Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Ο Γρηγόρης ο Ταχής


Δημήτρης Γ. Μαγριπλής *




Εκείνο το πρωινό, κατά γενική ομολογία, όλα ήταν λαμπρά και ανοιξιάτικα. Πλούσιος καιρός, όπως έλεγε ο κυρ Μήτσος, ο γείτονας του Γρηγόρη. Η θάλασσα  φαινόταν από ψηλά  ντυμένη στα πιο βαθιά μπλε χρώματά της. Ο  ήλιος έπαιζε με τις σταγόνες της  πρωινής δροσιάς λίγο προτού φύγουν στο ταξίδι  του αποχωρισμού τους από την απτή πραγματικότητα. Σε αυτό το παιχνίδι, ιδιαίτερα αυτή την εποχή, πάντοτε κερδισμένο βγαίνει το φως. Έτσι, όσο κι αν προσπαθούν να μεταμορφωθούν σε χρώματα οι δροσιές, εκτός από μια στιγμιαία μεταλλαγή τους σε ουράνιο τόξο δεν καταφέρνουν τίποτα παραπάνω. Με το που παίρνει λίγο ο χρόνος η ζέστη καταφέρνει να αναιρέσει τις ισορροπίες και το μασκάρεμα καταλήγει σε άτακτη υποχώρηση. Ως εκ τούτου επιστρέφει κανείς σύντομα στον πρωινό του καφέ. Οι εικόνες δίνουν την θέση τους στις σκέψεις και αυτές με την σειρά τους άλλοτε μας τυραννούν και άλλοτε μας ξεκουράζουν, φτιάχνοντας πάντα μια ξύλινη πανοπλία στα δικά μας μέτρα,  με την οποία θα πορευθεί η διάθεσή μας το υπόλοιπο της ημέρας. Εκτός κι αν τούτη η πολυτέλεια διασαλευτεί από γεγονότα αντικειμενικά που απαιτούν απλούστατα προσαρμογή.
Με αυτά και άλλα πλεούμενα στην καλοσύνη της θάλασσας, του μυαλού και των ματιών μας γλιστρούσε η ώρα και ο καφές, ξυπνώντας τους τόπους εντός και γύρω μας. Καλημερίσαμε λοιπόν την ανάγκη μας για επικοινωνία και αφεθήκαμε στην ιστορία του κυρ Μήτσου, που σαν παλιός ήξερε περισσότερο να δουλεύει την φαντασία του από το να χειρίζεται με την δική μας μαεστρία το τηλεκοντρόλ του. Και βέβαια κανείς δε νοιαζόταν κατά πόσον τα εξιστορούμενα ήταν αληθή ή όχι. Ο αφηγητής έφερε τον έπαινο της ομήγυρης, διότι ο νους του επικοινωνούσε κατευθείαν με την καρδιά του, γεγονός σπάνιο και ταλέντο αξεπέραστο αφού οδηγούσε σε διδακτικές μυθοπλασίες ή αφηγήσεις που, όσο κι αν αποκάλυπταν, πάντοτε σέβονταν τους διαπλεκόμενους, ώστε ποτέ κανείς δεν τα χαρακτήρισε χυδαία κουτσομπολιά.
 Το θέμα της ημέρας ήταν ο Γρηγόρης ο Ταχής. Της γνωστής για τα επαρχιακά μας δεδομένα οικογενείας των Ταχήδων. Πλούσιας καταγωγής, με αστικές συνήθειες και προτεσταντική ηθική. Ορθόδοξοι ήταν οι άνθρωποι αλλά, όπως έλεγε και ο καφενόβιος βιογράφος τους, πιο πολύ πίστευαν στον χρυσό παρά στον Χριστό. Όλοι έμποροι. Άλλος με τον καφέ, άλλος με τα ρούχα και ο Γρηγόρης με τα λάδια και τις ελιές. Το επάγγελμα το κληρονόμησε από τον πατέρα του, έναν καθώς πρέπει γέροντα που έζησε χρόνια ολόκληρα πάνω από μία ταμειακή μηχανή, αναγνωρίζοντας ως νέα μόνο αυτά που του ψιθύριζαν οι αριθμοί κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους. Οι Ταχήδες λοιπόν δεν κατάλαβαν κατοχή, εμφύλιο, δικτατορία, μεταπολίτευση. Πολλοί υποστήριζαν ότι δεν αντιλήφθηκαν ποτέ Χριστούγεννα, Πάσχα, ονομαστικές εορτές. Οι άγιοι και οι γιορτές τους ήταν ευκαιρίες για περισσότερα ή λιγότερα κέρδη. Μόνο από  αυτούς άκουγες εκφράσεις όπως ο άγιος Νικόλαος φέτος ήτανε φτωχός ή πλούσιος ο Αϊ Γιώργης. Υπονοώντας πάντοτε με αυτόν τον οικογενειακό τρόπο τα έσοδα και τα έξοδα, τη μόνη διαφορά στο χρόνο που - όπως για κάθε συνεπή έμπορο - σήμαινε χρήμα και πλουτισμό. Είχαν το καλύτερο σπίτι στην μικρή μας πόλη. Πέτρινο, διώροφο, με κήπο και αυλή. Εκεί μεγάλωσε ο Γρηγόρης. Όνομα και πράγμα. Αν και ποτέ δεν ασχολήθηκε  με τον αθλητισμό ήταν ο γρηγορότερος άνθρωπος στην πόλη μας. Αν μάλιστα στο επίθετό του υπήρχε το ύψιλον  αντί του ήτα, τότε όλοι θα υποθέταμε ότι τούτο το παιδί αποτελούσε μεταφυσική ενσάρκωση ενός εμπορικού δαιμονίου. Άλλωστε περισσότερη σχέση είχε με τον Γρηγόρη των φαναριών κίνησης παρά με τον άγιό του. Τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά μόνο ένας παραδοσιακός χαλβάς, κεκλεισμένων των θυρών, κάθε χρόνο του τον θύμιζε.
 -Όταν ανέβαινε στην Αθήνα, έκανε τον σταυρό του σε κάθε πράσινο φανάρι, έλεγε ειρωνικά ο μπάρμπα Μήτσος.
Ο Γρηγόρης ο φαναριώτης λοιπόν ησυχία δεν είχε. Πρώτος άνοιγε το μαγαζί, τελευταίος το έκλεινε. Την περίοδο μάλιστα του ράβδου κάποιοι έλεγαν δεν κοιμόταν καθόλου. Ολημερίς και ολονυχτίς έτρεχε για να κλείσει δουλειές, για να ανοίξει δουλειές, για να πάρει λεφτά, για να δώσει λεφτά, για να φτιάξει τα κιτάπια του, για να ξεμπερδέψει τους λογαριασμούς του. Τι άνθρωπος! Κινούμενο αερικό. Σε καφενείο δεν έκατσε ποτέ. Μια  ζωή γρήγορη δεν έχει χρόνο για σπατάλη και χαζολόγημα. Αστός με τα όλα του. Όλα τα έκανε τάχιστα. Παράτησε νωρίς το σχολείο, άλλωστε για την οικογενειακή του παράδοση οι σπουδές ήταν περιττές. Αν και αργότερα τέλειωσε στο τεχνικό λύκειο λογιστής, γιατί όπως έλεγε και ο πατέρας του το σύγχρονο της εποχής απαιτούσε γνώσεις για να μην στα παίρνει τσάμπα το κράτος. Από νωρίς μπήκε στην δουλειά και νωρίς ανάλαβε την διαχείρισή της. Αφού ένα πρωινό ξαφνικά ο γερο Ταχής έκανε τεμενά, όπως πικρόχολα ακούστηκε, πάνω στην ταμειακή του μηχανή. Νωρίς  παντρεύτηκε, στα τριάντα του είχε κιόλας τρία παιδιά , το μεγαλύτερο οκτώ ετών. Χώρισε στα τριανταδύο και παντρεύτηκε μια Βουλγάρα που δούλευε στο μαγαζί του. Με αυτήν δεν έκανε παιδιά. Ήταν η καθυστερημένη του εφηβεία που αναδύθηκε, ή ίσως ο έρωτας, αφού και τη γυναίκα του ακόμη την είχε διαλέξει με προξενιό ο πατέρας του. Για να ενώσουν τις περιουσίες τους με έναν συνάδελφό του, λαδέμπορο και αυτόν και κατά σύμπτωση επίσης  Γρηγόρη  στο όνομα και στην ουσία. Ο Γρηγόρης λοιπόν έτρεχε, τώρα αν έκανε και κάτι άλλο κανείς με βεβαιότητα δεν μπορεί να το υποστηρίξει. Μια γυναίκα μαρτύρησε ότι τον είχε δει ένα καυτό καλοκαιρινό μεσημέρι να κάνει μπάνιο στην παραλία, αλλά και αυτό αναιρέθηκε σύντομα, αφού εκτός του ότι δεν έβλεπε καλά -  είχε κάνει εγχείρηση στα μάτια της πρόσφατα -, την ίδια ώρα ο ήρωάς μας τραπέζωνε κάποιους Ιταλούς εμπόρους σε ψαροταβέρνα στην προκυμαία. Ένας άλλος είπε ότι τον πέτυχε βράδυ να ψαρεύει στο λιμάνι, αλλά από μεθυσμένο που δε βλέπει τη μύτη του μην περιμένεις αλήθεια. Την τελευταία φορά που κάτι ακούστηκε ήταν από ένα βοσκό , ότι δήθεν μάζευε σπαράγγια στο ρέμα δίπλα στον άγιο Σώστη. Παραμύθια, σπαράγγια στο κατακαλόκαιρο. Μάλλον  πρέπει να δωροδοκήθηκε από τον Ταχή, διότι με βάση το μάρκετινγκ, όπως το είχε καταλάβει από ένα άρθρο σε μια οικονομική εφημερίδα, έκρινε και αυτός ότι έπρεπε να αποκτήσει φιλικότερο στο εμπορικό και καταναλωτικό κοινό πρόσωπο. Έτσι έβλεπε τους συνανθρώπους του. Και πολλά πολλά δεν είχε με κανέναν. Μόνο πάνω στη δουλειά. Εκεί  ήταν εξπέρ. Πέραν τούτου όμως μηδέν. Πόλεμος στη Σερβία, δεν βαριέσαι. Όπως έλεγε απερίφραστα και ο ίδιος:
-          Εμένα εκτός της οικογενείας μου και της τσέπης μου δεν με ενδιαφέρει τίποτα άλλο.
      Ήταν άλλωστε και ο λόγος που τον έκανε τόσο αυτόν όσο και την οικογένειά του κυρίους στην τοπική μας κοινωνία. Νομοταγείς και ευυπόληπτους πολίτες. Ψήφιζε αστικά κόμματα  και μάλιστα ενίσχυε οικονομικά και κάποιους βουλευτές στο νομό. Αυτή ήταν και η μόνη φιλανθρωπία που έκανε, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι ο τζόγος όπως ο ίδιος αποκαλούσε την εν λόγω χρηματοδότηση.
-          Άλλος με το χρηματιστήριο, άλλος με τις εκλογές, έλεγε γελώντας. Στο κάτω- κάτω έχω μεγαλύτερη ασφάλεια για το κεφάλαιό μου, υψηλότερους τόκους και σίγουρη επένδυση.
Κάποτε έδωσε όμως  για την αποπεράτωση μιας εκκλησίας. Αν και μετά από χρόνια σε μια ζάλη του ο παπάς αποκάλυψε ότι τον είχε υποχρεώσει αυτόν και άλλους ενορίτες να του πουλήσουν το λάδι τους σε εξευτελιστική τιμή. Έδινε  δάνεια, με τόκους μικρότερους των τραπεζών βεβαίως και άμα δεν είχες να τον ξεχρεώσεις σου έκανε κατάσχεση αδιαφορώντας για την συνέχεια. Όχι τη δική του, αφού τα ήξερε όλα ή έτσι τουλάχιστον απαντούσε σε όποιον έκανε το λάθος να τον ορμηνέψει για οτιδήποτε. Όπως τότε που η θεία του, από την μάνα του, η χήρα, βλέποντάς τον να τρέχει αλύπητα του φώναζε μέσα στο μαγαζί του:
-Πού τρέχεις παιδάκι μου, τι τρέχεις έτσι και πας σαν πιωμένος στο ραντεβού;        
Αυτό του το έλεγε συχνά. Ποτέ δεν τη ρώτησε για ποιο ραντεβού του μιλούσε, υπέθετε πάντοτε ότι η θεία ήξερε το πρόγραμμα της ημέρας του. Η θεία του δεν ήξερε ούτε τι μέρα είναι, τουλάχιστον από τότε που εκτελέστηκε το μονάκριβο παιδί της στον εμφύλιο. Ήξερε μόνο αυτά που ήθελε, και ο Γρηγόρης, όσο κι αν ποτέ δεν της έδωσε καμιά ιδιαίτερη σημασία, της θύμιζε το γιο της, σαν εικόνα έστω που η συγγένεια μόνο μπορεί να δώσει. Την ένοιαζε αυτό το παιδί. Όμως δεν άκουγε κανέναν.
-Τι βιάζεσαι, παιδάκι μου, του έλεγε ξανά και ξανά. Το μόνο σίγουρο είναι το ραντεβού σε αυτήν την ζωή.
Αλλού  ο Γρηγόρης. Πάει, τα έχασε η θεία μου, έλεγε όταν την άκουγε να του φωνάζει και συνέχιζε να τρέχει για να προλάβει το κύλισμα των νομισμάτων και το κατρακύλισμα της ουσίας της ζωής του. Ώσπου μια μέρα τρέχοντας έφτασε στο μαγαζί. Τρέχοντας άνοιξε την μηχανή, είχε κρατήσει την ίδια με τον πατέρα του. Τρέχοντας άνοιξε το κουτί με τα λεφτά. Μέτρησε, χαμογέλασε και έπεσε πάνω τους. Σε μια στιγμή έφυγε τρέχοντας στο πιο προσωπικό του ραντεβού, το ραντεβού του θανάτου. Ο Γρηγόρης ο ταχύς, όπως γρήγορα γεννήθηκε κατά πως έλεγε ο πατέρας του, γρήγορα έφυγε όπως όλοι συμφωνήσαμε τη μοναδική μέρα που μας κέρασε  καφέ, τον πιο πικρό όπως και να ‘χει, στην πλατεία της πάνω πόλης.
Ο μπάρμπα Μήτσος έστριψε τσιγάρο, κοίταξε κατά τη θάλασσα και αναρωτήθηκε αν ο γιος του έπιασε τίποτα με τα δίκτυα.
Χαιρετηθήκαμε και ο καθένας έφυγε για τον κόσμο του.
     



* Από την συλλογή:  Φώτης Αδάμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δ. Γ. Μαγριπλή), «Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα», Σοκόλης, Αθήνα 2007.

Κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α



Δη­μή­τρης Μα­γρι­πλῆς




Τον Χρήστο τὸν ἔζωσαν τὰ φί­δια.
Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε, ἔ­βλε­πε ἀρ­κε­τοὺς νὰ τρι­γυ­ρί­ζουν στὴ γει­το­νιά. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ζοῦ­σε μιὰ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι του. Ἄ­σπροι, μαῦ­ροι, κί­τρι­νοι. Ἀ­κό­μη καὶ ἕ­ναν κόκ­κι­νο εἶ­δε, ἢ τοῦ φά­νη­κε, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ φω­τα­γω­γοῦ, ποὺ ἔ­βλε­πε στὸν ἀ­κά­λυ­πτο, πρό­λα­βε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ κού­ρε­μα ἑ­νὸς Μο­ϊ­κα­νοῦ. Ἀ­νη­σύ­χη­σε. Αὐ­τὸς δι­καί­ω­μα δὲν ἔ­δω­σε πο­τέ. Πάν­τα εὐ­γε­νι­κὸς μὲ ὅ­λους. Καὶ τὸ μυρ­μήγ­κι πρό­σε­χε μὴν τὸ πα­τή­σει. Πό­σο μᾶλ­λον τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Ἁ­πλὰ δὲν ἤ­θε­λε πολ­λὰ πολ­λά. Οὔ­τε μὲ τὸν ἄλ­λο, οὔ­τε μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­τσι, δὲν ἐ­νο­χλοῦ­σε, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἐ­νο­χλεῖ­το ἀ­πὸ τί­πο­τα. Ἄλ­λω­στε, γιὰ τοὺς πολ­λοὺς ἦ­ταν ἀ­νύ­παρ­κτος.
        Φο­ρο­λο­γι­κὰ ἄ­ερ­γος, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ προ­στα­τευ­ό­με­νο μέ­λος τῆς γυ­ναί­κας του, τῆς Καλ­λι­ό­πης, κοι­νωνι­κὸ του­ρι­σμὸ τὸ κα­λο­καί­ρι, ἁ­μά­ξι εἰ­κο­σα­ε­τί­ας καὶ φί­λος τοῦ κι­νή­μα­τος. Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­πάγ­γελ­μα, ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­ό­ρι­στα, καὶ λό­γω εὐ­φρά­δειας με­τέ­τρε­πε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α σὲ δι­ά­λο­γο κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς. Ζοῦ­σε στὸν δι­κό του ρυθ­μό. Κρυμ­μέ­νος τὰ πρω­ι­νά. Σὲ πλή­ρη δι­έ­γερ­ση τὰ ἀ­πογεύ­ματα καὶ τὴ νύ­χτα. Στὸ συσ­σί­τιο τῆς ἐ­νο­ρί­ας πῆ­γε ἅ­παξ. Τοῦ τὴν ἔ­σπα­σε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μὲ τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α του. Ποῦ μέ­νεις; Τί κά­νεις; Πῶς ζεῖς; Ἄ­κου ἐ­ρω­τή­μα­τα. Καὶ ὅ­λα γιὰ ἕ­να πιά­το φα­κῆς. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ δή­μου. Ἐ­κεῖ οἱ δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι δὲν ρω­τοῦ­σαν, γέ­μι­ζαν τὴ γα­βά­θα καὶ ἔ­βα­ζαν καὶ ἐ­πι­πλέ­ον. Γέ­μι­ζε κρυ­φὰ ἕ­να δο­χεῖ­ο ποὺ πάν­τα εἶ­χε στὴ σα­κου­λί­τσα του. Ἔ­τσι, γύ­ρι­ζε πάν­τα μὲ ζε­στὸ φα­γά­κι σπί­τι, καὶ μά­λι­στα φρόν­τι­ζε τὸ μπο­λά­κι νὰ εἶ­ναι ἐ­πώ­νυ­μο.
        Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν ἑ­στι­α­το­ρί­ων γνώ­ρι­σε κό­σμο καὶ κό­σμο. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν τσα­κώ­θη­κε. Ἄ­φη­νε τοὺς ἄλ­λους νὰ ψά­ξουν πρῶ­τοι. Τη­ροῦ­σε τὴν προ­τε­ραι­ό­τη­τα καὶ σε­βό­ταν τὴν κυ­ρι­αρ­χί­α. Ἤ­ξε­ρε λ.χ. ὅ­τι ὁ κά­δος στὴν πα­ρα­κά­τω γω­νί­α ἀ­νή­κει στὸν Τρώ­γλη. Πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ λοι­πόν, καὶ ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἔ­βρι­σκε αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε. Εἶ­χε καὶ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τσί­σας, ἐ­πει­δὴ κα­του­ρή­θη­κε ὅ­ταν ὁ Τρώ­γλης τὸν ἔ­φτυ­σε, τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει τὸν κά­δο του. Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σε και­ρός, καὶ ὁ Τσί­σας εἶ­χε πιὰ συ­νη­θί­σει τὸ φτύ­σι­μο τοῦ Τρώ­γλη. Δὲν φο­βό­ταν πιὰ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη καὶ φυ­σι­κὰ δὲν κα­του­ρι­ό­ταν. Τὸ πα­ρα­τσού­κλι ὅ­μως τοῦ ἔ­μει­νε.
        Κά­δο δι­κό του δὲν εἶ­χε. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἄλ­λω­στε. Ὅ­σο κι ἂν κρυ­βό­ταν, οἱ ἄ­στε­γοι, στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια, καὶ κα­τό­πιν ἀ­πὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἔ­μα­θαν ὅ­τι καὶ σπί­τι εἶ­χε καὶ σὲ κα­λὴ γει­το­νιὰ ἦ­ταν. Ἔ­τσι κά­ποι­οι με­τα­κό­μι­σαν κον­τά του. Αὐ­τὸ δὲν τὸν ἐ­νό­χλη­σε. Ἐ­κεῖ­νοι τὴ δου­λειά τους, καὶ αὐ­τὸς τὸν χα­βά του. Φό­ρα­γε χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι τὸ τριμμέ­νο παλ­τὸ καὶ ἔ­βγαι­νε γιὰ βόλ­τα στὸν κό­σμο του.
        — Ὁ μπαμ­πὰς πά­ει γιὰ δου­λειά, ἔ­λε­γε ἡ Καλ­λι­ό­πη, καὶ ἡ κό­ρη του κοι­μό­ταν ἥ­συ­χη.
        Μέ­χρι ποὺ ἡ χώ­ρα μπῆ­κε ἐ­πί­ση­μα στὸ ΔΝΤ. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη καὶ με­τά, ὁ Τσί­σας ἀ­γό­ρα­ζε μέ­χρι καὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἔ­γι­νε εἰ­δι­κὸς οἰ­κο­νο­μο­λό­γος καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει μέ­χρι καὶ προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς χώ­ρας.
        — Πᾶμε γιὰ χρε­ο­κο­πί­α, ἀ­να­κοί­νω­σε ἕ­να πρω­ι­νὸ στὴν Καλ­λι­ό­πη. Φεύ­γω, εἶ­πε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του.
        Ὅ­λοι τὰ ἔ­χα­σαν. Καὶ πρῶ­τα καὶ κα­λύ­τε­ρα ὁ Τρώ­γλης. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ μά­λι­στα δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε, για­τὶ τοῦ κό­πη­κε καὶ τὸ σά­λιο ἔ­τσι ποὺ τὸν εἶ­δε. Ὁ Τσί­σας ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νος τὸν ἀ­γνό­η­σε, μὲ ὅ­λες τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει αὐ­τό, καὶ βι­α­στι­κὰ στα­μά­τη­σε τα­ξί.
        Στὴν τρά­πε­ζα ἔ­σπα­σε τὶς κα­τα­θέ­σεις σὲ μι­κρό­τε­ρα πο­σά, καὶ μέ­ρος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ λί­ρες χρυ­σές. Βγῆ­κε καὶ χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τοῦ Ἀ­ρί­στου, τοῦ το­κο­γλύ­φου.
        — Το κε­φά­λαι­ό μου, τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.
        Ὁ Ἀ­ρί­στος ἤ­ξε­ρε τί κου­μά­σι ἦ­ταν καὶ πό­σο ἀ­δί­στα­κτος.
        — Ἐ­δῶ εἶ­ναι, τοῦ εἶ­πε, σὰν νὰ τὸν πε­ρί­με­νε και­ρό.
        Ἡ­σύ­χα­σε μό­νο ὅ­ταν ὁ Τσί­σας ἔ­φυ­γε.
        — Γλί­τω­σα τὴ ζω­ή μου, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.
        Στὸ κτη­μα­το­με­σι­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γο­ρά. Οἰ­κό­πε­δο στὸ Φά­λη­ρο καὶ μα­γα­ζὶ στὴ γει­το­νιά του. Ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κά­δο τοῦ Τρώ­γλη. Ἠ­ρέ­μη­σε. Ὅ­λα κα­λά. Ψά­χτη­κε. Εἶ­χε ἐ­πά­νω του ὑ­πό­λοι­πο εἴ­κο­σι χι­λιά­ρι­κα.
        Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ φά­ω ἐ­γὼ πα­ρὰ αὐ­τοί – ἐν­νο­ών­τας τὸ κρά­τος καὶ τὰ χά­λια του. Με­τά, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος, πῆ­ρε τὴν Καλ­λι­ό­πη τη­λέ­φω­νο.
        — Ἐν­τά­ξει, τῆς ἀ­να­κοί­νω­σε.
        Αὐ­τὴ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ της.
        Και­νούρ­γι­ες οἰ­κο­σκευ­ές, και­νούρ­για ντου­λά­πια, και­νούρ­για ἔ­πι­πλα.
        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν ἀ­μέ­σως, τὰ χρή­μα­τα βλέ­πεις.
        Τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα, τὸ ἁ­μά­ξι ­τῆς ἑ­ται­ρί­ας χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι.
        Ἀ­νέ­βη­καν στὸν τρί­το ἀ­πὸ τὶς σκά­λες, για­τὶ τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἦ­ταν μι­κρό, πα­ρέ­δω­σαν, το­πο­θέ­τη­σαν καὶ ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γαν βρί­ζον­τας καὶ μὲ τὶς τσέ­πες χω­ρὶς φι­λο­δώ­ρη­μα.
        Πλέ­ον ἦ­ταν ἥ­συ­χος. Εἶ­χε γλι­τώ­σει τὰ πο­λύ­τι­μά του. Τώ­ρα ἂς χρε­ο­κο­πή­σου­με, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε στὸν κα­να­πέ. Καὶ τό­τε, κά­τι εἶ­δε πά­λι στὸν δρό­μο.
        Ση­κώ­θη­κε ἀ­νή­συ­χος. Πά­λι αὐ­τοί, οἱ γνω­στοὶ ἄ­γνω­στοι. Ὅ­λη ἡ Ὁ­μό­νοι­α κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α του. Δι­α­δή­λω­ση ἀ­στέ­γων καὶ κου­ρε­λή­δων.
        Σύν­το­μα οἱ σει­ρῆ­νες ἔ­δει­ξαν ὅ­τι καὶ ἄλ­λοι εἶ­χαν ἐ­νο­χλη­θεῖ. Κοί­τα­ζε ἀ­πο­ρη­μέ­νος τὸ πλῆ­θος νὰ ἀ­πω­θεῖ­ται, χω­ρὶς πολ­λὲς φα­σα­ρί­ες, ἀ­πὸ τὶς δυ­νά­μεις τῆς τά­ξης. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας προ­χώ­ρη­σε μπρο­στὰ καὶ κά­τι εἶ­πε μὲ τὸν Τρώ­γλη. Αὐ­τὸ ὁ Χρῆ­στος τὸ εἶ­δε κα­θα­ρά· ἔ­πει­τα τὰ ὄρ­γα­να ἔ­φυ­γαν καὶ οἱ φί­λοι του κά­θι­σαν ἥ­συ­χα σὲ σει­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τι στὸ παρ­κά­κι. Σὰν κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δω­σε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α.
        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πεί­να­σε. Ἔ­βα­λε τὸ παλ­τὸ καὶ βγῆ­κε γιὰ δου­λειά. Πέ­ρα­σε τὸν δρό­μο καί, μὲ χα­μό­γε­λο, πά­τη­σε στὸ χορ­τά­ρι. Κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε. Οὔ­τε καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψαν τί­πο­τα. Ἄ­νοι­γαν δι­ά­δρο­μο, καὶ αὐ­τὸς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του.
        — Πᾶμε γιὰ φα­ΐ; τόλ­μη­σε νὰ πεῖ στὸν Τρώ­γλη.
        — Ἐ­δῶ ἔ­χω, τοῦ εἶ­πε αὐ­τός.
        Τὰ ἔ­χα­σε – ὥ­στε ἤ­ξε­ρε και ­νὰ μι­λᾶ ὁ Τρώ­γλης;
        — Τί; τὸν ρώ­τη­σε.
        — Ἐσέ­να, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός, καὶ ὁ δι­ά­δρο­μος ἔ­κλει­σε γύ­ρω του βου­βὰ καὶ ἀ­πό­το­μα.
        Ὅ­ταν ξα­νά­νοι­ξε, μό­νο τὸ παλ­τὸ καὶ κά­τι κορ­δό­νια ὑ­πῆρ­χαν. Ὁ Τρώ­γλης σκου­πί­στη­κε καί, γυρ­νών­τας στοὺς ἄλ­λους, ἀ­να­φώ­νη­σε:
        — Πά­λι τὰ ἔ­κα­νε, ὁ ἄ­χρη­στος.




Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Καβαλόττι και Ερεχθείου γωνία




Γεννήθηκα  και μεγάλωσα σε μια ανθρώπινη μεγάλη πόλη. Ο  δρόμος που πρωτοαντίκρισα   το φως  ήταν πλησίον της Ακροπόλεως. Παντού έβλεπες ορτανσίες και γαρδένιες και ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες τυλιγόσουν από τις μυρωδιές του γιασεμιού, που επίμονα κανοναρχούσαν τον κόσμο της νύχτας. Και ήταν εκείνες οι νύχτες αεράτες και δροσερές, λες και ο χρόνος συνεργούσε μαζί σου στην πιο τρανή του απογείωση μετά από μια μέρα ζέστης και παιχνιδιού, που καταπονούσε την παιδική φαντασία. Όλα έμοιαζαν παραμυθένια. Παλιά νεοκλασικά και δρόμοι από χώμα. Αυλές πίσω από κάθε μικρή εστία και φωνούλες πολλές που ζύμωναν τη  ζωή στη μεγάλη πόλη. Κυράδες και κύρηδες με διάθεση για δημιουργία, με τσέπες που είχαν το  χώρο για καραμέλες και ζαχαρωτά. Ένα παγωτό και ο κόσμος όλος. Από  κείνα που άφηναν το κόκκινο ή το κίτρινο γύρω από τα παιδικά χείλη και όλη η γλώσσα γινόταν όμορφη για ώρα πολλή, θυμίζοντας την απόλαυση του χρωματισμένου πάγου στο καλοκαιρινό λιοπύρι. Παιδάκια με κοντά παντελόνια μπουρνουζέ  και λόγια για τριακόσια και βάλε μπάνια κάθε Σεπτέμβρη. Τα λίγα γκαζοζέν πέρναγαν αργά και πάντα προσεκτικά γιατί ήξεραν ότι από το πουθενά όλο και  κάποιο ζουζούνι θα χαιρέταγε τον αρχοντικό τους καλπασμό. Μπίλιες και τσακωμοί καταμεσής του δρόμου και μπάλα, γιατροί και νοσοκόμες στα πρώτα αντικρίσματα της φύσης, αυτοκινητάκια και στρατιώτες τοποθετημένοι στα παραθυρόφυλλα της κυρίας   Ευτυχίας που ήταν τόσο βαριά, ώστε χρειαζόταν ειδική μεταχείριση από τον άντρα της τον κύριο Χαρίλαο. Την έπιανε πάντα αλά μπρατσέτα  να κατέβουν τη σκάλα της εξώπορτάς τους, τη στήριζε στην κατηφόρα, της είχε ειδικό κάθισμα  στον υπαίθριο κινηματογράφο και πέντε γρανίτες φράουλα, όπως μου είχε εκμυστηρευτεί ο φίλος μου ο Γιωργάκης, γνωστός για την πληροφόρηση στην γειτονιά.
Και  τι γειτονιά. Με κάθε λογής λουλούδια. Το χαφιέ της, το χωρατατζή της, το μανάβη της με τα φρέσκα καλούδια από την Κόρινθο, τον μπακάλη με εκείνη την απίστευτη μορταντέλα και το κασεράκι, τον ψιλικατζή με τα περιοδικάκια, τον κρεοπώλη τον κύριο Ήφαιστο από την ορεινή Αρκαδία, τον ψαρά το Σάκη τον μουρμούρη, που όλο μουρμούριζε για το λάθος του να φύγει από το νησί και να έρθει σε τούτο το χάος για καλύτερη τύχη. Τα είχαμε όλα. Ακόμη και τον Μπαμπάλαρο, που γύριζε κατουρημένος και βρώμικος και άκουγες ιστορίες για την κατάντια του. Μόλις πέρναγε από τον δρόμο μας, τρέχαμε στην φούστα της μάνας μας κι εκείνη ποτέ μα ποτέ δεν απόδιωχνε τον τρελό αλλά τού έδινε κάτι και μας μάθαινε με τη σιωπή και τη          στάση της να μην καθόμαστε άπραγοι μπροστά στον περιφερόμενο ανθρώπινο πόνο. Ήταν όλα μέρη της ζωής μας, όπως και τα ηλιοβασιλέματα σε χρώμα βερικοκί πάνω στον μαρμάρινο καμβά της Ακροπόλεως. Σαν τα  μυριάδες αναμμένα κεριά στον βραδινό ουρανό. Ή τις  αυγές τις ροδοδάκτυλες και ευγενικές στις  μέρες του καλοκαιριού, που η μάνα ξύπναγε τα παιδιά για να παίξουν.
Και πού να σας πω για τα δένδρα! Πλατάνια στους κήπους των σχολείων, κουτσουπιές που αντρειώνονταν στα άδεια πεζοδρόμια. Μουριές που θύμιζαν  τις εποχές, συκιές που ξεπήδαγαν μέσα από τις χαραματιές των πέτρινων σπιτιών. Υπήρχε και μια λεμονιά, που όταν άνθιζε, όλη η περιοχή ντυνόταν τη γεύση και το άρωμά της και όλοι οι φτωχοί ψιθύριζαν δόξα Σοι Κύριε . Ένα πρωινό, όμως, βρέθηκε κομμένη. Ήταν κάτι τραγικό. Ολόκληρο κορμί -σαν όνειρο πνιγμένο στα παιδικά μας όνειρα- κείτονταν καταγής και κάποιος από την γειτονιά έγινε     πλουσιότερος πουλώντας λεμόνια, αφού μέχρι τότε το είδος ήταν κοινό και δωρεάν για όλους τους επιθυμούντες.
«Δεν ντρέπονται οι παλιάνθρωποι!», είπε τότε ο Κώστας ο Πελοποννήσιος  και φύτεψε πέντε καταμεσής του χωμάτινου μονοπατιού που πήγαινε στου Φιλοπάππου.  Τις έκοψαν μετά από χρόνια για να στρώσουν εκείνο το αλύπητο μαύρο υλικό που έκανε τον τόπο μας ανυπόφορο τις καλοκαιρινές ημέρες. Πού  το χώμα, αυτό το καφέ υπέροχο χαλί που μύριζε ευχαριστώντας το καλοκαιρινό κατάβρεγμα και μας έκανε λαμπρούς τερματοφύλακες, αφού ξέραμε ότι μας αγκάλιαζε στις πτώσεις μας…
Δεν θα ξεχάσω την κοινή ησυχία. Κάθε μεσημέρι οι μεγάλοι κοιμόντουσαν και έμοιαζε η πόλη σε μια συμφωνία μεξικάνικης σιέστας. Και τα βράδια, μετά τις δέκα, ούτε κουνούπι, ή μάλλον άκουγες τον χτύπο από την παντόφλα της Μαρίνας της μοδίστρας, που επιδιδόταν στο μακάβριο σπορ. Βλέπετε, μόνη και γλυκοαίματη, έμενε δύο στενά παραπέρα.
 Όλα άρχισαν τότε που ο Βρασίδας, παρά το όψιμο της ηλικίας του δεν τον λέω κύριο, έφαγε χυλόπιτα από τη Μαρίνα. Βλέπετε, η κοπέλα είχε κρυφό δεσμό με το Νώτη, το μεταφορέα με το τρίκυκλο που έκανε μεταφορές παντός τύπου στο τρίγωνο Θησείο – Μοναστηράκι – Πετράλωνα. Ο Βρασίδας λοιπόν δε χώνεψε με τίποτα την κατάσταση. Είχε και λαμπρή παιδεία… Απόφοιτος δημοτικού, επιχειρηματίας στην κατοχή – μαυραγορίτες τους έλεγαν-, κάτοχος της Γερμανικής –  την έμαθε μετά από τετράχρονη κολλητή παρέα με τον Φριτς που ήταν δεσμοφύλακας στην Γκεστάπο στην Πλάκα-, δεν ανεχόταν με τίποτα την απόρριψη.
Ο πατέρας μου τον ήξερε καλά. Από μικρός, όταν οι άλλοι δεν τον έπαιζαν, αυτός χάλαγε το παιχνίδι όλων. Μεγαλύτερος γράφτηκε στη νεολαία που φορούσαν μαύρες στολές, εκεί έγινε αρχηγός. Κανένας δεν τον αγαπούσε αλλά αυτό του άρεσε κατά πώς φαίνονταν. Κυκλοφορούσε με τη στολή μέρα-νύχτα και απαιτούσε από όλους σεβασμό. Ο Κυριάκος ο μπογιατζής το ήξερε καλά, γιατί αργότερα, όταν έφυγε ο φίλος του ο Γερμανός και τόλμησε να τον κοροϊδέψει,  βρέθηκε σε παρατεταμένες διακοπές στη νήσο Μακρόνησο, χωρίς να ξέρει και ο ίδιος το γιατί. «Να μείνεις εκεί να συνετιστείς»! του φώναξε στο δικαστήριο στο Λαύριο. Και με σαρδόνιο γέλιο ο Βρασίδας τού κούνησε το χέρι λαγουδάκι φεύγοντας από τη δικαστική αίθουσα.
«Κάθαρμα!» ψέλλισε ο Κυριάκος. Και ο Βρασίδας, σαν να το άκουσε, τού έστειλε μετά από μέρες μια κάρτα με την Ακρόπολη και τη ρήση: «Ακρόπολη είναι και εκεί, καημένε,  τι παραπονιέσαι;».
Πήγε  να πάθει αποπληξία ο άνθρωπος. Αλλά τον γλύτωσε ο πόνος από τις εκπαιδευτικές ξυλιές στο εθνικό αναμορφωτήριο και έτσι δεν έμενε χρόνος για να τρελαθεί.
Ο Βρασίδας, λοιπόν, μετά την ερωτική απογοήτευση αποφάσισε να χαλάσει τη γειτονιά.  Και επειδή δεν μπορούσε πια λόγω μεταπολίτευσης να στείλει τον αντρικό πληθυσμό- αλλά και τη Μαρίνα ίσως- σε κρουαζιέρα στα νησιά της άγονης γραμμής, κατέστρωσε μετά από σκέψη πολλή ένα πιο απόλυτο και ακραίο σενάριο.
«Θα τους στείλω όλους!» φώναξε με αποφασιστικότητα. Ο φίλος μου ο Γιαννάκης, που έμενε δίπλα του, μου το είπε. Τον είχε ακούσει να το λέει τη μέρα που η κούρσα πήρε νύφη το αντικείμενο του πόθου του.
 Έτσι και έγινε.
   Ο κυρ Θωμάς ο Μακρυγιάννης ήταν το πρώτο θύμα. Παρά το σπουδαίο του όνομα, που μαρτυρούσε και την ντόπια καταγωγή του, ο άνθρωπος το μόνο που είχε ήταν το παλιό διώροφο με τον υπέροχο κήπο και το υπόγειο που παίζαμε με τα παιδιά του-   τέσσερα τον αριθμό- και σκάβαμε για αρχαία. Εκείνες τις μέρες μάλιστα είχαμε ξεθάψει και τα τείχη του Περικλέους. Όλοι οι μικροί αρχαιολόγοι ανακοινώσαμε με χαρά το γεγονός. Και ο κυρ Θωμάς μάς ξόρκισε να μην το πούμε πουθενά γιατί θα τους παίρνανε το σπίτι. Το ίδιο μου είπε και η μάνα μου  κι εγώ το σεβάστηκα, αλλά ένοιωσα και λίγο υπεροπτικά, αφού όλα τα σπίτια της γειτονιάς ήταν κτισμένα στα αρχαία τείχη.
«Επάνω στην ιστορία, μάνα;» «Επάνω στις ρίζες σας, παιδάκι μου.»
   Εκείνη την εποχή τα πιο τρελά παιχνίδια μας ήτανε στο ωδείο του Ηρώδου του Αττικού και στο θέατρο του Διονύσου, που ήταν αφύλακτα. Τι τραγούδια μέσα από τις σκιές των δέντρων και κρυφτό ανάμεσα στις κολόνες και τους αρχαίους ρυθμούς! Δίναμε μάχες κρυμμένοι στα ορύγματα των ανασκαφών, μαζεύαμε ανθούς που φύτρωναν στα πεσμένα αγάλματα, αλλά ποτέ κανείς μας δεν διανοήθηκε να πάρει τίποτα, ούτε να χαλάσει, ούτε να μαγαρίσει. Να φανταστείτε, είμαστε όλοι ξεναγοί στους επισκέπτες  και τους δείχναμε με περηφάνια τον τόπο μας. Και ήταν ακόμη και όταν τον έφραξαν και για να μπεις ήθελες εισιτήριο. Ακόμη  και τότε, μόνο εμείς ξέραμε πως πίσω από το όρυγμα, εκεί κάτω από το πεύκο, πρωτακούσαμε τον χτύπο της καρδιάς μας να παίζει έναν πρωτόγνωρο ρυθμό, άκρως ελληνικό, λόγω ιδιοσυγκρασίας. Κάποτε που στα κλεφτά σήκωσα ένα όστρακο ανάμεσα στα σπασμένα, βρήκα την μπίλια, εκείνη την γυάλινη με τα πολλά χρώματα που είχα αφήσει σε μια σχολική εκδρομή όταν πήγαινα δημοτικό στου Μπούρα. Την είχα κρύψει για να τη βρω όταν θα μεγαλώσω. Ευτυχώς δεν με είδε κανείς. Ο φύλακας εξηγούσε στον άγνωστο γι’ αυτόν Γιαννάκη, το χώρο. Αυτός τον άκουγε με σοβαρότητα, ώσπου κάποια στιγμή τού είπε με ύφος που αρμόζει σε διανοούμενο σαραντάρη
 «Εκεί δίπλα στο θρόνο , ναι, εκεί στις παρυφές του Θεάτρου, ξέρεις πόσες φορές έχω κατουρήσει;».
Ο φύλακας έμεινε άναυδος. Μόνο εγώ γέλασα και αμέσως μετά έκλαψα με την ψυχή μου για τη ζωή που χάνεται.  
Ο κυρ Θωμάς λοιπόν πείστηκε από το Βρασίδα να του δώσει το οικόπεδο. Το αντάλλαγμα θέση μόνιμου θυρωρού – ήταν άνεργος εκείνη την περίοδο ο άνθρωπος – και εκτός από το υπόγειο που δικαιωματικά μένανε οι θυρωροί με τις οικογένειές τους και δύο διαμερίσματα. Το σκέφτηκε ο απελπισμένος, έξι στόματα βλέπετε και τη γιαγιά τη Μακρυγιάνναινα και  είπε « δύο ενοίκια και το μισθό του θυρωρού, καλά είναι». Δώσανε τα χέρια και το πρώτο κουτί ορθώθηκε στην γειτονιά.
Αρχικά όλοι το είδαμε με φρίκη. Τι ήταν αυτό; Περιστερεώνας; Φυλακή; Ο Σάκης ο κουρέας που ήταν εύστοχος το περιέγραφε ότι είχε κοινά αρχιτεκτονικά στοιχεία με τα νέα κτίρια του ψυχιατρείου στο Δαφνί. Σε κάθε περίπτωση όμως μόλις χειμώνιασε όλοι αρχίσανε να το σκέφτονται. Εμείς με τα μπετόνια για το πετρέλαιο, αυτοί με το καλοριφέρ. Εμείς να φτιάχνουμε τα κεραμίδια να μην στάζουν, αυτοί χαλαροί κάτω από το τσιμέντο. Κάτι να κυνηγάμε τα Μικι μάους, κάτι ο μικροαστισμός μας που σαν αρρώστια εξαπλωνόταν, κάτι ο Βρασίδας ο μεγαλοεργολάβος της αντιπαροχής, κάτι οι ανάγκες, κάτι ο χρόνος έτρεχε πλέον πολύ, αφού είχε γίνει παντού άσφαλτος και είμαστε πια λεωφόρος, κάτι που τα όνειρα δεν είχαν πια γειτονιά, όλος ο τόπος φύτρωσε κουτιά – κουτάκια – σε διάφορα γεωμετρικά μεγέθη.   
  Τελευταίοι μείναμε εμείς. Και τούτο γιατί ο πατέρας μου αποφάσισε να φύγει στην επαρχία. Το σπίτι στην Αθήνα το είχαμε νοικιάσει και έτσι δεν πολυασχοληθήκαμε με τη συνέχεια της τερατογένεσης. Αλλά και ο Βρασίδας, ο σεναριογράφος της φρίκης,  δεν τόλμησε ποτέ να μας ενοχλήσει. Ήμασταν  οι μόνοι τους οποίους σεβόταν στη γειτονιά. Όχι γιατί ήμασταν κάποιοι, αλλά στα σίγουρα οι μόνοι που δε σήκωναν μύγα στο σπαθί τους. Αυτό  το φυλάγαμε από τον καιρό του παππού τού οπλαρχηγού στην επανάσταση του εικοσιένα.
«Χαφιέ» τον  χαρακτήριζε ο πατέρας μου ανοιχτά και ο Βρασίδας γέλαγε, «κάθαρμα μακριά», τού έλεγε και ο Βρασίδας τον καλημέριζε με ευγένεια.
Το σπίτι των παιδικών μου χρόνων, έργο της Αγγελικής Κοκονάκη
«Ούτε απέξω από το σπίτι μου να μην περνάς», τού είχε πει και όντως ο Βρασίδας δεν πάταγε το πεζοδρόμιο. Τον είχε πάρει με φόβο ο θρασύδειλος και γλυτώσαμε από επισκέψεις στην ασφάλεια τις ταραγμένες εποχές αλλά γλύτωσε και το σπίτι μας από την κατεδάφιση. Το μόνο που σώθηκε. Το επισκεύασα όταν ο παιδικός μου φίλος, ο Γιαννάκης, έγινε αρχιτέκτονας. Απ’ ό,τι μου είπε, μόνο αυτό θυμίζει την αρχοντική γειτονιά της πάλαι ποτέ εποχής. Μόνο αυτό και μόνο οι κάτοχοί του παραμείναμε  πλέον οι ντόπιοι. Σιγά- σιγά και οι υπόλοιποι γείτονες έφυγαν, αφού με το χρόνο τα κουτάκια έκαναν τη ζωή των ενοίκων τους δύσκολη. Τι η ζέστη, τι ο θόρυβος, τι η κλεισούρα, αφού κήποι και αυλές δεν υπάρχουν πια, τι ότι σιγά - σιγά ούτε η γλώσσα μας δε μιλιέται στα πέριξ, τι η υποβάθμιση όλης της περιοχής, κανείς από τους παλιούς γνωστούς δεν μένει εκεί.
Μια φορά το χρόνο μαζευόμαστε  κάποιοι φίλοι στο πατρικό μου, Καβαλόττι και Ερεχθείου γωνία. Και θυμόμαστε  και γελάμε και μελαγχολούμε και   δακρύζουμε, γιατί κάποτε οι δικοί μας έκαναν το λάθος και έγιναν μέρος του σεναρίου  της φρίκης.

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή: "Κρυφές Ενοχές" , Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη , 2011

ενδεικτικές παρουσιάσεις: 

εδώ μια παρουσίαση στα αγγλικά από την δημοσιογράφο και μεταφράστρια, Ρίτσα Κρούπη : ''VEILED GUILT'' by DIMITRIS MAGRIPLIS-BOOK REVIEW-TRANSLATION FROM GREEK  

Μια κουβέντα με τον εκδότη και συγγραφέα, Αντώνη Παπαβασιλείου

Με τον Αντώνη Παπαβασιλείου επικοινωνούμε. Αρχικά με τα λογοτεχνικά του βιβλία και έντυπα που επιμελείται (« τύρβη »). Στην συνέχεια...