Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2020

Μαύρο κουστούμι

 


Ήμουν από τους πρώτους που ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα. Δεν ξέρω τι απέγινε η φωτογραφία με τον πρόεδρο. Την είχα σε περίοπτη θέση, τουλάχιστον μέχρι τον τσακωμό μου με την Βάσω. Εκεί πρέπει να χάθηκε… Λογικά πέταξε καταμεσής της λεωφόρου Συγγρού, μαζί με το τραπεζάκι για τον καφέ. Ευτυχώς δεν χτύπησε κανένα. Από ό,τι μου είπαν, όλα προσγειώθηκαν στον κάδο του δήμου. Ήταν ώρα περισυλλογής και έτσι χάθηκε για πάντα.  Υπήρχε και η προκήρυξη της Τρίτης του Σεπτέμβρη. Καδραρισμένη  και μάλιστα συλλεκτική. Τελευταία την είδα στο μπάνιο. Τραπεζάκι για ανάγνωση τις ώρες της ανακούφισης. Επάνω σε δύο κουτιά με απορρυπαντικό.   Τι να πεις στα παιδιά, δεν καταλαβαίνουν αξίες… Ίσως ήταν και η πρώτη που μοιράστηκε  μετά την ιστορική ομιλία. Μου την είχε δώσει ο Κώστας, σπουδαίο παιδί! Εκείνη την εποχή κολλούσε όλη την λεωφόρο με αφίσες. Δουλευταράς! Αργότερα έκανε άλματα, όπως και όλοι οι άλλοι. Έφτασε να διαχειρίζεται την ανάπτυξη της χώρας και μαζί με τον Άκη και κάμποσους άλλους να χτίζει την ανεξάρτητη, σοσιαλιστική και δημοκρατική Ελλάδα. Εποχές και αυτές… Από σπίτι σε σπίτι και από πορεία σε πορεία φτάσαμε στο όνειρο. Το είδα με τα μάτια μου. Χωρίς κόπο, μόνο υπηρετώντας την ελπίδα και κάποιο χαμόγελο στην ταυτότητα του κινήματος, διορίστηκα στον ΟΣΕ και έπαιρνα όσα και ο συναγωνιστής που είχε δύο πτυχία. Φυσικά αυτό αποδείχθηκε πολύ αργότερα. Τότε που ο Γιώργος αποφάσισε να διορθώσει τις αδικίες. Και καλά έκανε. Αυτό το λέω με πλήρη επίγνωση. Όχι όπως ο Γιάννης, που το παίζει φίλος και από πίσω μαζεύεται στις πλατείες. Άκου, πλατείες! Διαμαρτυρήθηκε δήθεν, μάλλον δροσίστηκε  και καταμεσής του καλοκαιριού έφυγε για διακοπές. Γύρισε εχτές. Με πήρε τηλέφωνο και μου το θύμισε. Το είχα ξεχάσει. Έβαλα λοιπόν την Βάσω όλο το βράδυ και μαγείρευε. Τι άλλο να κάνω; Εδώ που φτάσαμε μόνο αυτό μας σώνει.

Έβγαλα το μαύρο κουστούμι από την ντουλάπα. Ήθελε λίγο σιδέρωμα. Το πάτησα και έπειτα κάθισα στην τηλεόραση να δω τις ειδήσεις. Μέτρα για την παιδεία, την υγεία, την πρόνοια, περικοπές και δάνεια τέλος. Χάρηκα. Ο αρχηγός της αστυνομίας με χαμόγελο μίλησε για εκπλήξεις ανήμερα της Διεθνούς εκθέσεως.

- Η εξέλιξη της κοινωνίας επιφέρει εξέλιξη και στα μέτρα καταστολής.

Τι όμορφα λόγια και τι αποφασιστικότητα! Επιτέλους έχουμε κυβέρνηση. Μου θύμισε την επταετία και μου σηκώθηκε η τρίχα. Τίποτα άλλο δεν ορθωνόταν από το άγχος. Έπρεπε να γίνουν όλα τώρα και μάλιστα γρήγορα. Να σώσουμε την χώρα και να δείξουμε σε όλη την ανθρωπότητα το μεγαλείο της φυλής.

Άνοιξα το μπαούλο και πήρα το λάβαρο. Το ξεδίπλωσα και βγήκα στο μπαλκόνι. Ένας ήλιος κυμάτισε καταμεσής της νύχτας. Το αεράκι τον τίναζε με ρυθμό. Τραγούδησα  χαμηλόφωνα τον ύμνο και ύστερα σηκώθηκα από τον καναπέ.

- Πάω προς νερού μου, απάντησα στην Βάσω που ανησύχησε. Σπάνια σηκωνόμουν από την θέση μου. Έψαχνε  το ρόδι για να πάρει τα σπόρια του.

- Έβρασε το σιτάρι; Ρώτησα στην επιστροφή.

- Έγινε! μου είπε και ξαναχάθηκε στην κουζίνα.

Τα παιδιά κοιμόνταν ήσυχα. Τα χάιδεψα και τους ψιθύρισα για το μέλλον. Ο μικρός έβηξε και γύρισε πλευρό. Δεν τους ξαναλέω τίποτα.

Γύρισα στον δέκτη. Είχε αρχίσει ταινία. Παλιός ελληνικός κινηματογράφος. Τρελαίνομαι. Γέλια!… Κοίτα πως ζούσαν!.. Τρεις και εξήντα έπαιρναν και πείνα. Να και η αμαξοστοιχία για την Γερμανία. Κλάματα και Καζαντζίδης.

- Κλείσ’ το και  έλα να βοηθήσεις, φώναξε η γυναίκα μου.


Πήγα, τελευταίες πινελιές. Όλες δικές μου. Το κέντησα περίτεχνα. Έγραφε ΠΑΣΟΚ και είχε και την ημερομηνία γέννησης: 3 Σεπτεμβρίου!.... Όλα έτοιμα. Είχε πια ξημερώσει. Ακούστηκε το τηλέφωνο.

-Στις έξι το απόγευμα στο Σύνταγμα, μου ανακοίνωσε ο Γιάννης. Α! και μην ξεχάσεις τα κόλλυβα…μέρα που είναι!     


πρώτη δημοσίευση : http://www.parathemata.com/2011/09/blog-post_02.html

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

Τιρκουάζ χαλιά

 


Μας πήγαν συντεταγμένους από την δουλειά. Το αφεντικό μάς είχε προειδοποιήσει.

– Μην λείψει κανείς.

Ξεκινήσαμε ως μπουλούκι και περπατήσαμε αρκετή ώρα προτού συντονιστούμε και με τους άλλους. Κόσμος πολύς. Το πουκάμισο κολλούσε πάνω μου. Αφόρητη ζέστη, δεν το είχα και με τις συγκεντρώσεις. Μου έφερναν πανικό, όχι από ανθρωποφοβία, αλλά ήταν έξω από την αισθητική μου. Πήγαινα πάντα όταν ο κόμπος έφτανε στο χτένι ή με άλλα λόγια όταν έκρινα πως δεν πάει άλλο. Το είχα κάνει για την ανεργία , για τις ελευθερίες, για την κατάντια μας. Φυσικά το πλήρωσα. Απόλυση και επαιτεία για δουλειά. Ευτυχώς που βρέθηκε ο ξάδελφος.

Τρία παιδιά, πατέρας κατάκοιτος στο σπίτι και η γυναίκα μου μέσα στην μιζέρια και τα αδιέξοδα. Υπήρχε όμως αγάπη. Αυτή με κράτησε. Από γραφιάς, εργάτης σε βιοτεχνία. Δεκάωρο και δίχως ανάσα. Να γελάς και με τα αστεία του γιου του αφεντικού. Όλο για γκόμενες και εθνικιστικές φανφάρες. Χάιδευε τα αχαμνά του επιστατώντας τους σκλάβους. Εμείς κουνούσαμε τις αλυσίδες μας και χαρωπά παράγαμε πλούτο για αυτόν. «Μπράβο» μας έλεγε και κέρναγε στην γιορτή του μπακλαβά. Δεν βαριέσαι , αρκεί που φέρνω ένα πιάτο φαί στο σπίτι .

Πεινούσα μα δεν τόλμησα να φύγω από την πορεία. Με κοιτούσαν τα τσιράκια του. Τσογλάνια με  διάθεση για τσαμπουκάδες και καρφώματα. Τι να έχει μαγειρέψει η κυρά; Θα γυρίσω μετά και θα ξεκουραστώ. Κατηφορίζαμε σύσσωμοι και με συνθήματα. Μπροστά μας μια σειρά από καρακόλια. Δήθεν να μας πειθαρχήσουν. Όταν τους πλησιάσαμε κάναν στην άκρη. Δεν μπορούσαν να σταματήσουν αυτό το πλήθος των ενθουσιασμένων πολιτών. Όλα κοροϊδία και γω μέσα στο γλέντι να σύρω τα βάσανα και τις απογοητεύσεις μου. Μόνος στο  πλήθος. Πού το βρίσκουν το κουράγιο; Σκέφτομαι τους λογαριασμούς και σφίγγεται το στομάχι μου. Πώς θα τα βγάλω πέρα; Τα παιδιά μεγαλώνουν, έξοδα και πάλι έξοδα . Χρωστάω παντού. Απελπισία.

– Την πήραμε πάλι, μου λέει χαρούμενος ο διπλανός μου.

– Την πήραμε , απαντάω με διάθεση. Δεν με παίρνει αλλιώς. Σηκώνω το χέρι ψηλά . Τι κάνω Θεέ μου. Ένα «καρφί» κάτι σημειώνει. Ελπίζω να έπεισα. Το αφεντικό μάς μαζεύει στην άκρη.

– Θα μπούμε, μας λέει, έχω το βύσμα.

Ας μπούμε, δεν έχω ποτέ επισκεφτεί το μέρος. Ευκαιρία λοιπόν. Στριμωξίδια και ένταση, περνάμε τον έλεγχο.

– Στα αριστερά, κάτω από τον θόλο με την κουρτίνα, φωνάζει το βύσμα.

Επιτέλους καθίσαμε κάτω. Τιρκουάζ χαλιά και ο χώρος να λάμπει. Σιγή.

Τι κάνω εδώ; Κρύος ιδρώτας με λούζει. Φταίει και η μάσκα στο πρόσωπο. Ξανάρχονται οι σκέψεις για τα εφήμερα και η ζωή μου ταινία που τρέχει. Πώς έφτασα εδώ στα πενήντα; Από άρχοντας να κουβαλάω κουβά και να σέρνω την σφουγγαρίστρα σε απόπατους. Να μιλάω με κάφρους και να σκύβω κεφάλι. Να αρνούμαι ιδέες και όνειρα. Να λέω δόξα τω θεώ σε ένα θεό που δείχνει να μας έχει ξεχάσει. Μπουκώνω και φτάνω στα άκρα. Θέλω να τους φτύσω στο πρόσωπο. Ξεμωραμένους φανατικούς που ζούνε στο χθες. Εικόνες ενός ένδοξου φθαρμένου καιρού. Αίμα που στάζει και τούτοι το χαίρονται. Δεν έχω τίποτα να χωρίσω. Δεν έχω διαθέσεις για πολέμους και εντάσεις. Δεν έχω ψυχή να ζητά εκδικήσεις, δεν θέλω  πατρίδα με σημαίες σε φέρετρα. Θέλω ειρήνη και δουλειά. Μια στέγη, παιδιά χαρούμενα να πηγαίνουν σχολείο, να  παίζουν σε αλάνες με γέλια, γιαγιάδες και παππούδες να πεθαίνουν με αξιοπρέπεια, τρυφερότητα και ομορφιά. Θέλω να σηκωθώ, με πονάνε τα γόνατα. Ευτυχώς το χαλάκι μου είναι παχύ.  Με πιάνει απελπισία. Πίσω από την κουρτίνα, στον θόλο, με κοιτάει μια μάνα. Τι όμορφη που είναι.

«Μάνα» σκέφτομαι και πνίγομαι όλος. Με δάκρυα προσεύχομαι, «βάλε το χέρι σου».

Την ώρα εκείνη μπαίνει ο μέγας ιμάμης κρατώντας ασημένιο σπαθί. Η παράσταση αρχίζει. Ο ρουφιάνος νομίζει πως κλαίω από εθνική περηφάνια. Ο σουλτάνος  βγάζει λόγο.

Αγία Σοφία, το μεγάλο τζαμί.      



Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2020

Η αποικία


Προτού γίνει βασίλισσα είχε φτερά. Πετούσε μπροστά  και μεις την ακολουθούσαμε εκστασιασμένοι, πεζοί  και απόλυτα πιστοί. Ζητούσε ένα μέρος για να μείνουμε και η αλήθεια είναι πως μόνο αυτή μπορούσε να πάρει τη σωστή απόφαση. Είχε το πλεονέκτημα να κοιτά από πάνω την πλάση και αυτό αρκούσε. 
Εμείς, τα πλάσματα, αν και μεγαλόσωμα με τεράστια σαγόνια και δύναμη, μέσα σε ολόμαυρες στολές ομοιόμορφες, χωρίς καμία αντίρρηση, κινούμασταν στην σειρά, στοιχισμένα και πάντοτε αμίλητα. Όλοι παιδιά μιας άλλης εποχής. Επικοινωνούσαμε βουβά. Δεν  χρειαζόταν ο λόγος. Ο θάνατος όριζε την ζωή. Το μόνο που τον απέτρεπε ήταν η τροφή και η αποφυγή του εχθρού. Στείροι, δεν μας ενδιέφερε τίποτα άλλο. Απλά η επιβίωση. Ευτυχώς ήταν ακόμη καλοκαίρι, αν και τα πάντα είχαν μεταλλαχθεί.

Ο χρόνος είχε πια δύο εποχές, που άλλαζαν απροειδοποίητα και ξαφνικά αφήνοντας πάντοτε χιλιάδες νεκρούς. Πτώματα παντού. Τόσα που πατούσαμε πάνω τους, όταν θέλαμε να περάσουμε από τα δηλητηριασμένα εδάφη. Ευτυχώς η περιπλάνηση δεν κράτησε πολύ. «Εδώ» βροντοφώνησε η καλύτερη και μεις βαλθήκαμε να σκάβουμε καταφύγιο. Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, μα σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα. Δεν υπάρχει χρόνος για τίποτα άλλο. Ίσως δεν έχει και νόημα. Να παίξεις, να απολαύσεις, να ονειρευτείς; Να ρωτήσεις; Να πεις καλημέρα; Τίποτα. Τίποτα. Ο οδηγός στις κεραίες σε καθοδηγεί. Άγρυπνα, χωρίς συναίσθημα, απόλυτα. «Κινδυνεύουμε» σου θυμίζει αν κάνεις το λάθος να φύγεις, κοιτώντας τα χρώματα ή αποζητώντας την ελάχιστη προσωπική περίσκεψη. Είσαι για τους άλλους ή μάλλον μόνο για αυτήν.

Αυτή από άγγελος έγινε τύραννος. Ποιος το περίμενε. Θρονιάστηκε σε ένα ευρύχωρο θάλαμο και έβαλε άλλους να την υπηρετούν.  Δεν έκανε τίποτα. Απέξω στεκόντουσαν φρουροί ακοίμητοι και μέσα βασιλικές υπηρέτριες την  πλένανε και  την ταΐζανε.  Κάθε τόσο κυλούσαν στους διαδρόμους μικρά αυγά και  έβαζαν άλλους να τα προσέχουν. Απαίσιο! Τα έγλειφαν με τη γλώσσα τους, τόσο πολύ που στο τέλος ήταν κολλώδη και έβγαζαν από μέσα μικρά σκουλήκια που σιγά - σιγά μετασχηματιζόταν σε πλάσματα σαν και εμάς.

Έτσι γεννιόμασταν και ενώ της μοιάζαμε κανείς δεν είχε το θάρρος να την αμφισβητήσει. Εμείς δουλεύαμε χωρίς σκέψη και κοιμόμαστε λιπόθυμοι από την κούραση στοιβαγμένοι στα υπνωτήρια. Κάθε μέρα διανύαμε τεράστιες αποστάσεις για να βρούμε τροφή και ύστερα χωρίς καμία καθυστέρηση τη μεταφέραμε πάνω στο σώμα μας. Ήταν για όλους, αν και κανείς δεν νοιαζότανε τελικά αν γυρίσαμε ή μείναμε βορά στην όρεξη των εχθρών μας. Δεν υπήρχε αγάπη. Ήμασταν απλά μια οργανωμένη - παραγωγική κοινωνία. Μια κοινωνία απόλυτα σύγχρονη, που ο κάθε ένας ήταν μόνος του υπό τη σκέπη του  νόμου. Ο νόμος μάς εξασφάλιζε την επιβίωση, την ασφάλεια, την προστασία από διαθέσεις ορισμένων να καταστρέψουν την αποικία. Φυσικά  δεν χρωστούσαμε πουθενά. Ήμασταν κυρίαρχοι σε τούτο τον τόπο και ίσοι με κείνη να μας καθοδηγεί και να φροντίζει κάθε μας ανάγκη.  Όλοι για αυτήν και όλα για εκείνη αν και στους μόνους που έδινε αξία ήταν σε κάτι φτερωτούς που την επισκέπτονταν μια – δυο φορές το χρόνο. Επιδίδονταν μαζί τους στην  αναπαραγωγή.  Εμείς νομίζαμε ότι ήταν άγγελοι, μα της κολάσεως, όπως και κείνη στα σίγουρα. Τι είχαμε πάθει;

Βγήκα από την αποθήκη όλο θυμό. Δεν άντεχα άλλο μια τέτοια ζωή. Διέσχισα τον νότιο διάδρομο και βρέθηκα μπροστά στην φρουρά της εισόδου.  Νόμιζαν πως είχα βάρδια και δεν με σταμάτησαν για έλεγχο. Έτρεξα ελεύθερος στο μονοπάτι του κάμπου. Πρωτάκουστο! Μα δεν μπορούσα να αντισταθώ. Τι μου συμβαίνει; αναρωτήθηκα και σήκωσα το κεφάλι ψηλά. Ο ήλιος. Λούστηκα όλος. Έμεινα εκεί ακίνητος. Αμέτρητοι συνέχιζαν την σκυφτή διαδρομή τους. Ίσως ήμουν αόρατος ή απλά ακολουθούσαν τις εντολές. Έφταναν μπροστά μου και με μια πλάγια κίνηση με προσπερνούσαν χωρίς ούτε μια κίνηση ούτε μια λέξη ούτε ένα συναίσθημα. «Ζωντανός ή νεκρός;». Το «κινδυνεύουμε» μου έσκισε το μυαλό. Σήκωσα τα χέρια μου να σπάσω τις δύο μαύρες κεραίες, που στερεωμένες πάνω στο κεφάλι μας διατηρούσαν την επικοινωνία με τον απόλυτο έλεγχο. Θα το έκανα αν δεν σκοτείνιαζε απότομα ο ουρανός. Πανικός παντού. Έτρεχαν όλοι. Άναρχα και απεγνωσμένα ζητούσαν την σωτηρία. «Από τι, άραγε;». Έμεινα  πάλι ακίνητος. Κοίταξα ξανά για το φως. Τίποτα, ένα σκοτάδι πνιχτό και απαίσιο και μια αίσθηση σαν κάτι αδιόρατο να σε πλακώνει. Ήμουνα μόνος για πρώτη φορά. Μόνος στο μονοπάτι  που έμοιαζε τάφος, που έγινε τάφος μου, αφού μυρμήγκι ήμουνα εντέλει, όταν η σόλα του άγνωστου που με έλιωσε, μου κατάδειξε για πρώτη και τελευταία φορά την ύπαρξή μου.  


εμπεριέχεται στην συλλογή : "Τα Καναπεδάκια της Ανεργίας" , Κριτική , Αθήνα 2016

Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Ή όλοι ή κανείς … Τώρα που άνοιξαν και τα κουρεία ...




- Καλώς τον.
- Θα με κουρέψεις;
- Να φέρω το κράνος;
- Μπα, λίγο τις άκρες.
Τίναξε την πετσέτα. Την άπλωσε σαν αγκαλιά γύρω μου και τυλίχτηκα στην λεβάντα. Πήρε το μπουκάλι που ραντίζουν τα λουλούδια και έριξε στα μαλλιά μου. Αισθάνθηκα δροσιά και πάνω που ήμουν έτοιμος να τα τινάξω, πήρε την τσατσάρα και άρχισε να οργώνει το έδαφος. Τα πήρε από εδώ, τα πήρε από εκεί και μια χωρίστρα καταμεσής του εγκεφάλου μου, δέσποζε στον απέναντι καθρέφτη. Σκέτος ζαχαρωμένος λουκουμάς, ανίσχυρος στα μαγικά χέρια του Θύμιου.
- Λοιπόν, πώς πάμε;
- Άριστα! απάντησα και κόντεψα να το πιστέψω.
- Δεν μας αγγίζει τίποτα…, πρόσθεσε.
- Φυσικά. Άνεργος και απόλυτα απελπισμένος. Τόσο που ο κύκλος αγγίζει τα άκρα. Σωστό μηδενικό και μάλιστα σε κατηφόρα στεφάνης. Ακούς τον ήχο;
- Τι λέει ο ποιητής!…
- Για να έρθω εδώ, έσπασα τον κουμπαρά των παιδιών…
- Τόσο πολύ… Και το σπίτι;
- Χρωστάω κάμποσες δόσεις που σημαίνει είμαι φιλοξενούμενος της τράπεζας. Δεν πάνε να λένε … άριστη φιλοξενία.
- Σε έχουν πρήξει στα τηλέφωνα;
- Να δούνε τι κάνω οι άνθρωποι.
- Ψάχνεις για δουλειά;
- Κοιτάζω σε πρεσβείες και προξενεία.
- Και τα παιδιά;
- Πρώτα θα πάω εγώ και ύστερα γυναίκα και τέκνα.
- Όπου γη και  πατρίς.
- Ναι, αρκεί να υπάρχουν σουβλάκια με γύρο.
- Κάνε τον σταυρό σου, όλα θα πάνε καλά.
Έβαλα τα γέλια, μέχρι που κινδύνεψε να χαλάσει η χωρίστρα. Ο Θύμιος μού έπιασε το κεφάλι και το γύρισε στην σωστή θέση. Ένοιωσα ότι θα με χαστούκιζε για παιδαγωγικούς σκοπούς αλλά επί ματαίω. Αμετανόητος άθεος και μάλιστα σε κρίση. Το ήξερε.
- Κάπου πιστεύεις κι εσύ, μου είπε.
- Στον Ερμή, που ως προστάτης των ταξιδιωτών, θα μου χαρίσει εισιτήριο για την Αυστραλία. Θέλω να δω τα κοάλα.
- Υπέροχα. Τα κοιτούσα στην τηλεόραση. Κάθονται όλη μέρα στον ευκάλυπτο και τρώνε ειρηνικά.  Ούτε σκοτούρες ούτε άγχη. Διδάξου, λοιπόν.
- Θύμιο, αδυνατώ να μαστουριάζω. Πρέπει να πάρω γάλα στα παιδιά και το ψωμί να είναι στο τραπέζι.
- Δεν λέω αυτό. Να έχεις πίστη και να ελπίζεις. Άλλωστε, ο Ερμής ήταν αγγελιοφόρος των Θεών, κήρυκας και ψυχοπομπός.
- Ναι προστάτευε και τους ληστές… Τον είχε στο πέτο ο γείτονας με τις επιδοτήσεις.
Ο Θύμιος έκανε τον σταυρό του. Έριξε ένα «ευλόγησον» και συνέχισε να πασπατεύει το κρανίο μου. Κοίταξα έξω. Μια κυρία έψαχνε στα σκουπίδια. Πανέμορφη και τυχερή. Έβγαλε μια σακούλα. Την άνοιξε και πρόβαλε ένα κουτί από πίτσα. Αποκάλυψη. Είχε ένα ακέραιο κομμάτι με μπέικον. Το ευχαριστήθηκε κοιτώντας με από το τζάμι. Της γέλασα. Μου έγνεψε και έφυγε για τον επόμενο κάδο. Δεν είχα πια οπτική επαφή. Ακούστηκε το τρόλεϊ και ύστερα παύση.
Ο κουρέας μού χάιδευε την κεφαλή και, πάνω που θα έφευγα στον κόσμο του ύπνου, ακούστηκε ψαλμωδία από το ραδιόφωνο.
- Τι βάζεις εκεί;
- Ψαλμωδίες.
- Αμετανόητος είσαι. Βάλε καμιά πενιά…
- Αυτό έκανα. Χαλάρωσε και απόλαυσε! Καταβασίες από μεγάλο μαΐστρο!
Τι να έκανα, υπέστην την ηχητική δοκιμασία. Ομολογώ ότι ταίριαζε με το ψαλίδι και μάλλον αμφότεροι κοιτούσαμε το σύνθημα στον απέναντι τοίχο: «Καλύτερα αντάρτης, παρά μετανάστης».
- Το βλέπεις; τον ρώτησα.
- Ναι, κι έχει απόλυτο δίκιο…
- Τι; Να πάρουμε τα όπλα;
- Πνευματικά. Να γίνουμε επαναστάτες, δηλαδή ν’ αλλάξουμε σύσσωμοι.
- Εσύ και ο Γκάντι…
Ακολούθησε το ταλκ, το τίναγμα της πετσέτας, σκούπισμα της χαμένης μου δύναμης και ένα «με τις υγείες σας».
Ευχαρίστησα, έδωσα ψιλά να βοηθήσω τις συναλλαγές και, προτού φύγω, τον πιλάτεψα:
- Έκλεισες θέση, Θύμιο. Άντε καλό παράδεισο!
- Μην με καταριέσαι, απάντησε αυτός κι έμεινα κάγκελο.
- Σε καταριέμαι;
- Βεβαίως.
- Γιατί;
- Όλοι οι γνωστοί και οι φίλοι οι αγαπητοί, θα πάνε κόλαση. Εκεί θα είναι και η γυναίκα μου και μάλλον ο γιος μου. Είναι λοιπόν απίθανο να επιλέξω παράδεισο. Άσε, που μόνος στα όμορφα, δεν το αντέχω.
Τον κοίταγα άναυδος.
- Και τόσες νηστείες και προσευχές; ψέλλισα με πίκρα.
- Ή όλοι ή κανείς, μου είπε αυτός και κοίταξε τον άγιο Ηλία τον Αρδούνη.
- Έτσι δεν είναι; τον ρώτησε.
Η εικόνα έμεινε ίδια και αμίλητη. Φεύγοντας, έριξα  ένα κοφτό βλέφαρο στο κουτί με την πίτσα.
«Λες να είχε μείνει κανένα κομμάτι;», αναρωτήθηκα. 


πρώτη δημοσίευση : http://www.parathemata.com/2012/10/blog-post_7044.html

Κυριακή, 3 Μαΐου 2020

Κάνε τσιγάρο, έχει δουλειά... Εδώ δεν πεθάναμε από τον ιό , από την ανεργία θα πεθάνουμε;







Με την τελευταία φτυαριά κάτσαμε για τσιγάρο.
«Βλάπτει σοβαρά την υγεία», διάβασε ο Άκης στο περιτύλιγμα.
-Ποιος διαφωνεί;
Μαζέψαμε τα εργαλεία και περιμέναμε. Είχε ένα καυτό ήλιο.
Η θάλασσα λάδι και πάνω μας στάλες ιδρώτα, να κάνουν σεργιάνι στο σώμα μας.
-Σκληρό χώμα.
-Έχει να βρέξει καιρό.
-Την είδες;
-Ήμουν εκεί που τη στόλιζαν. Νυφούλα.
-Εσύ δεν θα παντρευτείς;
-Δεν βαριέσαι, τυχερά είναι αυτά.
Πήγαμε μέχρι τη μάντρα. Σκουπίδια, μπουκαλάκια, στρώματα. παπούτσια, μια ρόδα, ένα πεταμένο καρότσι. Μια γάτα πήρε κατόπι ένα ποντίκι. Ο σκύλος του γείτονα κόπηκε.
-Θεριό.
-Και φύλακας. Όποιος περάσει τη μάντρα, τον έκοψε.
Γυρίσαμε πίσω. Έπιασα το χώμα και το έτριψα στην παλάμη μου. Πλούσιο.
-Εδώ φυτρώνουν τα πάντα.
Ο Άκης χαμογέλασε και πέταξε πέτρα μακριά.
-Την είδες;
-Δεν πρόλαβα. Έφυγε γρήγορα.
Το φως τα’ ουρανού χόρευε, με το μπλε της αρμύρας. Καθρέπτης. Έβαλα μαύρο γυαλί. Ένα ψαροκάικο άφηνε ήχο κι εμείς ταξιδεύαμε προς το λιμάνι. Ένα κοράκι πέταξε πάνω απ’ τον κάμπο. Ακολουθούσε την σπορά. Κάθε τόσο καθόταν και σκάλιζε. Ένα σκουλήκι τρυπούσε το λόφο. Πάτησα δίπλα του. Το αποτύπωμα έμεινε ακέραιο. 42. Ο Άκης έφτυσε κάτω. Μια λίμνη σε οροπέδιο. Ένα φύλλο ελιάς σαν βάρκα ταρακουνήθηκε. Ακούστηκαν βήματα.
-Έρχονται.
-Τους είδες;
-Σκιές, στο βάθος του δρόμου.
Τραβηχτήκαμε πίσω από το σκάμμα. Κανείς δεν μιλούσε. Ο κύκλος έκλεισε. Ακούστηκε το ξύλο ν’ ακουμπάει τη γη, μετά έφυγαν όλοι. Μείναμε πάλι μονάχοι. Η πρώτη φτυαριά, βροχή στο σανίδι. Ύστερα πάλι σιωπή. Μια πεταλούδα φτερούγισε.
-Την είδες;
-Όμορφη.
Πατήσαμε λίγο το χώμα στην άκρη. Βάλαμε τα πανωφόρια μας.
Βγήκε και σήμερα το μεροκάματο.
-Κάνε τσιγάρο, έχει δουλειά.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2020

Δια των αισθήσεων




Ανέβηκα στο χωριό αμέσως μετά τη Λαμπρή. Είχα  καιρό να έρθω και όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Αναστάσιμα. Έμεινα στο πατρικό, αν και οι συνθήκες πια δεν ευνοούσαν μια αξιοπρεπή διαβίωση. Η σκεπή είχε αρχίσει να υποχωρεί και αυτό με στεναχώρησε ιδιαίτερα. Τα πέτρινα σπίτια έτσι γκρεμίζονται. Δεν έχουν θέμα στα ντουβάρια, αλλά στην οροφή. Αν αυτή υποχωρήσει, μετά από λίγο αρχίζει μια διαρκής κατάρρευση. Σιγά σιγά γλύφει η βροχή τους τοίχους και οι πέτρες αποσπώνται από την συμπαγή μάζα της δημιουργίας. Κατρακυλούν κάτω και ο σορός, αν δεν βρεθεί κατάλληλο χέρι και φροντίδα, γίνεται όλο και μεγαλύτερος. Στο μέλλον θα είμαι άστεγος. Όχι ότι αυτό με ενοχλεί. Ουσιαστικά άστεγοι είμαστε όλοι μέχρι να καταλήξουμε και προσωπικά έχω μετακομίσει εδώ και καιρό στον χώρο των επιλογών μου. Εκεί υπάρχω και διαβιώ. Αν είναι καλύτερα ή χειρότερα, δεν ξέρω πια. Ο νόστος, όμως, υπάρχει. Θεωρώ μεγάλη ανάγκη αυτό το ανέβασμα κάθε που ακούγεται το «Χριστός Ανέστη». Σε σημείο που η μετάβαση γίνεται ως εκ θαύματος, χωρίς προετοιμασίες και φυσικά δίχως αποσκευές και περαιτέρω υλικά βάρη. Πάντα παρών στο τραπέζι με τα κόκκινα αυγά και τα λαχταριστά καλούδια, κάτω από την κρεβατίνα με το αμπέλι, αν μάλιστα το Πάσχα είναι αργά, να σκιάζει με τα τρυφερά του φύλλα τον ήλιο. Το  γλέντι στην αυλή ξεκινάει από πρωίας και κρατά όσο το κρασί ρέει από το μεγάλο βαρέλι του πατέρα μου. Αγιωργίτικο με ροδίτη, σε χρώμα ροζέ βαθύ και γεύση ντόπια, ανόθευτη και μυριστική. Βγάζει γέλια και χαρές, που κάνουν τον γέρο παλικάρι και την παρέα να χορεύει σε ήχους ελληνικούς. Έχουν αυτοί οι χοροί μια μαγεία. Ουσιαστικά είναι ο κύκλος της δύναμης, που δεν απαιτεί δεξιότητες και φιοριτούρες. Ο ένας κρατά τα χέρια του άλλου και η κίνηση βγάζει ενότητα μετασχηματίζοντας το εμείς σε ένα και το ένα σε πολλά  πρόσωπα.
Εκεί που διαμένω δεν έχει χορούς και κρατήματα. Όλοι μόνοι. Άτομα που δεν απαντώνται. Σκυφτοί και σκεφτικοί, σαν να πρόκειται να αλλάξει και τίποτα έτσι. To να κοιτάς ευωδιαστό χαμομήλι με την ιδέα πως πρόκειται για ποώδες φυτό που τα άνθη του κατανέμονται σε ταξιανθίες, μονοετές και φαρμακευτικό, σε κάνει να χάσεις τα αρώματα και να αγνοήσεις το γεγονός ότι ανήκει στην οικογένεια των αστεροειδών. Έτσι  δεν γυρίζεις να το ανταμώσεις στον ουρανό σου. Όταν δεν κοιτάς πάνω, δεν παρατηρείς τις ρωγμές.  Συνεπώς κάποτε χάνεται το ταβάνι και ακολουθεί η κατάρρευση. Αυτό μου συνέβη. Μετατράπηκα από πηγή σε πληγή που έρεε και τόσα δάκρυα, αντί να ποτίσουν ανθούς, χάθηκαν στο ρέμα που έτρεχε με ορμή να χυθεί στην θάλασσα. Στο αλάτι δεν επιβιώνουν αισθήματα. Χωρίς τις αισθήσεις όλα έγιναν ασπρόμαυρα και έτσι    δεν πρόλαβα να απολαύσω τα χρώματα. Μα να ήταν μόνο σε μένα;
Πού πήγαν όλοι; Ή έχουν αργήσει ή κάτι συνέβη. Το μαρτυρά η κατάσταση του σπιτιού. Ακόμη και την πόρτα βρήκα μισάνοιχτη. Το ξύλο της μέσα στο σαράκι πια. Στην πέτρα, δίπλα στον τοίχο της, δεν υπάρχει το ποτήρι του πατέρα και το πηγάδι σκεπάστηκε από βάτα. Οι μουριές αγρίεψαν και η μεγάλη καρυδιά έχει πια μαραθεί. Έμεινε κούτσουρο με πρασινάδα έναν κισσό, που σε ξεγελά δήθεν για δένδρο. Εγκατάλειψη. Σπρώχνω την θύρα και μπαίνω. Το σιδερένιο κρεβάτι που γεννήθηκα και μια εικόνα, «Η εις Άδου Κάθοδος»,  στον τοίχο. Το  μόνο που δεν σάπισε στο χρόνο. Ένα μολυντήρι ξεπροβάλλει πίσω της. Κοιταζόμαστε  σαν παλιοί γνώριμοι. Το μπαούλο ανοιχτό στη γωνία  και μέσα του ένα ποντίκι βοσκάει αμέριμνο. Δεν γίνεται, μονολογώ. Ένα επίθετο με τόσα πρόσωπα, απλά ιστορία; Πού χάθηκαν τόσες μπαλωθιές για τα αγόρια και οι ελπίδες για το όνομα το αθάνατο;
Πηγαίνω στο αμπέλι. Αφρόντιστα δυο τρία κλήματα  και αυτά άγρια πια. Μόνο η ελιά στέκει ακόμη στο περιβόλι. Την είχε φυτέψει η μάννα. Για δες την, τεράστια . Κάθομαι στον ίσκιο της μόνος. Ένα φίδι εμφανίζεται κοντά μου. Σούρνεται με θόρυβο και με απειλεί. Έχω παγώσει. Όλη η ζωή μου τρέχει στο νου. Δειλινό και δακρύζω. Στο βάθος μια βερικοκιά  ανθίζει. Τη δείχνω στο ερπετό και σκάει από το κακό του.

Πάλι καμπάνες. Εσπερινός της Αναλήψεως. Πρέπει να φύγω. Από τότε που μετοίκησα, ποτέ δεν πρόλαβα να δω τα άλογα να κολυμπάνε ανήμερα της γιορτής. Τα κατεβάζουν οι καβαλάρηδες στο γιαλό. Σαν ήμουν παιδί, κάναμε το πρώτο μας μπάνιο. Η μάννα έπαιρνε νερό από τη θάλασσα και ράντιζε το σπίτι. Από σαράντα κύματα, έλεγε και ο πατέρας χάριζε το γάλα σε φίλους και γνωστούς.  Στο σούρουπο κατεβαίνω τον δρόμο. Περνώ από τον Αϊ - Γιώργη. Ένα κάτασπρο άλογο, στολισμένο με σέλα ασημένια και γκέμια χρυσά, με κοιτά.
-Υπάρχει Θεός; με ρωτά ο αναβάτης του.
Το ίδιο κάθε φορά. Ίδια επιστροφή, με γνώριμες συναντήσεις και ίδια ερωτήματα. Περιμένει απάντηση κοιτώντας με να ξεμακραίνω και πάντα σκεφτικός να καταλήγω   πως δεν υπάρχει απόλυτο δόγμα και ορθή λογική στη πίστη μου. Καμιά  βεβαιότητα. Υπάρχουν μόνο εντυπώσεις από αυτά που συνάντησα στο θαύμα του κύκλου, ξανά και ξανά. Υπάρχει μόνο μια παραμυθία που χωρίς αυτήν δεν μπορώ να υπάρχω και μια λογική ομορφιά που δεσπόζει αγκαλιάζοντάς με… Και τούτο μου αρκεί.
-Δια των αισθήσεων , φωνάζω και τρέχω.
Αλλοίμονο, άργησα πάλι. Πετώ σε τοπίο γνώριμο. Κάθοδος, ασπάλαθοι παντού και σιωπή. Στο τέρμα με περιμένει ο συγκάτοικός μου μες στο σκοτάδι .
-Πώς ήταν;
-Άνοιξη, απαντώ με σκληρότητα.
Τον βλέπω να κλαίει. Επικράνθη ο Άδης…


πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Σύναξη (τεύχος 151 / Φθινόπωρο 2019, σ. 83):  https://armosbooks.gr/shop/praktorefseis/synaxi/synaxi-151/

Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

Καφές σκέτος




Έβγαλε το μπρίκι του καφέ από την φωτιά, τον σέρβιρε τελετουργικά στο φλιτζάνι και κάθισε στo μπαλκόνι  να απολαύσει το ρόφημα.

Κάθε μεσημέρι, μετά το γεύμα,  ακολουθούσε με στρατιωτική ακρίβεια η τελετή του καφέ. Τον χειμώνα δίπλα στο τζάκι και όταν έφτιαχνε ο καιρός στο μπροστινό μπαλκόνι. Από εκεί κοιτούσε τον κεντρικό δρόμο. Έτσι έλεγχε αδιάκριτα τα νέα που περιδιάβαιναν αναγκαστικά μπροστά από το σπίτι του.
 Εκείνη τη μέρα τον περίμενε μια έκπληξη. Κόσμος πολύς, σε στοίχιση διαδήλωσης, σαν να βάλθηκε όλο το χωριό να παρελάσει μπροστά από το ραχάτι του Σωτήρη. Τα έχασε και, έντονα κοινωνικός καθώς ήταν πάντοτε, κατέβηκε να ανταμώσει το πλήθος. Ήταν πρώτη του Μάη και όσο κι αν βρισκόμασταν στο νέο μεσαίωνα της παγκοσμιοποίησης, ο Σωτήρης, παλιός αριστερός, υπέθεσε σε ανάσταση του ταξικού φρονήματος. Άλλωστε ήταν ακόμη σαρακοστή και τα γεγονότα έχουν μια ιδιαίτερη μεταφυσική τάση, ίσως λόγω των ημερών. Σε αυτό τον διαβεβαίωσε και ο Παναγιώτης, παλιός σύντροφος στον Ρήγα και νυν ζηλωτής χριστιανός. Όχι ότι ο Σωτήρης δεν πίστευε. Με το δικό του όμως τρόπο. Πράγμα που ανησυχούσε το φίλο του, στον βαθμό που κάθε απόγευμα στο καφενείο του έλεγε με τόνο πατρικό:
-Η σωτηρία της ψυχής περνάει και μέσα από την πόρτα της εκκλησίας.
 Είχε να τον δει μέρες. Ανέβηκε στην Αθήνα για δουλειές και έτσι ο Σωτήρης εκτός των πατρικών παραινέσεων έχασε και τη μοναδική του πύλη στα νέα της περιφέρειας. Το μυστήριο ήταν ότι πάλι δεν τον έβλεπε, ενώ περίμενε να τον ανταμώσει πρώτο και αγωνιστικό κάτω από το πλατύσκαλο του σπιτιού του.
-Α, ρε Παναγιώτη, σε έφαγαν οι μακριοί σταυροί και η συντήρηση, σκέφτηκε και έκανε να ανακατευτεί στον κόσμο.          
-Γεια σου, συναγωνιστή Σωτήρη, άκουσε μια γνώριμη φωνή.
Γύρισε κατά το γυμνάσιο και είδε έναν κουστουμάτο τύπο, γύρω στα σαράντα, που του γελούσε όλο χαρά.
-Ο Γιάννης είμαι, ρε.
Ο Γιάννης ο αποστάτης που πήγε στο κυβερνητικό κόμμα και έγινε γενικός δερβέναγας στο υπουργείο. Ήταν όμως αργά για να κάνει ότι δεν τον είδε. Είχε χρόνια να του μιλήσει, αφού τα καλοκαίρια που ερχότανε στο χωριό για λίγες μέρες μόνο, ο Σωτήρης απέφευγε συστηματικά να τον απαντήσει. Ήταν όμως αναπόφευκτο.
-Τι κάνεις, ρε Γιαννάκη, πώς πάει η επανάσταση της τρίτης  του Σεπτέμβρη;
 -Πάντα είρωνας και ρομαντικός, Σωτηράκη. Ας είναι.
Διόρθωσε το ρόλεξ του και αποσπάστηκε στον χαιρετισμό κάποιου παρατρεχάμενού του. Ο Σωτήρης βρήκε την ευκαιρία να φύγει μπροστά. Περπατούσε με το κεφάλι σκυμμένο όχι από κατσουφιά αλλά από θαυμασμό στα υπέροχα πόδια της μπροστινής του. Εργένης  όντας, ποτέ δεν άφηνε τον πειρασμό να φύγει άπραγος. Ήταν η Στέλλα. Πόσα χρόνια! Φιλήθηκαν. Μεγάλη κοπέλα πια, παντρεμένη με δύο παιδιά, υπάλληλος της ΔΕΗ, μόνιμος κάτοικος της πρωτεύουσας.
-Τι κάνεις μουσουδίτσα, πώς είναι η έντονη ζωή; της είπε πειραχτικά.
- Ποια ζωή, ρε Σωτήρη, δουλειά - σπίτι και το Θόδωρο τον βλέπω μόνο τα πρωινά, λίγο προτού φύγουμε για την δουλειά. Άστα, θυμάσαι τα κλάμπινγκ, τα μπανάκια στην παραλία του Ρωμανού, τα ατελείωτα φραπεδάκια στην πλατεία; Πάνε αυτά. Τώρα τρέχουμε και ελπίζουμε στην σύνταξη, αν καταφέρουμε να την πάρουμε και αυτή.
-Τι λες, μουσουδίτσα. Έχεις δύο παιδιά, έφυγες από το χωριό χωρίς μέλλον και αποκαταστάθηκες, έχεις την αξιοπρέπειά σου, έναν καλό άντρα. Γιατί τέτοια στενοχώρια;
-Πες τα, ρε Σωτήρη, έκανε ο Θόδωρος όλο χαρά.
-Γεια σου ρε στρατηλάτη, αναφώνησε ο Σωτήρης. Αλλά και πρωτομαγιά μεταμοντέρνα χωρίς ούτε ένα πανό ούτε ένα σύνθημα τι είναι και αυτό ;
-Οι καιροί, γίγαντα, πάνε αυτά, τώρα την πρωτομαγιά μόνο για στεφάνι πάνε οι εργάτες.
-Τι λέτε εκεί;
Ο Τάκης. Αγρότης από τα γεννοφάσκια του. Αν και λεφτάς πια λόγω καρπουζιών αμετανόητος κουκουές.
-Κου-κου-έ αλ-λα-γή δεύτερη κατανομή. Ο Κωστάκης ο έμπορας, με τόνο ρυθμικό, χαιρέτησε την παρέα.
-Άσε ρε καπιτάλα, του αντιφώνησε ο Τάκης.
-Κάτσε και θα δείτε, έρχεται ο συνονόματος στην εξουσία.
Ε, λίγο έλειψε να τον χαιρετήσουν θερμά οι υπόλοιποι. Έτσι ο Κώστας έτρεξε να προλάβει τη γυναίκα του, που αλλοδαπή ούσα δεν πολυκαταλάβαινε από ελληνικό χιούμορ. Η πομπή πέρασε το γήπεδο. Στην άκρη του δρόμου η κυρία Γεωργία η ανθοπώλης έλαμπε από ευτυχία.
-Ξεπούλησε σήμερα, ψιθύρισε η Μαρίκα  στο αυτί του Σωτήρη συνωμοτικά.
-Φραγκοφονιάδες, Μαρίκα μου, της αντείπε και τη ρώτησε για τον άντρα της, που ήταν μήνες άρρωστος στο νοσοκομείο.
-Χάλια, Σωτήρη, από το κακό στο χειρότερο. Οι γιατροί τού είπαν να κανονίσει τα κληρονομικά του. Δάκρυσε.
Της χάιδεψε τα μαλλιά και της είπε υπομονή. Δεν ήξερε τι άλλο να πει, ώσπου σαν από μηχανής θεός ο Ανάργυρος τον τράβηξε ιδιαιτέρως.
-Τι έγινε με το λάδι, ρε Σωτηράκη;
-Στο έστειλα, Ανάργυρε, εχτές με των έντεκα. Αν ήξερα ότι θα σε έβλεπα σήμερα θα στο έδινα επιτόπου. Η Νίτσα καλά; Τα παιδιά; Ο θείος;
-Όλοι καλά. Εγώ δεν πάω καλά με την δουλειά.
-Γιατί;
-Μας έχουν απλήρωτους έξι μήνες από το πρόγραμμα. Δημόσιο σου λένε μετά. Δεν καθόμουνα στο χωριό με τα φροντιστήρια. Ήθελα επιστημονικές έρευνες και δημοσιότητα. Ας είναι καλά η γυναίκα με το μισθό της. Έτσι ζούμε.
-Κάνε υπομονή, ρε ανιψιέ. Κάτι θα γίνει, θα δικαιωθείς κάποια μέρα. Θα δεις.
-Όπως οι μεγάλοι ποιητές, Ανάργυρε, μετά θάνατον, είπε με συμπάθεια ο Αντρέας.
Σαρανταδύο χρονών, αναπληρωτής καθηγητής στη μέση εκπαίδευση. Και με το πόδι κουτσό μετά το ξύλο που έφαγε από τους αστυνομικούς στις διαδηλώσεις, όταν δίνανε τις εξετάσεις της ντροπής επί Αρσένη. Τον παράτησε και η Ελενίτσα, κουράστηκε η κοπέλα από την μιζέρια και παντρεύτηκε το Νίκο τον κρεοπώλη. Κανένα κοινό, αλλά δεν βαριέσαι, πολλά λεφτά και η εν λόγω ήθελε πια λεπτά αισθήματα.
Η πομπή πέρασε και τα τελευταία σπίτια του χωριού.
-Βρε, που πάμε; αναρωτήθηκε ο Σωτήρης.
-Ο Μάιος μας έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ…. μια παρέα από πιτσιρίκια έδωσαν με αφέλεια την απάντηση.
Ο Λάμπης ίσα που δεν τα χαστούκισε.
-Άσε, ρε Λάμπη, τα παιδιά.
-Δεν σέβονται τίποτα, Σωτήρη.
-Παιδιά είναι, Λάμπη μου, παιδιά. Θυμάσαι τι κάναμε εμείς; Τότε με την Ακριβή και την αδελφή σου τη Μάρθα, που πετούσαμε πέτρες στις κοπέλες από την Αθήνα στο κτήμα του μπάρμπα Μήτσου; Πώς δεν τις σκοτώσαμε τις άμοιρες.
-Δίκιο έχεις Σωτήρη. Αλήθεια, χαιρετίσματα από την Αννούλα. Δεν μπόρεσε να κατέβει. Έχει μπλέξει με την εταιρεία που δουλεύει, ούτε οκτάωρο, ούτε αργία, ούτε άδεια. Εκσυγχρονισμός βλέπεις, προοδεύσαμε.
Ο Σωτήρης γέλασε και κοντοστάθηκε. Δεν είχε κουραστεί αλλά είχε θυμηθεί την Ακριβή. Ο μεγάλος έρωτας. Έφυγε όμως νωρίς από το χωριό. Πήγε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές και έμεινε εκεί. Σπάνια ερχόταν και από επικοινωνία σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Μάθαινε βέβαια που και που νέα της από τον Λάμπη. Είχε πάψει όμως να τον ρωτάει γιατί, όποτε το έκανε, μετά ήταν μια μέρα άρρωστος από τη νοσταλγία. Αλήθεια πού να είναι τώρα; Αναρωτήθηκε. Κοίταξε μπροστά τον κόσμο. Είχαν στρίψει στο χωματόδρομο που πήγαινε προς το κοιμητήριο. Πάνε να καταθέσουν στεφάνι στο μνήμα του γνωστού αγωνιστή, είπε και κίνησε για να τους προλάβει. Έκανε το σταυρό του. Έμπαινε στον τόπο της μνήμης και των νεκρών. Εκεί ήταν η μάνα και ο πατέρας του. Εκεί μια μέρα θα ξαπόσταινε και αυτός. Ο κόσμος ήταν μπροστά . Ήταν πολύς, γι’ αυτό και κάθισε στη σκιά του μεγάλου πεύκου, δίπλα στο παρεκκλήσιο. Η καμπάνα κτύπαγε πένθιμα. Ανατρίχιασε. Μα γιατί; Ο ιερέας διάβασε τη δέηση για την σωτηρία της ψυχής της δούλης του Θεού Ακριβής. Ο Σωτήρης έγειρε στον κορμό του δένδρου. Η καρδιά του χτύπαγε γοργά και τα μάτια του βούρκωσαν.
Στο καφενείο όλο το χωριό ήπιε τον πιο πικρό καφέ. Ήταν εκεί και ο Παναγιώτης. Κοιτάχτηκε με τον Σωτήρη.
-Σκέτος καφές, σύντροφε.
Ο Σωτήρης απόσωσε και σηκώθηκε να φύγει. Κοίταξε τον Παναγιώτη και γνέφοντας του ευχήθηκε.
-Καλή ανάσταση να έχουμε, αδελφέ μου.
Εκείνο το βράδυ, μεγάλη Τρίτη, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια στεκόταν δίπλα στον Παναγιώτη στην ακολουθία του Νυμφίου, με τη γεύση του απογευματινού καφέ καρφωμένη ακόμη στον ουρανίσκο του.                   
 


Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Μαθήματα κηπουρικής και άλλα διηγήματα» από τις εκδόσεις Σοκόλη, το 2007, με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο  «Φώτης Αδάμης»



Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020

Στα Ταμπούρια


   

Πάνω που μάδαγα την μαργαρίτα και δεν μου έβγαινε, άρχισα ν’ απελπίζομαι. Σηκώθηκα, πήρα την κατηφόρα και έφτασα πρώτος στην πλατεία. Αμέσως μετά με ακολούθησε ο ίσκιος μου. Φλαπ! κολλήσαμε πριν το περίπτερο και αποφασίσαμε να σταθούμε μπροστά στις φυλλάδες.

Μνημόνιο ή καταγγελία; Δεν υπήρχε λουλούδι για δείγμα και έτσι το τσίπουρο ήταν βάλσαμο. Μετά το τρίτο άρχισαν οι έντονες συζητήσεις και στο πέμπτο έγιναν ακόμη πιο προσωπικές. Αγαπηθήκαμε. Ο Ευρωπαίος με τον Έλληνα και ο δεξιός με τον αριστερό ψάλτη. Κάτι τα κεφτεδάκια, κάτι η σαρδέλα η παστή, όλα καλά και ύστερα από την επικοινωνία, βρέθηκα σπίτι μεσημέρι και με καυτό ήλιο στο πρόσωπο. Χάθηκα λοιπόν για κάμποσο και εκεί που άκουγα νερά να κελαρύζουν και κότσυφες να λαλούν, είδα τον καπετάνιο αρματωμένο και πίσω του ασκέρι ολόκληρο.

- Πού πάτε, παλικάρια;

- Πάμε για να πατήσουμε την Τριπολιτσά, μου είπαν με μία φωνή.

Δεν ήταν μακριά. Φόρεσα σαγιονάρες, πήρα και μια αξίνα στον ώμο και κίνησα. Πηγαίναμε λοιπόν δρόμο πολύ και κάποτε κάτσαμε σε ένα κορφοβούνι. Τι θέα! Κάμποι και βουνά και στο βάθος το μπλε της θάλασσας!

- Έχει κύμα, μου είπε ο διπλανός μου. Κοίτα τα προβατάκια στο πέλαγο. Έρχονται από την Δύση.

Τα είδα και έγνεψα με κατάφαση. Σκέφτηκα τους ναυτικούς και τις βαρκούλες, μα προτού αρχίσω να πέφτω στη διάθεση, άκουσα την προσταγή και συνέχισα πορευόμενος ανατολικά. Λίγο πριν φτάσουμε στην πόλη, μας μοίρασαν  σάντουιτς και αναψυκτικά. Φάγαμε στο πόδι και τούτο μου δημιούργησε πονόκοιλο. Με μια  δύο στροφές, όμως, επέρασε. Στην τρίτη ησύχασα και έτσι  ολοκληρώθηκε ο καλαματιανός που έσυραν οι συμπολεμιστές μου.

Στην συνέχεια, με απόλυτη ησυχία και περίσκεψη, οδηγηθήκαμε στα ταμπούρια. Έπεσε νύχτα. Ανάψαμε φωτιές και άρχισαν τα τραγούδια και τα ψησίματα. Πείναγα. Τα κρεατοσφαιρίδια και η σαρδέλα του μεσημεριού δεν είχαν αποτέλεσμα. Κοίταγα το αρνί στη σούβλα και από τη σιελόρροια άρχισα να ψάχνω για μπροστέλα. Άκαρπο. Πουθενά. Να σηκωθώ να ανοίξω το ντουλάπι, αυτό κι αν ήταν καταστροφή. Θα μ’ έβλεπαν οι οχτροί κι επιπλέον θα ξαναγύριζα με την επιστροφή μου στο συγκεκριμένο επεισόδιο; Αψήφησα το βρέξιμο και συνέχισα να είμαι μάχιμος.  Πήρα ένα μπούτι και άρχισα να μασουλάω λαίμαργα. Έφαγα, έφαγα μέχρι σκασμού και ύστερα κάθισα να χωνέψω. Ο καπετάνιος, από παρέα σε παρέα και από σούβλα σε σούβλα, έδειχνε οικοδεσπότης στο γλέντι και χαρούμενος. Μόλις ζύγωσε κοντά μου, πήρα το θάρρος και τον ρώτησα:

- Τι βλέπεις, Θοδωράκη;

Με μάτια να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι και κείνη την περικεφαλαία που θύμιζε αρχαίο, μου έριξε ματιά και μου έδωσε γουλιά από το μπρίκι του. Θεσπέσιο, μα λίγο ξινό. Δεν πήρα πάνω από γουλιά γιατί φοβήθηκα την αναρρόφηση.

- Πιες σαν να είναι τελευταία φορά , μου είπε.

- Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, του απάντησα και κείνος γέλασε.

- Θα σε δω το πρωί, λάλησε και άφησε την αύρα πίσω του.

Αυτή μου χάιδεψε το πρόσωπο και σκέφτηκα πως έπρεπε να κλείσω το τζάμι. Πού να σηκώνομαι όμως; Καλοκαιράκι πια, δικαιολογείται. Γύρισα πλευρό και τότε βρέθηκα με τον Νικηταρά κατάφατσα. Κράταγε ένα τσιμπούκι τεράστιο και κοίταγε πέρα μακριά τα φώτα.

- Θα νικήσουμε αύριο κι εκείνη η πόλη θα γίνει δική μας, του είπα με στόμφο.

- Ναι, και ύστερα θα πάμε για σουβλάκια στους Μύλους, μου τόνισε.

Άρχισε να έχει κατεβατό. Κουλουριάστηκα και προσπάθησα ν’ αποφύγω το κρύο. Στην απελπισία εμφανίστηκε η γυναίκα μου. Είχε έρθει με κάμποσες άλλες με μουλάρια φορτωμένα με μπαντανίες. Μου έριξε μια και ένοιωσα καλύτερα.

- Φύγε, της είπα με τρόπο. Εδώ θα γίνει πόλεμος. Πάρε και τα παιδιά μαζί σου.

Μου έδειξε ένα ομαδικό διαβατήριο και ένα μασούρι με δολάρια.

- Θα πάμε στη θεία στην Αυστραλία μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Ησύχασα. Θα έχουνε μέλλον. Με το που έφυγε, έπεσα σε σκέψεις. Όλα γύρω από τον θάνατο. Λίγο προτού χαράξει, είχα τη λύση. Ανέβηκα πάνω στον βράχο και φώναξα:

- Με ακούτε, ρε ξένοι;

- Σε ακούμε, μου απάντησαν από απέναντι. Τι αποφάσισες, ρε; Θα έρθεις σαν φίλος στα κάτεργα;

Τα έχασα. Τέτοια ανταπόκριση άμεση;

- Τι κράζεις, μωρέ; μου λέει ο καπετάνιος. Κι εκεί να πας κι εδώ να κάτσεις, ο χάρος στην έχει φυλαγμένη…

Το ‘ξερα. Δεν την γλυτώνω. Τι το ‘θελα τόσο πιοτό και τόσο φαί; Αφού δεν το σηκώνει η φύση μου. Βόγκηξα. Έκανα ένα βήμα μπρος και δύο πίσω. Έπεσα πάνω στον ίσκιο μου και κείνος εφώναξε:

- Διάλεξε ρε, τις αλυσίδες στα πόδια ή το σπαθί στο χέρι;

Το σήκωσα και ανέμισα ελεύθερος ελπίδες. Χυθήκαν αυτές και έγιναν άνεμος. Η πόλη επάρθη και εγώ σηκώθηκα με το τσαπί στο χέρι. Δεν είχα άλλα περιθώρια. Έπρεπε να φυτέψω, για να έχουμε να φάμε. Ο ιδρώτας μου πήρε άρωμα από την γη κι εκείνη μου υποσχέθηκε να βλαστήσει.    



 Δημοσιεύτηκε σε ηλεκτρονικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τον τίτλο: « Τι βλέπεις Θοδωράκη», εδώ με αρκετές αλλαγές.

Μαύρο κουστούμι

  Ήμουν από τους πρώτους που ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα. Δεν ξέρω τι απέγινε η φωτογραφία με τον πρόεδρο. Την είχα σε περίοπτη θέση, τουλ...