Δ. Μαγριπλής : Ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα

Του Γιώργου  Κόνδη, Διδάκτορος της Κοινωνιολογίας – συγγραφέα
«Δέκα Μικρές Εικονογραφημένες Ιστορίες, Ευθύνη, Αθήνα 2012»




Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Δημήτρης Μαγριπλής επισκέπτεται τις σελίδες των «Αργολικών». Δεν είναι επίσης η πρώτη φορά που μας χαρίζει μέσα από τις ιστορίες του εικόνες που μας ταξιδεύουν ανάμεσα σε δυο κόσμους : ανάμεσα στο βίωμα και το φαντασιακό, ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Είναι το ταξίδι που προτιμά περισσότερο και, καλοσυνάτος από τη φύση του, μας ζητά να διαβούμε τα όρια των δυο κόσμων παρέα. Ο Δ.Μαγριπλής έχει αποφασίσει εδώ και πολύ καιρό να στήσει το παρατηρητήριό του στην επαρχία, σ’ένα ήσυχο μέρος που επιτρέπει, μακριά από το θόρυβο της πόλης, να ξαναζήσει κανείς τα παραμύθια της παιδικής του ηλικίας και να πλάσει καινούρια χωρίς να ξεκόβει από την πρότερη εμπειρία, την κοινωνική, εκείνη της αστικής γειτονιάς που κάποτε, πριν την εγκαταλείψει, πρόσφερε χώρο και χρόνο μέσα από τις μυρωδιές των γιασεμιών, τις ομιλίες των γειτόνων και τα παιχνίδια των παιδιών, στο όνειρο και τη φαντασία. Στις «Κρυφές ενοχές» που ήδη έχουμε παρουσιάσει, ζωγράφιζε στα κείμενά του τις εικόνες αυτές. Τώρα ξαναζεί τις ιστορίες αυτές με ένα τρόπο ίσως αποστασιοποιημένο, σίγουρα πιο συμβολικό, αλλά εξίσου έντονο συναισθηματικά και χρωματισμένο με παιδικά ουράνια τόξα αλλά και γκρίζο της ενήλικης αυταπάτης.
       Οι δέκα μικρές εικονογραφημένες ιστορίες παραπέμπουν στα Κλασσικά Εικονογραφημένα, στο Μικρό Σερίφη και τους Ινδιάνους, στο Παιδί Φάντασμα. Μου ήρθε να ρίξω κάτω μια κουρελού και να ξαπλώσω πάνω της διαβάζοντας  και κάποτε, κοιτάζοντας το νταβάνι, να βάζω τον εαυτό μου στην ιστορία και να τον ξαναβλέπω στη δράση του δρόμου και της παρέας. Οι ιστορίες ξεκινούν με τον τρόπο αυτό. Με μπίλιες και με γιαγιάδες. Μπίλιες πολύχρωμες, βούζες και μικρότερες σε σακουλάκι για να τις ανταλλάξουμε ή να καλέσουμε στη γειτονιά για παιχνίδι. Παντού χώμα. Οικειότητα. Στο χώμα οι μπίλιες στέκονται. Τις πατάς λίγο με το δάχτυλο και δεν κουνιούνται. Σημαδεύεις τη μάνα για να τις πάρεις όλες ή το κέντρο για να σπάσεις τη σειρά. Το χώμα είναι… εγώ ο ίδιος. Το κερδίζεις ή το χάνεις μαζί με την παιδική σου αθωότητα. Αυτή που σου επιτρέπει παίζοντας με τα πλαστικά στρατιωτάκια στο πάτωμα (Η γιαγιά μου) να επιτρέπεις και στους ινδιάνους να νικάνε και όχι μόνο στους λευκούς, στα χλωμά πρόσωπα. Στην άσφαλτο οι μπίλιες δύσκολα στέκονται, κυλάνε πιο γρήγορα και χαλάνε το παιχνίδι. Η άσφαλτος είναι για τους μεγάλους. Σπάνια σκέπτονται, τρέχουν διαρκώς και κάνουν συνέχεια ατυχήματα. Δεν παίζουν με μπίλιες αλλά με τα ίδια τους τα σώματα δημιουργώντας αυταπάτες κοινωνικού βίου (Ο αναμορφωμένος) ή περνώντας βίαια στον κόσμο των μεγάλων (Μοναξιά).
       Ο Δ. Μαγριπλής ξέρει να οδηγεί τις εικόνες μπροστά στα μάτια σου και να τις σταματά καθώς πρέπει ν’αλλάξει το σκηνικό. Για πρώτη φορά νομίζω, κόβει στη μέση την περιήγηση για να εξηγήσει αυτό που θα επακολουθήσει και που είναι κάποια ριζική αλλαγή σκηνικού. Για να μη φοβηθούμε. Να πάμε όσο πιο απαλά γίνεται από το φαντασιακό στο βίωμα, από το όνειρο στην πραγματικότητα. Στις «Νυχτερινές απόπειρες συγγραφής» βρίσκεται πιεσμένος ανάμεσα στα σφαλισμένα μάτια και το όνειρο από τη μια, την κατασκευασμένη και ωμή πραγματικότητα από την άλλη που απαιτεί να είναι τα μάτια ανοιχτά και να βλέπουν. Να βλέπουν στη μικρή οθόνη τις καταστροφές, τους θανάτους, τις καθημερινές αναζητήσεις χαμένων προσώπων, τις βαθυστόχαστες αναλύσεις όσων αδυνατούν να σκεφτούν. Κι ο συγγραφέας ονειρεύεται καθώς οι εικόνες περνάνε από μπροστά του. Τα μάτια βλέπουν, αλλά η συνείδηση και το πνεύμα βρίσκονται σε άλλους κόσμους. Στην περιγραφή μιας σταγόνας «που χάνεται πάνω στην άνυδρη γη. Που τρυπώνει στις ρυτίδες της και κλείνεται στα μυστικά του κάτω κόσμου. Που ακολουθεί τα μονοπάτια των σκιών και δροσίζει πληγωμένους αφανείς. Γλιστρά στα ξεραμένα χείλη τους και δίνει αυτό που επιθυμούν οι κολασμένοι. Εκεί που η ζωή μοιάζει με σταγόνα στο χρόνο και οι ανάσες ξερνούν φωτιά και χολή. Στον στερεμένο ποταμό είναι ενθύμηση και στα βουβά πρόσωπα ήχος. «Ακούς πως κυλά;». Από στιγμή σε στιγμή και από αγωνία σε αγωνία. Γίνεται ιδρώτας πάνω σε πτώματα. Γίνεται δάκρυ και αναβλύζει στα μάτια μου.»
       Περπατώντας στους δρόμους που συνδέουν το όνειρο με την πραγματικότητα ή κολυμπώντας στα φαντασιακά νερά των αιώνων απ’όπου αναδύονται τα παραμύθια της γιαγιάς και των μεγάλων δημιουργών, ο Δημ. Μαγριπλής σταματά το όνειρο και επανέρχεται σε μια πραγματικότητα άλλοτε απαλή και γλυκιά και άλλοτε αποκρουστική και βίαιη. Βάζει γκαρσόνια να ρωτάνε αδιάκριτα «ραντεβουδάκι ε;» σε κάποια καφετέρια και στρατονόμους να αναμορφώνουνε ψυχές και συνειδήσεις σε εθνικά καθαρτήρια. Κι όταν θα βαρεθεί, θα ξαναμπεί στο όνειρο περιδιαβαίνοντας νέους κόσμους.
Οι ζωγραφιές του Παντελή Σταματέλου χαρίζουν επιπλέον χρώματα σε δέκα μικρές ιστορίες γεμάτες συναίσθημα, αγάπη και συμβολισμούς ενός χρόνου απόμακρου και οικείου μαζί. Ένα μικρό, γοητευτικό, βιβλίο που αξίζει να αναζητήσετε σε όλα τα βιβλιοπωλεία.
 
 
 Το «Δέκα Μικρές Εικονογραφημένες Ιστορίες» εκδόθηκε από τον «Νέο Αστρολάβο/Ευθύνη» το Δεκέμβριο του 2012, στην Αθήνα. Κατά καιρούς διηγήματά του έχουν αναδημοσιευτεί στις σελίδες των «Αργολικών» (http://argolika.gr/index.php/2014-25-96-44-85-11/2013-44-34-89-23-12/2013-500-600-700/6146-d-magriplhs
)
  

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο αναμορφωμένος

Θα νικήσουμε….

Τι βλέπεις Θοδωράκη;