Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Περικλής Σφυρίδης, «Το πάρτι και άλλα διηγήματα»

Eκδόσεις Εστία



Κριτική ανάγνωση
Δημήτρης Γ. Μαγριπλής


Ο Περικλής Σφυρίδης είναι από τους ποιοτικούς εκπροσώπους της κλειστής φόρμας. Βιωματικός συγγραφέας, πολυγραφότατος[1], αφηγείται με τιμιότητα στιγμές της προσωπικής του διαδρομής. Όπως μαρτυρά ο ίδιος, τα θέματά του είναι προϊόντα έντονης συγκίνησης και σε απόλυτο μέτρο δεν τα επιλέγει. Αυτά  επιλέγουν αυτόν.[2] Σε γενικές γραμμές, το κυρίαρχο στη πεζογραφία του είναι ο έρωτας και ο θάνατος.[3]  Φυσικά πίσω από τις δύο πυρηνικές, στον ατομικό ψυχισμό έννοιες, περισώνεται και αναπαρίσταται αλληγορικά, μια ολόκληρη εποχή. Ένα κομμάτι του χρόνου, όπως το έζησε και το κατανόησε, μέσα από αλλαγές, σχέσεις και περιπέτειες, δικές του και των γύρω του. Τα παραπάνω γίνονται αισθητά και στο τελευταίο βιβλίο του.
Πρόκειται για δώδεκα ολοκληρωμένες μικρές ιστορίες, που με ρεαλιστική γραφή και άριστη χρήση της γλώσσας, καταγράφουν σημαντικά γεγονότα, φωτογραφίες ζωής. Δεν είναι όμως σημειώσεις ενός προσωπικού ημερολογίου. Αντιθέτως πρόκειται για ένα κόσμο καινούργιο που αναδύεται ή κινείται παράλληλα με τον πραγματικό. Είναι η ξεχωριστή ματιά που έχει ογιατρός (στο επάγγελμα), λογοτέχνης. Αυτά τα ιδιαίτερα φίλτρα, καταδείχνουν και το προσωπικό του ύφος. Είναι θα έλεγα από τους χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του κύκλου της Διαγωνίου, που με διευθυντή τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, δημιούργησαν κάτι αναμφίβολα καινοτόμο στην πνευματική μας ζωή.
Ο έρωτας[4], η ιατρική – κυρίως ως συνοδός του επιθανάτιου ρόγχου, τα φιλοζωικά αισθήματα[5], το κοινωνικό περιβάλλον   και η μνήμη, αποτελούν το υλικό που συνθέτει καλοδουλεμένες πνευματικές απολαύσεις. Το σκηνογραφικό φόντο είναι αστικό και νησιωτικό[6]. Οι διάλογοι, όπου παρεμβάλλονται, είναι ζωντανοί και σαν θεατρική παράσταση το όλο, αξιοποιεί το παρελθόν, αναδύει την ιστορική μνήμη, στηλιτεύει πεπαλαιωμένες νοοτροπίες, κρίνει και κρίνεται από τον αναγνώστη.
Στο βιβλίο εισβάλλουν θετικά κάποιες  ζωγραφιές. Πρόκειται για φίλους εικαστικούς[7], και συνήθως πρωταγωνιστές στους σχετικούς μύθους του λογοτέχνη. Αυτό όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά δίνει στο ταξίδι της ανάγνωσης εντονότερα την αίσθηση της αλήθειας, μετατρέποντας τον μύθο σε παραμυθία.
Έτσι ενώ πεθαίνει η φίλη «Ζωή», ο «καπετάνιος» (κεντρικό πρόσωπο σε αρκετά διηγήματα), δηλώνει θυμοσοφικά: «Άκουσε γιατρέ, μην το ψάχνεις και μη χολοσκάς…γιατί η ίδια η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μικρό ή μεγάλο πάρτι» (σ. 19). Όταν φεύγει από την ζωή ο «Πάνος Παπανάκος» το ερώτημα «…θα μπορούσε να ζει ακόμα ο Παπανάκος, αν η Μύριαμ τον ερωτευόταν πραγματικά;» (σ. 25), χαρίζει ανακουφιστικά την  πιθανότητα στη σκέψη και το χαρούμενο σκυλί μετά την σύγκρουση με τον απεχθή, για την νοοτροπία του ψαρά, την ελπίδα για την αλλαγή των συνειδήσεων (σ. 36). Αυτή τη μάχη δίνει ο Π. Σφυρίδης, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σχέση ανθρώπου και ζώων. Όσο κι αν φαίνεται ανέλπιδη, τελικά καταφέρνει να μας διδάξει μια άλλη συμπεριφορά και σχέση με τα τετράποδα. Ο «Σαντάμ» στην  «Βεντέτα» συγκρούεται με τον «Φονιά» και τούτο δεν είναι σύγκρουση σκύλου και ανθρώπου, παρά σύγκρουση αισθημάτων και αισθήσεων διαφορετικών κόσμων. Το ίδιο επιτελείται και στην «Άλλη παράδοση»(σσ.81-97). Ελεύθερα ο καθένας επιλέγει. Προσωπικά τάσσομαι με τον συγγραφέα. Αν και άνθρωπος της υπαίθρου, ανήκω στην κατηγορία αυτών, που με υπερηφάνεια σου γνωρίζουν τα ζώα της οικογενείας του. Την ίδια συνέπεια σε αισθήματα υψηλά δείχνει και σε θέματα μετανάστευσης και κοινωνικής ηθικής. Νομίζω είναι ιδιαίτερα επίκαιρος και καυστικός ο λόγος του: «Κωλοκράτος…ξεστομίζω και φτύνω» (σ. 68) στο πρώτο και «Ζεμπέκος – Σαμουράι» (σ. 79) στο δεύτερο.   Στα «Βραβεία» (σσ. 100- 116), είναι αποκαλυπτικός. Η αλληγορία του αποτελεί ντοκουμέντο στην υπόθεση κρατικών βραβείων. Η διαπλοκή προσώπων, το αλισβερίσι εκδοτών – εφημερίδων – πνευματικών ταγών, η υποταγή στην ματαιότητα, η ανάγκη για αναγνώριση και τέλος ο θάνατος που τα εξαφανίζει όλα. Στο διήγημα αυτό υπάρχει γενναιότητα, τιμιότητα  και συμβουλή για εμάς τους νεότερους. Η λογοτεχνία και ιδιαίτερα το διήγημα θα πρέπει να είναι ένας δημιουργικός λυτρωτισμός και όχι ένα κυνήγι προσωπικής και συνήθως άρρωστης ματαιοδοξίας. Στην  «Πώρωση» (σσ. 117 – 132), εκφράζει κάποιες απόψεις και θέσεις για την εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες. Πρόκειται για μια περιγραφή της επαφής του με μια κοινότητα απεξάρτησης και μια προσπάθεια ανίχνευσης του εσωτερικού κόσμου του υποκειμένου, στην αιτία της πώρωσης. Χωρίς να διαφωνούμε, η σωτηρία μέσω της τέχνης μπορεί να είναι η λύτρωση (σ. 132). Στο διήγημα «Στην μνήμη του Αλμπέρτου Ναρ και του άλλου Αλπέρτου» (σσ. 133 -145), επιτελείται κάτι εντελώς ριζοσπαστικό. Πρόκειται για την επίσκεψη δύο νεκρών, ενός Γερμανού και ενός Εβραίου. Η συνομιλία με τις σκιές φυσικά δεν είναι το ριζοσπαστικό[8]αλλά η τοποθέτηση δύο φωτογραφιών ισότιμα και η αναβίωση δύο προσώπων με την ίδια συναισθηματική φόρτιση και αξία, είναι τολμώ να πω σοκαριστηκά δυνατή. Σκιές τον επισκέπτονται και όταν βρίσκεται στην «Άθυτο»(Χαλκιδική). Ο ζωγράφος και η παλιά αγάπη ηΕλένη. Το αιώνιο που εξασφαλίζει η τέχνη χαρίζει την  «Απέραντη γαλήνη του Γιώργου Παραλή» (σσ. 147 – 157) και την αναμφισβήτητη εικόνα ενός προσωπικού χρόνου, που δεν χωρά σε αυτόν η είδηση ότι κάποιος έφυγε, ή θα φύγει  για πάντα. Το «Ταξίδι» (σσ. 160 – 169), είναι το τελευταίο διήγημα. Εδώ κατορθώνει να εξυψώσει το ατομικό σε διαχρονικό και καθολικό. Ο θάνατος γίνεται απλά ένα «…μακρύ ταξίδι αναψυχής»(σ. 169) και η όντως ζωή θα έλεγα αέναη.

 Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό « Στον Ίσκιο του Ήσκιου»
http://www.iskiosiskiou.com

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, «Τα σύννεφα ταξιδεύουν τη νύχτα»

 Eκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2011



Κριτική ανάγνωση 
Δημήτρης Γ. Μαγριπλής

Ο Π. Χ. Μάρκογλου ανήκει στην ομάδα των λογοτεχνών που ακόμη υπηρετούν το ωραίο. Ποιητής και πεζογράφος διαφημίζει, στην πολιτιστική γεωγραφία, την πόλη του την Καβάλα. Σε αυτήν και γενικότερα στην βόρειο Ελλάδα, εντοπίζονται ο χώρος και ο χρόνος των διηγημάτων του. Τα καπνεργοστάσια, γειτονιές και δρόμοι, η ύπαιθρος, η θέα της θάλασσας, οι λόφοι, όλα δοσμένα με μια απόλυτα εικαστική γραφή που αποκαλύπτουν και την παράλληλη ενασχόληση του ποιητή με την ζωγραφική τέχνη. Φυσικά ο λόγος του σκληρός και πένθιμος σαν ένα τοπίο του βορρά, που τα σύννεφα αφήνουν μικρές ανάπαυλες στις  ηλιαχτίδες, να σκίζουν το σκοτεινό τοπίο. Ένα τοπίο σε χρόνια δύσκολα, με μνήμες έντονες από την κατοχή και τον εμφύλιο, τη Δικτατορία και την μεταπολίτευση, μέχρι την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.  Εδώ εντοπίζονται οι μνήμες, συνθέτοντας πέντε μεγάλα διηγήματα ή καλύτερα «μικρά μυθιστορήματα»  - νουβέλες, που χαρακτηρίζουν άλλωστε το έργο του κατοικούντος πλέον στην Θεσσαλονίκη, συγγραφέα.

Αν και φαινομενικά, ο  καπνέμπορος Δημήτρης Κόκκινος είναι το κεντρικό πρόσωπο στο πρώτο διήγημα «Οι παραλήπτες» (σσ. 9 - 25), πίσω από ένα συμβάν του βίου του (όπως μας καταθέτει ο αριστερός από τα γεννοφάσκια,  υπάλληλός του),  αποκαλύπτεται μέρος της ιστορίας της εργατικής τάξης της πόλης. Μιας «κόκκινης πόλης», με έντονο το στοιχείο της σύγκρουσης συμφερόντων , ιδεολογιών και ομάδων. Φυσικά ο έμπορος συνεργάζεται με την ασφάλεια και γενικά τις αρχές σε ένα πόλεμο κατά των «κόκκινων». Αυτοί φιγούρες κουρασμένες από την βιοπάλη και αφημένες σε ένα άχρονο χρόνο της μέθης μιας ουτοπίας. Από τον Τσε Γκεβάρα μέχρι τους καπνεργάτες το σίγουρο είναι η αναρρίχηση μέσα από το όνειρο σε ένα σοσιαλιστικό παράδεισο που ο όφις είναι εν τέλει οι Ρώσοι σύντροφοι, που είχαν από καιρό μάθει να συναλλάσσονται, συμβιβάζοντας τα ιδανικά με τη μίζα.

Ο  εμπαιγμός των ιδανικών και η ματαιότητα που νοιώθουν οι αδύναμοι  λειτουργεί ως συνδετικός ιστός ανάμεσα στις ιστορίες. Οι ήρωες όμως, του Μάρκογλου, δεν εγκαταλείπουν.  Αντιθέτως  αγωνίζονται σε μια απόλυτα προσωπική και έντονα υπαρξιακή μάχη για τα μεγάλα και υψηλά.  Ακόμη και όταν καταφανέστατα προδίδονται αρκούνται σε μια λεβέντικη, αν και μοιρολατρική αποδοχή της πραγματικότητας. Όπως ο Μιχαήλ στην  « Μετοίκηση»(σσ. 25 - 59), που τελικά επικαλείται τον άγιο μέσα στον πανικό του αίματος και καταλήγει στον καλπασμό, πίσω από την διάθεση της κραυγής: «με πρόδωσες…» που όμως ποτέ δεν ξεστόμισε. (σ. 57-8).

Τα  πρόσωπα μυθοπλαστικά παραλλαγμένα, διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο σε όλη τη συλλογή. Αν και διαφέρουν ως προς την μόρφωση, τον πλούτο, την κοινωνική προέλευση, την εθνική ομάδα, είναι πάντοτε θύματα του χρόνου και της ιστορίας. Ιδεαλιστές και βαθιά αισθηματίες, παθιασμένοι εραστές και άκρα ερωτικοί ακολουθούν την πορεία μιας γραμμής που έχει αρχή και τέλος. Άλλωστε θύτες και θύματα κάποτε πεθαίνουν. Αυτά τα σπαράγματα ζωής απογειώνονται , φωτίζονται, υπάρχουν σε ένα πλαίσιο ανεκπλήρωτων προσδοκιών.

Στο  διήγημα «Commodora Maar» (σσ. 59 – 101), η Εβραία ηρωίδα (μέλος  μιας κοινότητας που σώθηκε από τους Ελασίτες αντάρτες του Παγγαίου) και ο αφηγητής, ένας ταλαντούχος φωτογράφος,  στήνουν  ένα  ερωτικό θρίλερ, με βάθος πεδίου τον Εμφύλιο. Στο διήγημα αυτό παρελαύνουν ονόματα όπως ο Σολωμός και ο Κάλβος (και η εικασία περί εβραϊκής τους καταγωγής), ο Βιζυηνός και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Έντονα αισθησιακό και παράλληλα πρόπλασμα για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Και μάλιστα αστυνομικό. Όπως και η «Εντροπία» (σσ.101 – 151), το εκτενέστερο της συλλογής. Ο εκπαιδευτικός Μακρής, τρεις γυναίκες, η αυτοκτονία ενός μαθητή, ο φόνος του παλιού βασανιστή και η απογείωση ματαιωμένων ερώτων μιας πραγματικότητας που καταπίνει μέσα στην ανάγκη της, τα όνειρα και τις υποσχέσεις για μια καινούργια αρχή.  

Η μάταιη διεκδίκηση μιας καλύτερης τύχης, μέσα από αντιξοότητες και εμπόδια περιγράφεται και στο τελευταίο μικρό μυθιστόρημα «Οι πράξεις επιζούν και μετά τον θάνατο» (σσ. 151 – 185), της συλλογής. Ο αφηγητής,  θυμάται και εξιστορεί την σχέση του με τρεις γυναίκες και ένα ασφαλίτη. Αλλοτινά ειδύλλια, αγάπες που ακυρώθηκαν στο διάβα του χρόνου. Βασανισμένες  ψυχές, άνθρωποι μόνοι που περιπλανήθηκαν σε σκοτεινά σοκάκια μιας πόλης έρημης, ενός χρόνου αδυσώπητου, σε όνειρα που χάθηκαν και σε προοπτικές που όσο κι αν φαίνονται μακρινές, τελικά είναι πάντα επίκαιρες: «Ναι όλα αλλάζουν με τα χρόνια, από ανατροπέας του συστήματος μέχρι ύποπτος δολοφονίας πόρνης» (σ. 182)

Τα σύννεφα του Π. Μάρκογλου ταξιδεύουν την νύχτα. Μα η γραφή του, καθάρια, ολόφωτη από ποιότητα, αισθησιακά θλιμμένη, μας ταξιδεύει συνέχεια στον φωτεινό κόσμο της  υψηλής λογοτεχνίας, που παραμένει το τελευταίο καταφύγιο, στην  μιζέρια και την σκοτεινιά της εποχής μας.


 Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό « Στον Ίσκιο του Ήσκιου»
http://www.iskiosiskiou.com




 

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Σκέψεις για την γραφή του Δημήτρη Πετσετίδη, με την ευκαιρία της ανάγνωσης του βιβλίου του: «Λυσσασμένες Αλεπούδες»


Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2008



Για τον Δημήτρη Πετσετίδη έχουν γραφτεί πολλά και θα γραφτούν ακόμη και άλλα. Ενδεικτική είναι η ιστοσελίδα του συγγραφέα (http://www.petsetidis.gr/index.php), όπου φιλοξενεί πλήθος επώνυμων κριτικών για κάθε βιβλίο και γενικότερα για το έργο του. Τι θα μπορούσε να προσθέσει κανείς;
 Να επιβεβαιώσει ότι πρόκειται για κορυφαίο διηγηματογράφο. Έναν εραστή του είδους, που αφιέρωσε χρόνο πολύτιμο στην υπηρεσία των ελληνικών γραμμάτων και απέδωσε με τον πιο περίτεχνο τρόπο εικόνες, στιγμές, συναισθήματα που ο χρόνος χάρισε απλόχερα στο ταλέντο του.
 Να διαπιστώσει ότι η γραφή του είναι ανατρεπτική. Δηλαδή πρόκειται για μια παιγνιώδη διάθεση που ξεδιπλώνεται με βάση ένα κεντρικό θέμα, ικανό να σε συναρπάσει από την πρώτη σειρά. Αντιθέτως της όποιας προσδοκίας στο τέλος πάντα εκπλήσσεσαι.
 Να κρίνει ότι το σύνολο του έργου του πρόκειται για μια λογοτεχνική καταγραφή της περιόδου 1940 - 50. Αυτό το καταφέρνει αποφεύγοντας τις κακοτοπιές της μετατροπής της λογοτεχνίας σε ερασιτεχνική ιστορική αφήγηση. Έτσι όσο κι αν παρελαύνουν Γερμανοί, Ιταλοί, ταγματασφαλίτες, χίτες και αντάρτες, σκοπός του συγγραφέα δεν είναι μια χωρίς κόπο και χωρίς τους κανόνες που απαιτεί η επιστημονική γραφή, αναδιαπραγμάτευση ιστορικών γεγονότων ή κατοχύρωση μιας ιδεολογικά φορτισμένης άποψης. Το  γεγονός παραμένει σκηνογραφία. Οι επιδρομές και ολονύχτιες μάχες, τα πολυβόλα που κροταλίζουν, τα φυσεκλίκια και τα πιστόλια δεν είναι η ουσία του έργου. Αν και άριστο, δεν επιδιώκεται απλά ένα  εικαστικό αποτέλεσμα. Αντικείμενο δεν είναι η περιγραφή της Λακωνικής γης ή του αστικού τοπίου, αλλά η φωτογράφηση ανθρώπινων  συναισθημάτων, κυρίως σε πρώτο πρόσωπο, άλλοτε σε δεύτερο και μερικές φορές με πολυφωνική διάθεση. Ο άνθρωπος πάσχει, γελά, παίζει, πονά. Πιστεύει έως πάθους, προδίδει, λατρεύει και αφιερώνεται. Πίνει, μεθά και παραλογίζεται. Ερωτεύεται, απατά, βιάζει και βιάζεται. Απειθεί, σκέφτεται και πράττει ηρωικά. Φοβάται, λυπάται, σκοτώνει και σκοτώνεται. Πεθαίνει αν και καμιά φορά ενυπάρχει ως  σκιά και ορίζεται μεταφυσικά ωσεί παρών.
 Να ορίσει ότι ο κόσμος του Πετσετίδη είναι κοντύτερα στο κοινωνιολογικό επιχείρημα και ως τέτοιο αποτελεί απαραίτητο βοήθημα στην όποια επιστημονική καταγραφή της περιόδου. Σε αυτό που ο ίδιος δόκιμα (υπήρξε εκπαιδευτικός καθ’ όλο τον επαγγελματικό βίο του), σημειώνει: «Οι νέοι σήμερα δεν ξέρουν τίποτε από όσα τραβήξαμε, ούτε καταλαβαίνουν…»(Λυσσασμένες Αλεπούδες, Κέδρος, 2η έκδοση, Αθήνα 2008, σ. 22), αρκεί να προσθέσουμε ότι αν θέλει κανείς να οσμισθεί τα συναισθήματα του κοινωνικού υποκειμένου της περιόδου, θα πρέπει να μελετήσει το σύνολο του έργου του. Η κατοχή, ο εμφύλιος, τα πέτρινα χρόνια είναι δοσμένα τόσο ζωντανά που ξεπερνούν τις όποιες ιδεοληψίες μας και μας χαρίζουν πίσω από όρους μια αντικειμενικότητα, που απαιτείται για περαιτέρω εντρύφηση της περιόδου. Η λογοτεχνική μελέτη λειτουργεί ως καθαρτήριο και απολέπιση της κατάστασης. Εξοικειώνεται κανείς με λέξεις όπως: συμμορίτης, κουκουλοφόρος, προδότης, χίτης, αντάρτης, καπετάνιος, επιρροή, δικός μας και δικός τους και είναι έτοιμος να κρίνει και να κριθεί μπαίνοντας μέσα στην ιστορία. Άλλοτε ταυτίζεσαι με τον αντάρτη και ονειρεύεσαι τα ψηλά βουνά, άλλοτε κρύβεσαι με τους ταγματασφαλίτες στα χωριά και αφήνεσαι στην δήθεν λεβεντιά που σου χαρίζουν τα όπλα του κατακτητή. Μερικές φορές μεθάς από την εξουσία του συνεργάτη και σπάνια ταυτίζεσαι ακόμη και με τον ελληνομαθή Γερμανό λοχαγό(ο.π., σ. 27 -34). Μασκαρεύεσαι με την κουκούλα του προδότη, σκοτώνεις με μίσος, εκδικείσαι με πάθος, ερωτεύεσαι και πεινάς. Πεινάς  για ύλη, για  αξίες και ήθος. Για το δίκαιο που εκτελείται σε πράξεις,  δίκες και έργα μιας τρελής εξουσίας που χτίζει την μεταπολεμική Ελλάδα. Μια πατρίδα που φυλακίζει, εκτελεί, αμαυρώνει αυτούς που πολέμησαν για την λευτεριά της και επαινεί, βραβεύει, στηρίζεται και επανδρώνεται με κείνους που θεώρησαν αντίσταση την συνεργασία και την υποταγή.
 Να δει ή και να ξαναδεί το δράμα μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. «Ήμουν πιτσιρικάς, ήταν καλοκαίρι και έπαιζα στον δρόμο με τα χώματα. Έφτιαχνα τους δικούς μου δρόμους, τους ναρκοθετούσα, είχα στήσει πολυβολεία για ενέδρες, είχα ανοίξει χαρακώματα, όπου συντελούνταν άγριες μάχες με πέτρες και χαλίκια για οβίδες και άφθονο χώμα για τον καπνό της μάχης.»( ό.π., σ. 48). Με άλλα λόγια να μπορέσουμε να ονειρευτούμε όσο και δύσκολα να είναι τα χρόνια. Γιατί και τότε όπως και σήμερα, που η κατάσταση είναι εξίσου δύσκολη και ο κατακτητής αν και αόρατος πλανάτε γύρω μας, τα παιδικά  μας μάτια, θα μας λυτρώσουν. Έτσι ο άνθρωπος με την κουκούλα γίνεται μασκαράς (ό.π., σ. 83), τα ρούχα της ΟΥΝΡΑ όνειρο και περηφάνια(ό.π., σ. 89 – 90), η αξία του μικρού κοκκινολαίμη κρίνεται ισότιμη με την ανθρώπινη ζωή (ό.π., σ. 123), τα φύλα της φραγκοσυκιάς χαραγμένα με μηνύματα από τους επισκέπτες της νύχτας (αντάρτες και χίτες), καρποφορούν λαχταριστούς καρπούς (ό.π., σ. 145). Γιατί ακόμη και μέσα στην κατοχή και τον εμφύλιο τα παιδιά έπαιζαν και οι έφηβοι ερωτεύονταν και οι άνθρωποι - άνθρωποι ήσαν. Καμιά εποχή δεν είναι στην ουσία μόνο ηρωική ή μόνο τραγική.
Ο Δ. Πετσετίδης με τρόπο κοφτό και άμεσο, με διάθεση γλυκόπικρη, με ένταση και ρυθμό ποιητικό καταφέρνει και μας κερνά κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης. Πικρός  καφές με γλυκό κουταλιού και νερό μπούζι στην Σπάρτη, ή με άλλα λόγια τέρψη αισθήσεων και μάθημα γραφής. Όπως ρητά ορίζει και ο ποιητής Αργύρης Χιόνης* (παραλλάσσοντας εδώ την λέξη ποίηση με τον γενικό ορισμό λογοτεχνία):  

Η «λογοτεχνία» πρέπει να ‘ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα ‘χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου

Το παραπάνω διδάσκει και ο Δ. Πετσετίδης. Το διήγημα του οφείλει πολλά.


Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό « Στον Ίσκιο του Ήσκιου»
http://www.iskiosiskiou.com/2010/04/blog-post_27.html

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Τόλης Νικηφόρου, «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη» και άλλα διηγήματα

Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2008 (σχεδιασμός εξωφύλλου: Δημήτρης Στεβής ).


 Για την κριτική ανάγνωση
Δημήτρης Γ. Μαγριπλής


Για τον Τόλη Νικηφόρου πολλά έχουν γραφτεί και ακόμη περισσότερα θα γραφτούν.*Συνολικά έχουν κυκλοφορήσει 26 βιβλία του, 14 ποιητικά(μαζί με την συγκεντρωτική έκδοση,Ο πλοηγός του απείρου, Νέα Πορεία, 2004) και 12 πεζογραφίας(3 μυθιστορήματα, 6 συλλογές διηγημάτων και 3 παραμύθια για μεγάλους). Το τελευταίο βιβλίο του «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη», που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο  Νεφέλη, απέσπασε το κρατικό βραβείο διηγήματος για το 2009.
Φυσικά ως εραστής της κλειστής φόρμας το αγόρασα και το διάβασα, ή για να ακριβολογώ ξενύχτησα συνομιλώντας με τον ποιητή, που με περισσή αρχοντιά με ξενάγησε στον όμορφο κόσμο του. Και ενώ αρχικά πίστευα ότι άλλος ένας Θεσσαλονικιός ασχολείται με την όμορφη πόλη της Χαλκιδικής και τα φυσικά σύνορα μεταξύ κόσμου και μοναχικής πολιτείας, σύντομα κατάλαβα πως ο συγγραφέας μιλά για την δική του Ουρανούπολη, «…μια χώρα μυστική και δίχως μονοπάτι…» (σ.100). Όσο όμως κι αν ο δρόμος για αυτή την κρυμμένη πολιτεία είναι απόλυτα προσωπικός, ο αναγνώστης δεν κινδυνεύει να χαθεί σε αοριστίες και υποκειμενικές φιλοσοφίες, ούτε να νοιώσει μόνος σε σκοτεινές και επικίνδυνες διαδρομές. Ακόμη και στην έκπληξη που αποτελεί το κλείσιμο ενός προσωπικού ρυθμού που απογειώνεται στο τέλος κάθε προσπάθειας « ο συγγραφέας (μας ) κρατάει το χέρι… και (μας) προσφέρει τον ώμο του για το ταξίδι»(σ. 16). Δεν πρόκειται επομένως για μια περιγραφή τοπίων ή γλυκασμούς, χαϊδέματα και  «βαρετές ιστορίες που αναδύονται από παλιά τεφτέρια»(σ. 23). Ο συγγραφέας περιγράφει «τη χώρα όπου όλοι οι ωραίοι πίνακες είναι αναρτημένοι απ’ την αρχή του κόσμου» (σ.23). «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη»(σσ. 17 – 24), έχει για οδηγό τον  Λουκά τον γιο του ζαχαροπλάστη που μας περιμένει όλους « με μια αδιόρατη έκφραση ευδαιμονίας στο πρόσωπο και με μια λέξη που προξενεί αμηχανία στα χείλη» (ό.π.). Στον τόπο αυτό η δόξα δεν έχει σημασία και οι ιδεολογικές στοχεύσεις και άλλα ουσιώδη είναι απλές λεπτομέρειες. Η μνήμη επαναφέρει μόνο τα ταπεινά και «Η θέα από την εξέδρα»(σσ. 24 – 30), εντοπίζει ως σημαντικά:  «Την απορία, ίσως και δέος, σε κάποια βλέμματα, κάποια αυθόρμητη χαρά σε άλλα, την πόρτα που άνοιξα απερίσκεπτα σε κάποιους άγνωστους μεσάνυχτα στην Καστανιά. Θυμάμαι ακόμη χρώματα και μυρωδιές και γεύσεις. Θυμάμαι ιδίως πρόσωπα, ένα – ένα στην παρέα. Κάτι ελάχιστο χαμόγελο, ματιά ή γκριμάτσα, κάτι πολύτιμο και φωτεινό αποκλειστικά δικό τους.» (σ. 29). Έτσι οι «Επευφημίες και τα χειροκροτήματα»(σσ. 30 – 36), στον κόσμο του συγγραφέα είναι ματαιότητες που ταιριάζουν μόνο σε αλλότρια πλάσματα που κυριαρχούν στον λογοτεχνικό ζωολογικό κήπο(σ. 35). Αυτά τα πλάσματα είναι «Συναρμολογημένα και προγραμματισμένα στην εντέλεια, λειτουργικά και αδίστακτα. Ευειδή, ευτελή και ευπώλητα. Αυτά που τους αξίζει ένας τέτοιος κόσμος…»(σ. 35). Ένας κόσμος που θεωρεί σημαντικά την φήμη, την καριέρα, το χρήμα, την άνεση, τις απολαύσεις. Ενώ «Τα σπουδαία και τα σημαντικά»(σσ. 36 – 47), στην Ουρανούπολη του Νικηφόρου είναι τα ανθρώπινα καθημερινά που εγείρουν τις αισθήσεις και προσφέρουν στον κάθε ένα από εμάς τη χαρά και την απόλαυση, μια ανάσα, που κρύβει μέσα της όλο το νόημα της ζωής (σ. 46).  Αυτό του το δίδαξε και μας το δίδαξε (τουλάχιστον όσοι έχουμε την τύχη να έχουμε παιδιά), «…η μεγάλη ευθύνη και η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής μας, να μεγαλώσουμε ένα παιδί σε έναν τέτοιο κόσμο.» (σ. 52). Κατ’ ουσία στο «Μαθητής και μαθητευόμενος»(σσ. 47 – 53), οι ρόλοι αντιστρέφονται και το παιδί διδάσκει τον ενήλικα. Από «…αρσενικό βαρύ κι ασήκωτο» (σ. 52), μεταμορφωνόμαστε ή μάλλον καλύτερα επαναπροσδιοριζόμαστε με βάση τη φύση μας. Γινόμαστε πάλι παιδιά. Και «Όπως η γάτα με το ποντίκι»(σσ. 53 – 60), παίζουν ένα παιχνίδι θανάτου, έτσι κάνει κι ο άνθρωπος με τον χρόνο, αν και πάντοτε αυτός είναι το αιλουροειδές και μείς στο τέλος με μια νυχιά πέρα ως πέρα στην κοιλιά κειτόμαστε στην ρίζα του δένδρου(σ. 59).  Βεβαίως αυτό το ξεχνάμε στην διαδρομή της ζωής. Γι’ αυτό και φτιάχνουμε κοινωνίες και κόσμους άδικους, ταξικούς, όπου οι πελατειακές σχέσεις κυριαρχούν στην συλλογική ζωή και  «Ο Ευρύτερος του Δημοσίου»(σσ. 60 – 67), τομέας μετατρέπει την Ελληνική πραγματικότητα σε μια οικονομία αδύνατη και μια κοινωνία αναξιοκρατίας και υποκρισίας. Η ευθύνη ανήκει σε όλους. Δεξιά και αριστερά συνειδητά, προτάσσοντας το κομματικό συμφέρον πάνω από το συλλογικό και το κοινωνικό, οδήγησαν την χώρα σε ερείπια (σ. 66)και τους πολίτες στην απόγνωση. «Οι ανθρώπινοι πόροι» (σσ. 67 – 78),ταπεινωμένοι. Η κοινωνική λειτουργικότητα που απαιτεί την γνωριμία και το μέσον, που μετατρέπει το δικαίωμα στην εργασία σε όπλο των ισχυρών και σε μέσο για την εξαθλίωση και φθορά των συνειδήσεων. Που κάνει τους νέους να έχουν σκυμμένο το κεφάλι και να εκλιπαρούν για το δικαίωμα στην εργασία. Που μετατρέπει αυτούς που σέβονται την δικαιοσύνη στην αξιολόγηση και την επιλογή, αιρετικούς και επικίνδυνους για το σύστημα, που παρά τις κριτικές ζει και βασιλεύει ανεπηρέαστο και ακέραιο σε μια χώρα που πνέει τα λοίσθια. Σε τούτη την Ελλάδα ο «Δείκτης νοημοσύνης»(σσ.79 – 83) και το κριτήριο ευφυΐας βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Έξυπνος είναι εκείνος που σε άλλες εποχές απλά τον λέγαμε απατεώνα και σήμερα λαμόγιο και βλάξ είναι ο τίμιος και ταπεινός που με ευλάβεια προφέρει τη λέξη αρετή και επιμένει στην ονειροφαντασία του με τρεις και εξήντα(σ. 83). Αυτός που «απλώς εφαρμόζει όσα με απόλυτη σαφήνεια προέβλεψε άγνωστος και παντελώς ακατανόητος νομοθέτης. Δηλαδή,…στη ζωή αυτή ανταμείβεται ο έξυπνος, ενώ ο βλάξ εναποθέτει τις προσδοκίες του στην επόμενη. Που όταν μάλιστα αδυνατεί να την πιστέψει, μένει και χωρίς την τελευταία ελπίδα»(σ. 83).  Σε ένα τέτοιο κόσμο η  «Πολιτιστική αναγέννηση» (σσ.84 – 93),είναι απλά μια θύμηση που τοποθετείται σε περασμένες δεκαετίες. Τα πάντα έγιναν εμπόρευμα, οι πολυτέλειες ως βασικές ανάγκες και η φρενίτιδα της κατανάλωσης (σ. 92), οδήγησαν στο παράλογο και το φτηνό σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτιστικής ζωής. Στην εποχή μας το κτήριο της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος γίνεται κομμωτήριο και της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης γραφείο ταξιδίων (σ. 92). Μα τότε τι;
Δεν μας αφήνει έτσι ο ποιητής. Από την αρχή αυτής της παρουσίασης μαρτύρησα ότι μας κρατά σφιχτά από το χέρι. Τουλάχιστον αυτούς που συμμερίζονται τις σκέψεις του, μαγεύονται από τις ίδιες εικόνες, ορέγονται με τις ίδιες αισθήσεις και επιμένουν να ονειρεύονται έναν κόσμο καλύτερο. Επιπλέον  «Ο καθένας μας γνωρίζει τι είναι εκείνο που του δόθηκε, ποια είναι η κληρονομιά του. Απ’ τους γονείς του και από μια μακριά γραμμή προγόνων που χάνεται στο παρελθόν. Προγόνων που πέθαναν νέοι…που δεν γνώρισε ποτέ κι όμως κυλούν στις φλέβες του και δίνουν φως στα μάτια του, προγόνων που είναι η δική του Ουρανούπολη…»(σ. 100). Και η συμβουλή: σαν την «Ανεξάρτητη μεραρχία»(σσ. 93 – 100), που είχε μια άλλη περηφάνια. «Την περηφάνια του καθημερινού ανθρώπου που, όσες φορές κι αν πέσει, βρίσκει τη δύναμη να σηκωθεί, την περηφάνια εκείνου που, μπροστά σε συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις, δεν παραδίδεται». Έτσι μένει άσβεστη στο επέκεινα «Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια» (σσ. 9- 17) και ο αναγνώστης ευφραίνεται την συνάντηση με ένα αληθινό λογοτέχνη.

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό « Στον Ίσκιο του Ήσκιου»

http://www.iskiosiskiou.com/2010/04/blog-post_27.html
 

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Ηλίας Κεφάλας, «Χώμα Χώματα – Διηγήματα»

εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007


Για την κριτική ανάγνωση
Δημήτρης Γ. Μαγριπλής 


Στην εποχή μας η ποίηση και το διήγημα, αν και παραμένουν απογείωση της λογοτεχνικής δημιουργίας, δυστυχώς δεν πουλούν και τούτο σημαίνει ότι όλο και περισσότερο οι εμπορικοί εκδοτικοί οίκοι αδιαφορούν για την έκδοσή τους. Έτσι είναι αρκετά σπάνιο να φτάσει μια άριστη δουλειά στα χέρια των νέων αναγνωστών και φυσικά σχεδόν αδύνατο να διαφημιστεί η κλειστή φόρμα και γενικά η αφαιρετική προσπάθεια που χαρακτηρίζει το «διήγημα» σε ένα κύκλο πέραν των υποψιασμένων.  Αυτό που συνήθως ακούγεται είναι, θα έλεγε κανείς, εκείνο που δεν ξεφεύγει από την μετριότητα και που ως τέτοια ασχολείται με θέματα της γενετήσιας ορμής ή και της διαστροφής της και τυφλής βίας. Ζητήματα που έθρεψαν αγωνίες και που ζωγράφισαν φωστήρες της λογοτεχνικής πένας είναι εκτός εμπορίου και λόγος περί θανάτου, έρωτος και ουτοπίας παραμένουν μοναχικές διαδρομές. Ως τέτοιες εμφανίζονται σπάνια και ακόμη σπανιότατα έχουν το ύψος και τη χάρη μιας σύγχρονης αποτύπωσης από τη φιλολογική σκοπιά. Τολμώ να πω ότι βιβλία όπως το «Ζητείται ελπίς» του αείμνηστου Α. Σαμαράκη, όχι μόνο δεν θα εκδίδονταν στις μέρες μας αλλά και κανείς δεν θα στεκόταν με κριτική διάθεση απέναντί τους.
Μια έκπληξη ήταν το «Χώμα και Χώματα», του Ηλία Κεφάλα. Ποιητής , δοκιμιογράφος, πεζογράφος, παραμυθάς άριστος, με ένα έργο αξιοθαύμαστο τόσο στην παραγωγή όσο και στην ποιότητα από τις αρχές του ’80 έως σήμερα. Το βιβλίο φιλοξένησαν εκδοτικά οι εκδόσεις Γαβριηλίδης (2007). Το αισθητικό αποτέλεσμα είναι τέχνη και αποφεύγοντας τα περιττά στολίδια, για άλλη μια φορά ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος, μας χάρισε ένα όμορφο έργο.
Η εν λόγω συλλογή διηγημάτων αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος διαβάζουμε δώδεκα διηγήματα και στο δεύτερο μέρος ένα, που ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί λόγω όγκου περισσότερο ως μικρή νουβέλα. Από τον «Άγγελο» (σ. 9 – 19), το πρώτο διήγημα της συλλογής,  διακρίνει κανείς την ποιότητα του περιεχομένου και την ειλικρινή πρόθεση του συγγραφέα να μοιραστεί μαζί μας αγωνίες όπως αυτή της στιγμής της μετάβασης από το εδώ στο άγνωστο και από την φυσική στην μεταφυσική της αιώνιας Αρχής όπως ονομάζει την αθανασία. Στα «Ξερά Κυπαρισσόμηλα» (σ. 19 – 26)μας προτρέπει να θυμηθούμε εικόνες από τα χρόνια της αθωότητας και σαν παιδιά να ακούσουμε το κουδούνισμα του χρόνου που φεύγει και να ανάψουμε κεριά στη μνήμη των νεκρών αναμνήσεων. Στο «Παλιοχώρι» (σ. 27 - 42), οι δυο μικροί  ήρωές του, πάντα απροετοίμαστοι και αδιάβαστοι εντελώς, γίνονται μάρτυρες της εγκατάλειψης και τις μιζέριας μιας ελληνικής επαρχίας που δέσποζε η αυταρχικότητα του δάσκαλου και επικρατούσε η βασιλεία της απόλυτης βίας.  Το παιδί δίπλα στην ψυχορραγούσα λεχώνα, το πάρσιμο των αυγών, η συνάντηση με τον οπλισμένο δάσκαλο, σκηνές θα έλεγε κανείς της περιόδου του εμφυλίου ή και κάθε πεδίου μαχών. Η σύγκρουση και ο θάνατος του ισχυρού, δεν είναι έγκλημα μα θα έλεγε κανείς εκδίκηση των αδυνάτων απέναντι στην εξουσία αυτών που κάνουν τον κόσμο σωρούς από πέτρες και κεραμίδια και σπέρνουν κόκκαλα – κόκαλα πολλά. «Ο Χαμένος» (σ. 43 - 62 ), είναι μια βόλτα στο δάσος. Το πρόσχημα είναι το κυνήγι μα η ουσία είναι μια συνάντηση με τις σκιές. Αμέτρητες πεταλούδες, αισθήσεις στο έπακρο, παράξενα πουλιά – ονειροκλέφτες, νεράιδες, γεφύρια και νερά, κατευοδώνουν εν τέλει μια ψυχή που αποχωρίζεται το σώμα και χάνεται μέσα στο φως. Το ομώνυμο «Χώμα και χώματα» (σ. 63 – 79) είναι ένας σπαρακτικός μονόλογος. Μια ζωντανή κατάδειξη της σημασίας του πιο σημαντικού στοιχείου της ίδιας της ζωής. Το χώμα γίνεται το πιο εύχρηστο κλειδί για τη λειτουργία όλων των αισθήσεων. Είναι η αρχή της ύλης και το τέλος. Η  είσοδος στο Αδιαίρετο Όλον. Ο «Δρυμός» (σ. 79 –  101),εκκλησιάζει  και αναζητά. Στο βυζαντινό μοναστήρι αναπαύεται η ανθρώπινη ψυχή. Εκεί θεραπεύεται η θλίψη και η δυστυχία. Η απόκρυφη μυσταγωγία απογειώνει την αίσθηση  της σωτηρίας, μετατρέποντας την στιγμή σε χρόνο άχρονο. Ο «Ανεπίληπτος φίλος» (σ. 103 – 119), θα μπορούσε να είναι μια ζωντανή κριτική της λογοτεχνικής παραγωγής των ημερών μας και φυσικά (όπως σωστά καταλήγει ο συγγραφέας),πολλά θα είχε κερδίσει η λογοτεχνία μας αν πολλοί δήθεν μεγαλόσχημοι δημιουργοί είχαν την αυτοσυγκράτηση, του ήρωα του διηγήματος και παρέμεναν μακριά από το δοκιμασμένο χώρο της. «Ο άνεμος» (σ. 121 - 130), είναι ένας παράξενος διάλογος. Ο άνθρωπος, εν προκειμένω μια γυναίκα, μιλά με το στοιχείο της φύσης. Και ενώ μια διάθεση μαγείας κάνει τα πάντα να στροβιλίζονται, στο τέλος γίνεται στοιχειό που για να καταλαγιάσει  παίρνει αντίτιμο μια ζωή. «Η μηχανή του χρόνου» (σ. 131 –  146), θυμίζει παραμύθι. Βεβαίως για μεγάλα παιδιά που ο χρόνος δεν είναι μια απλή μετάβαση μα πόνος και αμνησία και η χρονομηχανή μια εφεύρεση που κι αν ήταν γεγονός,  μάλλον θα απαιτούσε ειδική μεταχείριση και προσεκτική εμπειρία. Το «Bar In time»(σ. 147 – 169 / αφιερωμένο στον ποιητή Γ. Μαρκόπουλο), είναι απόλυτα σύγχρονο σαν περιβάλλον και άκρως αστικό σαν αίσθηση. Διάφοροι χαρακτήρες γιορτάζουν τις μοναξιές τους. Οι διάλογοι είναι όμορφοι και τόσο ζωντανοί που νοιώθεις ότι είσαι συνδαιτυμόνας στην σκοτεινή αίθουσα του μπαρ. Το  σπάσιμο της τζαμαρίας στο τέλος κλείνει τον κόσμο της νύχτας θριαμβικά. Τα «Όνειρα Ονείρων» (σ. 171 - 184 ), δεν είναι τίποτα άλλο παρά η δοκιμασία του ύπνου. Και αυτή η δοκιμασία είναι με μαστοριά δοσμένη από το συγγραφέα. Τόσο ώστε στο τέλος αναρωτιέσαι αν το σκέφτηκες εσύ ή αυτός. Αν και τα όνειρα πάντα είναι μια προσωπική υπόθεση. «Ο Ψυχούλας» (σ. 185 - 202), σε μια διαδρομή προς την Καλαμάτα, στο χωριό του Ν. Γκάτσου, στην Ασέα, είναι μια σκιά. Ή ένας αλαφροΐσκιωτος από εκείνους που συντηρεί ακόμη η νύχτα  στην ύπαιθρο. Όπως και αν οριστεί είναι μια παράξενη συνάντηση του συγγραφέα, μια νύχτα του χειμώνα από εκείνες που χιονίζει και οι σόμπες ζεσταίνουν έντονα.
Στο δεύτερο μέρος ξετυλίγεται «Εκείνο πίσω από τη πόρτα» (σ. 205 -  240). Πρόκειται για μια άσκηση φαντασίας αριστοτεχνικά δοσμένης από τον Η. Κεφάλα. Ένα πλάσμα από τον συμπαντικό κόσμο παρουσιάζεται στη ζωή κάποιου, οδηγώντας τον σε μια παράφρονη αίσθηση που καταλήγει στην έκρηξη μιας απόλυτης καταστροφής.  Μια μουσική κλίμακα αποκαλύπτει το πλάσμα που εφορμά μέσα από μια κόγχη βιβλίου και κατακλύζει τον κόσμο της λογικής αποκαλύπτοντας τα ελάχιστα όριά του από τον κόσμο της αχαλίνωτης σκέψης. Θα έλεγα μοναδικό στο είδος του μακρό διήγημα που εγείρει έντονα τις αισθήσεις.        
Το βιβλίο κλείνει με κάποιες αναφορές σε πρώτες δημοσιεύσεις ορισμένων διηγημάτων(σ. 243).
Ο κόσμος του Η. Κεφάλα είναι ένας μοναδικός – όμορφος κόσμος που αξίζει να τον επισκεφτεί κάθε στοχαστικός και ανικανοποίητος αναγνώστης. Είναι λογοτεχνία και μάλιστα από τα ελάχιστα δείγματα της εποχής.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στη σελίδα "Παραθέματα λόγου",  στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό "Στον Ίσκιο του Ήσκιου" 


Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, «Ο θησαυρός των Αηδονιών» και άλλα διηγήματα.

Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2009 (με σχέδια της Εύης Τσακνιά).



Για την κριτική ανάγνωση
Δημήτρης Γ. Μαγριπλής


Ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους διηγηματογράφους είναι, ο καταγόμενος από τον Πύργο της Ηλείας, στρατιωτικός Ιατρός, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος. Μαζί με τους ποιητές Τάκη Σινόπουλο και  Γιώργη Παυλόπουλο θα έλεγε κανείς ότι αποτελούν το κόσμημα, αλλά και ιδιαίτερο κεφάλαιο στην πολιτιστική γεωγραφία του ελληνικού νότου.

Τολμώ να πω ότι μέχρι πριν κάποια χρόνια δεν ήξερα ιδιαίτερα το έργο του. Άλλωστε δεν νομίζω ότι αποτελώ εξαίρεση. Στην εποχή μας η λογοτεχνική παραγωγή είναι απίστευτα ογκώδης και φυσικά προβάλετε όχι το άριστο αλλά το αρεστό στους επιχειρηματίες της τέχνης. Με άλλα λόγια αυτό που έχει σημασία είναι η προώθηση εύκολης πνευματικής τροφής και όχι η προβολή αληθινών λογοτεχνικών βιβλίων. Λείπουν βλέπετε και οι εκδότες, όπως ο Γιάννης Δουβίτσας(Νεφέλη), που φιλοξένησε το σύνολο του έργου του συγγραφέα, με απόλυτο σεβασμό και ιδιαίτερες καλλιτεχνικές ανησυχίες στο στήσιμο και την παρουσίαση της λογοτεχνικής του έκφρασης.

Στην μνήμη του αφιερώνεται η «Πρωτοχρονιά!» ένα από τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή. Μια νοσταλγική αναφορά σε χρόνους που ήταν απούσα η σύγχρονη νεοελληνική κακογουστιά των εμπορικών Χριστουγέννων και «άπασα η μικρή πόλη όπου γεννήθηκα, ανεβοκατέβαινε (υπό βροχήν, συνήθως) στους κεντρικούς δρόμους, με σφυρίγματα, πειράγματα και αλαλαγμούς, ενώ τα παιδιά τραβολογούσαν τους γονείς τους στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, προκειμένου να εξασφαλίσουν το δώρο τους – καμιά σφυρίχτρα, ένα τόπι, ή (σπανιότερα) μια φυσαρμόνικα»(σ. 40). Για πρώτη φορά «οι νότιοι» (σ.43), αντικρίζουν το χριστουγεννιάτικο δένδρο, με «…στρώσεις βάμβακος (χιονίζει δήθεν…) και με άλλα ετερόκλητα και ετεροθαλή μπιχλιμπίδια.» (σ.43), στην Ιατρική Στρατιωτική Σχολή. Εκεί  θα γευτούν «…την αηδή γεύση της σούπας…» και θα αναγκαστούν, υπό το αγριωπό βλέμμα του τραπεζάρχη, να καταπιούν το κρέας από τις πιατέλες «…με κάτι  τεράστια κουφάρια: επρόκειτο για γεμιστές γαλοπούλες…»(σ. 46).     Με λόγο αφαιρετικό και την επίσημη μπλε στολή, το διήγημα  καταγράφει τα συναισθήματα της πρώτης εξόδου του στρατιώτη σε τόπο ξένο. Ο  παγωμένος βαρδάρης, ο συνάδελφος με τον μακρινό συγγενή στην παραλία, το διαμέρισμα γεμάτο κόσμο, η παρέα των νέων που έπαιζαν τυφλόμυγα, ο τέως βαρύτονος, το κατευόδιο, η αφιλόξενη πόλη, η επιστροφή στη σχολή, η υπόσχεση του έρωτα.

Ο λόγος του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, είναι χωρίς γλυκασμούς, κοφτός και ακαριαίος. Σαν την λάμψη του φλάς μιας φωτογραφικής μηχανής που φωταγωγεί το σκηνικό. Στο «Λιούμπιτελ 2» (σσ. 51-70), αυτό γίνεται απόλυτα αισθητό: Καβάλα 1962, Βέροια 1957, Αγία Ελένη - Αναστενάρια, με τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη στην Μονή της Εικοσιφοινίσσης, Ξάνθη 1961, Λεπτή Ορεστιάδας 1967, με τον Τάκη Σινόπουλο και τον Αλέξανδρο  Κοτζιά στον Πύργο το 1974 και στο «Κάστρο των Παραμυθιών» στα Φιλιατρά. Επιστροφή μέσω Αιγίου στην Αθήνα, Τουρκολίμανο με τον Νίκο Καββαδία το 1974, με την Νιόβη (στην οποία αφιερώνεται το βιβλίο – αλλά και όλα τα βιβλία που εξέδωσε στην Νεφέλη και τουλάχιστον έχω υπόψη μου) στα Επτάνησα το 1975, Καλάβρυτα – οδοντωτός το 1976, Πύργος – περιγραφή των εξαίρετων ταφικών μνημείων του νεκροταφείου της πόλης.

Τολμώ να πω ότι τα κείμενα του συγγραφέα είναι σαν μια λεπίδα κοφτή στα έσωθεν της ψυχής μου, όπως το «Άροτρο» (σσ. 72 - 76) που οργώνει την γη: Πάρος - Σεπτέμβρης του 1970, πατέρας και κόρη οργώνουν, ο συγγραφέας παρατηρεί, κάθεται κοντά τους, μιλά και αφουγκράζεται τα ανίατα βάσανα. Τα χρόνια περνούν και ξάφνου το άροτρο, άχρηστο μπροστά στο τρακτέρ, δικαίως περνά στα χέρια του γιατρού, που ξέρει να καλλιεργεί το λόγο και σκάβει στο παρελθόν μνήμες που αφηγείται στην «Αντιπαροχή» (σσ. 79 – 81): Ο τρελός στο σπιτάκι με τη σημαία και την μηχανή με το καλάθι, που καταλήγει στο υπόγειο της νεόδμητης πολυκατοικίας. Το καλάθι «Το άφησαν στο πεζοδρόμιο. Εκείνος έβγαινε, κάθε απομεσήμερο που έγερνε ο ήλιος, και κάθονταν μέχρις αργά, αμίλητος, μέσα στο καλάθι. Μια ημέρα το περιμάζεψε ένα αυτοκίνητο της Δημοτικής Αρχής, ειδοποιημένης προφανώς από κάποιον περίοικο, καθ’ ότι είχε καταντήσει εστία μικροβίων»(σ. 81).

Το «Πλασμώδιο falciparum» (σσ. 10 – 21) φυσικά δεν είναι ένα απλό μικρόβιο. «- Πρόκειται για κακοήθη τριταίο,…»(σ. 15). Η ελονοσία προπολεμικά μάστιζε την νοτιοδυτική Ελλάδα. Ο συγγραφέας μας μεταφέρει τη δοκιμασία του και παράλληλα μια άλλη εποχή που τα παιδιά (σκαστά από τον υποχρεωτικό μεσημεριανό ύπνο),αναρριχούνταν στα δέντρα του χτήματος,  ο οικογενειακός γιατρός κατέφθανε άψογα ντυμένος φορώντας στο κεφάλι τον απαραίτητο «παναμά» και με σοβαρό ύφος, κοιτώντας αφ’ υψηλού όσους τον περιστοίχιζαν ανακοίνωνε με ουδέτερη φωνή τη διάγνωση. Στην συνέχεια η «αλλαγή αέρος» θα τον οδηγήσει στην Αθήνα του Αρχαιολογικού μουσείου, του Πεδίου του Άρεως, του Σινεάκ, στο Παλιό Φάληρο στο σπίτι της θείας και του ξάδερφου του Άγγελου. Ένα υπέροχο κείμενο μια φωτογραφία από πλανόδιο φωτογράφο με την υπογραφή: «Φλοίσβος, 19 Σεπτεμβρίου 1939». Η μνήμη αναδύθηκε από το πορτοφόλι του ξάδερφου, όταν  το 1949 ένας χωροφύλακας παρέδωσε τα προσωπικά του είδη στην οικογένεια του συγγραφέα(προφανώς θύμα του εμφυλίου).

 «Η δεκαοχτούρα» (σσ.24 – 34), αποτελεί δείγμα άριστης διηγηματικής γραφής, όπως άλλωστε, ο συγγραφέας, μας έχει συνηθίσει από παλιά με τις «φρακασάνες»* (1962 - το πρώτο του διήγημα), και εντεύθεν. Ξεχωρίζω τη σκηνή : « Ακούμε, ξαφνικά, κάποιο χλιμίντρισμα ζώου και (ταυτοχρόνως) βλέπουμε δύο άλογα, ένα λευκό κι ένα καφέ, να παίρνουν φόρα και να υπερπηδούν το συρματόπλεγμα, που όριζε τα σύνορα του χτήματος από τον βορειοδυτικό δημόσιο χωματόδρομο.»(σ. 25-6). Σας ομολογώ ότι περίμενα να δω τον άγιο Γεώργιο και τον άγιο Δημήτριο. Έλεγα μέσα μου όλα είναι δυνατά στη φαντασία και τα μάτια  των παιδιών. Γιατί  μέσα από τέτοια μάτια γράφει ο Η. Παπαδημητρακόπουλος. Όμως «Τα ίππευαν δύο Ιταλοί εν στολή»(σ.26). Μέσα σε λίγες σειρές το σκηνικό από τον παράδεισο (γιατί έτσι είχε το χτήμα ο πατέρας του), αρχίζει να εκπίπτει και να μετατρέπεται σε μια αλήθεια που μόνο ο πόλεμος μπορεί να κατορθώσει: «…στο χτήμα είχε κατασκηνώσει, αθόρυβα τη νύχτα, μια ιταλική μονάδα μεταγωγικών, με ένα αμέτρητο πλήθος μουλαριών. Κάτω από κάθε δένδρο, κυρίως στις αμυγδαλιές, τις αχλαδιές και τις συκιές, βρισκόταν δεμένο από ένα μουλάρι, που είχε ήδη αρχίσει να μασάει τη φλούδα του κάθε κορμού.»(σ.27). Η οικογενειακή καταστροφή. Ο πατέρας πεθαίνει, το χτήμα ξεραμένα παλούκια, ο σεισμός και η κατάρρευση της μεγάλης αποθήκης, η μετακόμιση, η τελευταία ματιά, η δεκαοχτούρα κουρνιασμένη στο κεραμίδι ακίνητη στο κρύο και τη βροχή. Και ενώ όλα σφίγγουν το στομάχι, η μάννα – πρόσωπο τραγικό και συνάμα δύναμη: «…μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο και, χωρίς να πει τίποτα, γύρισε το διακόπτη του ηλεκτρικού, ανάβοντάς μου το φως.»(σ.34).

«Ο θησαυρός των Αηδονιών», αφιερωμένο στη μνήμη του αδελφού του Γιάννη, αποτελεί μια ιδιότυπη μαρτυρία. Αρχίζει με την εξομολόγηση της εμμονής του συγγραφέα για το δελτίο καιρού και ακολουθεί μια μοναδική περιηγητική προτροπή για τόπους ανάλογα τους  καιρούς και τη χλωρίδα της περιοχής. Και ενώ ανύποπτα διαβάζουμε για την εκδρομή του στο μουσείο της  Νεμέας, με αφορμή την έκθεση του περίφημου «θησαυρού των αηδονιών», τη συλλογή των κτερισμάτων από το ομώνυμο μυκηναϊκό νεκροταφείο, αρχίζει η έκπληξη. Στο πάρκινγκ του αρχαίου λατομείου, επί της εθνικής οδού μετά τα διόδια της Νεστάνης, ένα τεράστιο βυτιοφόρο φρενάρει. Ο διάλογος που ακολουθεί με τον οδηγό του, αποκαλύπτει ίσως και την αιτία θανάτου του αδελφού του συγγραφέα. Το τελευταίο δεν μπορεί κανείς να το υποστηρίξει με βεβαιότητα αλλά την τελευταία φράση του διηγήματος θα πρέπει να την πάρουμε στα σοβαρά: « - Να προσέχεις τα πάρκινγκ της εθνικής. Έχει φαγωθεί κόσμος εκεί μέσα.»(σ.92).

Το βιβλίο κλείνουν πέντε μικρά διηγήματα, υπό το γενικό τίτλο: «Παιδαριώδεις ιστορίες» (ξεκινούν με στίχους του Χρήστου Ρουμελιωτάκη). Πρόκειται για «Τα γαϊδουράκια» (σ. 95 – 96), «Ο χοίρος» (σ. 97 – 98), «Το σκυλί» (σ. 99- 101), «Το μουλάρι» (σ.102 – 103) και «Ο τράγος» (σ. 104 – 105). Και τα πέντε είναι υποδειγματικές γραφές νανοδιηγημάτων ή «ιστοριών μπονζάι» όπως προκρίνεται στα ελληνικά από τον κύκλο του περιοδικού «Πλανόδιον» που επιμελείται και μιας σχετικής ιστοσελίδας στο διαδίκτυο: http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/ . Η απόλυτη διηγηματική πλοκή μέσα σε ελάχιστες σειρές γραπτού λόγου μεταφέρουν εικόνες, νοήματα, βαθιούς στοχασμούς και πάνω από όλα οικολογική ευαισθησία και δυνατά συναισθήματα.

Κοιτώ και χαίρομαι το βιβλίο αυτό. Είναι στολίδι για την βιβλιοθήκη μου. Όπως και όλα τα βιβλία του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου. Οι εκδόσεις Γαβριηλίδη δείχνουν ότι μπορούν να καλύψουν το κενό της παλαιάς Νεφέλης ή τουλάχιστον ξέρουν να  φιλοξενούν συγγραφείς του επιπέδου του γιατρού, που ως γνήσιος “νότιος” φαίνεται να μην ξεχνά τις χειμωνιάτικες νύχτες, όταν οι αστραπές ανοίγουν τις κουρτίνες του ορίζοντα και ξαφνικά φωταγωγείτε το ιερό, (για την ποίησή μας), νησί της Ζακύνθου. Τέτοια είναι η γραφή του. Ξαφνικό φως.

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό    « Στον Ίσκιο του Ήσκιου»http://www.iskiosiskiou.com/2010/04/blog-post_27.html


Μια κουβέντα με τον εκδότη και συγγραφέα, Αντώνη Παπαβασιλείου

Με τον Αντώνη Παπαβασιλείου επικοινωνούμε. Αρχικά με τα λογοτεχνικά του βιβλία και έντυπα που επιμελείται (« τύρβη »). Στην συνέχεια...