφιά όπως εμείς.
- Πρέπει να ενεργήσουμε. Εμείς, η κοινωνία των πολιτών, θα κάνουμε πράξη το μέλλον.
- Γίνεται. Και  χρήματα βρίσκονται και προγράμματα τρέχουν και ιδέες υπάρχουν και χώροι για νέα κτήρια και ….και….
Κατέβηκαν στην αγορά και αναρωτήθηκαν γιατί είναι ακόμη έτσι. Συμφώνησαν και οι τρεις πως θα έπρεπε να είναι όλη πεζόδρομος. Πως τα μαγαζιά θα έπρεπε να είναι σύγχρονα, με πλήρη σεβασμό στον πελάτη του 21ου αιώνα και με παραδοσιακά υλικά όπου  αυτό γίνεται, με προστασία των παλιών κτηρίων, ακόμη και με συμφωνία των κοινωνικών εταίρων, με ανάδειξη γωνιών με πράσινο και φώτα που να χαρίζουν ευγένεια στην ένταση και τη βία των σχέσεων της αγοράς, με δυνατότητες για επενδύσεις και αέρα μιας αστικής επιθυμίας που καλώς ή κακώς  διακατέχει όλους μας. Ευρώπη. Το πρότυπο πρέπει να είναι η παραθαλάσσια ευρωπαϊκή πόλη. Όχι η Κυψέλη και το Παγκράτι. Το χθες  έχει χαθεί. Μαζί του πήρε και τις γκρίζες στιγμές του. Εμφύλιος, διχασμός, κράτος - χωροφύλακας, πολίτες φοβισμένοι, χούντες και νοθείες, μιζέρια και φτώχεια από συναίσθημα, κούρεμα και φαρισαϊσμός, χωρίς μέλλον στην περιφέρεια, φευγιό για τα ξένα, αριστερός και δεξιός, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, ξύλο και τρόμος στις φυλακές του Μαντά , δίκες παρωδίες στα δικαστήρια και καταδίκες των κομμουνιστών, ελληνική τραγωδία με αγγλοσαξονική όμως σκηνοθεσία και πρωταγωνιστές εικόνες Χριστού και Βαραββάδες, δαίμονες και αγγέλους – ανθρώπους πεπτωκότες και χαζούς. Όπως όλοι μας. Πέρασαν την οχλαγωγία που φέρνει το αλισβερίσι της αγοράς που θα μπορούσε, όπως ομολόγησαν, να έχει μέχρι και σημεία σκεπαστά και αίθρια, και κατηφόρισαν προς την ανάσα του Ιονίου και τη θαλπωρή του μπλε και της αρμύρας. Το κτήριο του Τσίλερ, τι κρίμα… όπως και η αλόγιστη οικοδόμηση μιας κάτω πόλης με κτίσματα που μοιάζουν με το αισθητικό πρότυπο της Αθήνας, που όλοι θέλουν να φύγουν από αυτή.
- Θα μπορούσε να γίνει  η βουλή των πολιτών. Ένα μικρό συνεδριακό κέντρο, με μια παράλληλη  φωτογραφική έκθεση της ιστορίας της πόλης.
- Μια δημοτική βιβλιοθήκη άρτια και σύγχρονη, απαραίτητη προϋπόθεση για να απαιτήσεις τριτοβάθμιο ίδρυμα, αλλά και σύμβολο απέναντι στον κόσμο της ακραίας κατανάλωσης που, όλοι το βλέπουμε, δεν οδηγεί σε καμία ποιότητα.
- Με  ένα μοναδικό κήπο με περίτεχνους διαδρόμους και αντιπροσωπευτικά φυτά της φύσης του τόπου, αναδειγμένα με την περίτεχνη μαεστρία καλών κηπουρών, πάνω από ένα υπόγειο πολυώροφο γκαράζ.
 
Ο νους τους συνέχισε στο δρόμο για το λιμάνι, την τρίτη πύλη μιας τυχερής πόλης.
- Το λιμάνι της ομορφιάς και όχι της αγωνίας…..
- Το λιμάνι που πρέπει να είναι πόλος ανάπτυξης….
- Το λιμάνι που θα γίνει στολίδι, γιατί θα φωνάξουμε ειδικούς επιστήμονες, όπως και για όλα τα αναπτυξιακά μας έργα, να μας πουν πού και πώς θα φτιάξουμε τι …
Στέκονται στην προκυμαία και αφήνονται στα χάδια του ήλιου που έδυε  και στην ψαλμωδία της θάλασσας.
Όμορφη πόλη. Η ψυχή τους δεν τους γελά. Τα χρώματα τώρα είναι σαν του ουράνιου τόξου πολλά. Δεσπόζει το κόκκινο από τις στέγες, που σαν κυρίαρχο  αγκαλιάζει τα σχήματα και τις ανθρώπινες συνθέσεις. Σπίτια, εικόνες ανθρώπων κάθε λογής. Δρόμοι χαραγμένοι πάνω στην ιστορία. Κίνηση και ζωή. Όμορφη πόλη, ανάσες ζεστές, φωνές οικείες, νεύματα γεμάτα θαλπωρή, κινήσεις ερωτικές,  ιδρώτας -  δουλειάς  αποτέλεσμα, μυρουδιές από σπιτικά μαγειρέματα, τριξίματα και κρότοι, γεννήσεις και κλάματα, κηδείες και πίκρες, καθίσματα και στροβιλίσματα σε μουσικές, όνειρα και προσδοκίες  που γεύονται το μεγαλείο του ήλιου όταν χάνεται στην αγκαλιά της αγαπημένης του θάλασσας μακριά στον ορίζοντα.
Όμορφες σκέψεις για μια όμορφη πόλη.
 Ένα παιδί άρχισε να μιμείται τον κρότο των όπλων. Οι φίλοι γύρισαν στην πραγματικότητα, σιμά στο μπαλκόνι του κάστρου. Τώρα ήξεραν πως μόνο παρέα θα μπορούσαν να πράξουν σωστά. Το όνειρο, γνώριζαν, απαιτεί κόσμο πολύ, αλλιώτικα είναι μοναχική περιπλάνηση στους λαβύρινθους της σκοτεινής νύχτας. Όσο κι αν η θέληση αντέχει την ελπίδα, το γεγονός απαιτεί και φαντασία και λογική και πίστη. Μα πρέπει να βρίσκονται τα στοιχεία αντάμα. Όπως το ουράνιο τόξο διαποτίζεται από όλα τα χρώματα, έτσι και οι άνθρωποι όταν πετούν θα πρέπει να ξεφορτώνονται τα βάρη τους. Όπως  ο λόγος απογυμνωμένος από τις ιδέες γίνεται ποίηση, έτσι και ο τόπος απαλλαγμένος από τις έριδες γίνεται ποίημα.
- Ίσως αυτά τα παιδιά να μπορέσουν να σηκώσουν το κανόνι του κάστρου στα χέρια τους.
Συμφώνησαν και οι τρεις και σήκωσαν γιορταστικά τα ποτήρια τους σε μια τελευταία συγκίνηση της ονειροπόλησής τους. Εγέρθηκαν, όλο χαμόγελα αφέθηκαν στην εαρινή πανδαισία και κοίταξαν τον ορίζοντα. Αλίμονο  όμως, ο καθένας  ξανά μόνο με το δικό του τρόπο. Μια τσαλακωμένη προκήρυξη  αφέθηκε πάνω στο τραπεζάκι του κάστρου.


Το διήγημα περιέχεται στην συλλογή, που την υπέγραψα με το ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης, "Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα", Σοκόλης, Αθήνα 2007

https://www.skroutz.gr/books/123918.%CE%9C%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B7%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1.html?keyphrase=%CE%9C%CE%91%CE%98%CE%97%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%91+%CE%9A%CE%97%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%A1%CE%99%CE%9A%CE%97%CF%82   

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις