Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Μια συνομιλία με τον ποιητή Χρήστο Αναγνωστόπουλο, με αφορμή την ανάγνωση της τελευταίας ποιητικής συλλογής του: « Δένδρο ξανά», Περισπωμένη, Αθήνα 2025.

 


Τον Χρήστο Αναγνωστόπουλο τον γνωρίζω χρόνια. Είναι από τους ποιητές που υποστηρίζουν βιωματικά τον έμμετρο λόγο τους και αυτό μου είναι αρεστό και συνάμα αιτία να αναζητώ τα γραπτά του με διάθεση και χαρά. Τελευταίο βιβλίο του το «Δένδρο ξανά», από τις εκδόσεις «Περισπωμένη», Αθήνα 2025. Για τον ποιητή «ο χρόνος δεν είναι ρολόγι , είναι χιόνι» και η αγάπη είναι το κέντρο της ζωής. Πόσο όμως καλύτερα από τον ίδιο να μας μιλήσει για την ποίηση; Είχα την ευκαιρία να του θέσω κάποιες ερωτήσεις και τις μεταφέρω παρακάτω όπως ακριβώς τις απάντησε…   

    

Χρήστο η  βιωματική ενσυναίσθηση οδηγεί στο λυρισμό;

 

ΑΠ: Αν με τη λέξη ''λυρισμός'', συμφωνήσουμε εδώ πως εννοούμε την ποίηση γενικότερα, τότε θα πρέπει να γυρίσουμε τα κιάλια μας με προσοχή για να δούμε

πού βάζουν συνήθως την πλώρη τους τα βιώματά μας. Τα βιώματα από μόνα τους,

δεν οδηγούν στον λυρισμό και την ποίηση. Από μόνα τους, μπορεί καμιά φορά να 

μας κάνουν ευτυχισμένους και εγωιστές, αδύνατους ή πιο πολύ δυνατούς απ' ό,τι

πρέπει για να είμαστε ανθρώπινοι, πλούσιους σε εμπειρίες αλλά στερημένους

τελικά, απ' αυτή τη μοναδική εμπειρία της ζωής, την ποίηση. Για την ποίηση, ο προ-

ορισμός της, η επιθυμία της, ολόκληρο το είναι της, είναι ν' αποκαλύπτεται. Κι όπως

για να ανοίξουμε μια πόρτα δε χρειάζονται πολλά κλειδιά, έτσι και για να μπούμε στην

ποίηση, χρειάζεται μόνο η καθαρή ματιά. Αυτή, που μπορεί να δει τους θησαυρούς

της, χωρίς εκείνοι να τη διαφθείρουν ούτε αυτή να τους ευτελίσει. Τα βιώματα, μπορούν μόνο να κάνουν αυτή τη ματιά μας πιο καθαρή. Όποτε το μπορούν.

 

Είναι ο χρόνος και ο τόπος,  προϋπόθεση και λόγος ποιητικής γραφής;

 

ΑΠ: Αυτή είναι μια ερώτηση που μου φέρνει στο νου μια εικόνα. Ένα παιδί προσ-

καλεί ένα φίλο του για να παίξουν μαζί στο δρόμο. Το παιχνίδι τους είναι η ποιητική

γραφή και ο δρόμος όπως και η ώρα της ημέρας που παίζουν, είναι ο τόπος και

ο χρόνος. Μ' αυτή την έννοια, αυτός ο τόπος και ο χρόνος είναι πράγματι μια προϋ-

πόθεση ποιητικής γραφής. Βέβαια, η ποιητική γραφή είναι μια διαδικασία που μπορεί

να συνεχιστεί και πέρα από τον συγκεκριμένο τόπο και έξω από τον συγκεκριμένο

χρόνο, αφού είναι μια πνευματική πράξη και όπως ξέρουμε ''το πνεύμα πνέει όπου

θέλει'', καταργώντας με την παρουσία του και τον χρόνο και τον τόπο. Όμως ο τόπος

και ο χρόνος είναι στην πραγματικότητα αυτοί οι δυο ''διανομείς'', που τη φέρνουν στη

γειτονιά μας. Και όταν έρθει και μας αποκαλυφθεί και γνωρίσουμε τον χαρακτήρα της

και την αγαπήσουμε, τότε θα καταλάβουμε πως και τα δυο αυτά, ο τόπος και ο χρόνος,

έχουν συμβάλλει στην ομορφιά της, έχουν συμπράξει ν' αποκτήσει την όποια χάρη της.

Μ' άλλα λόγια, ο χρόνος και ο τόπος επιλέγουν τελικά να ζωγραφίσουν, με τα δικά τους

χρώματα, τη φιγούρα της γραφής μας. Αυτό που λέμε ύφος.

Παλιότερα, θυμάμαι, διάβασα κάπου για τον λυρικό χαρακτήρα των έργων του Σοφοκλή

και πόσα χρωστάει αυτό το αξεπέραστο ύφος του, στα χαμηλά βουνά της Αττικής και

στο ήπιο κλίμα της.

 

Η ποίηση είναι μια έξοδος από το ταπεινό μας εγώ;

 


ΑΠ: Από την πρώτη λέξη που γράφει η ποίηση, αυτό προσπαθεί να κάνει. Να βγει από

το ταπεινό μας εγώ. Κι όταν καταφέρει να βγει, αν το επιτρέψουν αυτά που θα γράψει,

τη μια μέρα η ποίηση είναι ένας ελεήμονας που βγαίνει στο δρόμο να δώσει ό,τι έχει κι

ύστερα, την άλλη μέρα, γίνεται μια ζητιάνα που βγαίνει κι αυτή να ζητιανέψει από τον 

κόσμο, από το δικό του θησαυρό, απ' ό,τι εκείνος έχει. Κι όλοι να μοιράζονται από την

αλήθεια. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί έξω από την πόρτα της παραφυλάει πότε

η ματαιοδοξία και πότε η φιλαρέσκεια και η έπαρση, όλες σταλμένες από το εγώ μας,

για να τη βλάψουν κι αυτή πρέπει να βρει τον τρόπο να το κάνει αθόρυβα. Τόσο αθόρυβα

που να μη την καταλαβαίνει κανένας. Γι' αυτό, η ποίηση πρέπει να είναι μια φυγή, τη νύχτα,

καβάλα σε' να γαϊδουράκι.


 

Νοσταλγία ή πένθος, ως αποκάλυψη των στιγμών του παρελθόντος;

 

ΑΠ: Αυτή την ερώτηση θα προσπαθήσω να την απαντήσω αντιστρέφοντας, από την αρχή,

το χρόνο. Ή μάλλον προεκτείνοντάς τον.

Στην ποίηση τόσο η νοσταλγία όσο και το πένθος, παράλληλα με το παρελθόν, μπορούν

να αναφερθούν και στο μέλλον. Μπορούν να το κοιτάξουν, να το νιώσουν. Να νοσταλγήσουν,

με την έννοια να επιθυμήσουν, κάποιες στιγμές που βρίσκονται μπροστά κι όχι πίσω και να

πενθήσουν για άλλα που θα συμβούν. Για παράδειγμα η ποίηση στους Προφήτες ,πενθεί για

πράγματα που θα συμβούν στο μέλλον και γράφεται, βέβαια, από τους προφήτες. Επίσης

ο Οδυσσέας, νοσταλγεί δίχως άλλο το παρελθόν αλλά στην επιστροφή του νοιάζεται περισ-

σότερο για το μέλλον, για το τι θα βρει κι αν αυτό είναι το ίδιο ή έχει αλλάξει και οραματίζεται

το καλύτερο και παρακαλάει να είναι όπως το ήξερε, νοσταλγώντας δηλαδή κατά κάποιον

τρόπο και το μέλλον. Και στις δυο περιπτώσεις λειτουργεί ο οραματισμός, που γίνεται η

νοσταλγία του μέλλοντος!

Τώρα η νοσταλγία και το πένθος, με το δικό τους τρόπο, μας αποκαλύπτουν στιγμές του

παρελθόντος καλές και κακές και το κάνουν αυτό με τις αναμνήσεις μας. Πάντως, έχει τελικά

ενδιαφέρον ότι ο οραματισμός και η ανάμνηση, που κανονικά αναφέρονται σε αντίθετους

χρόνους, μπορούν να λειτουργήσουν και οι δυο και στο παρελθόν και στο μέλλον, σαν να

έχουν τελικά μια κοινή καταγωγή κι όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μια παρόμοια ετυμολογία. 


 

 Η ποίηση ως έκφραση της εσωτερικής μας σιωπής…

 

ΑΠ: Αυτή η τελευταία ερώτηση μου αρέσει πιο πολύ από όλες τις προηγούμενες.

Γιατί η σιωπή είναι από τις αδυναμίες μου. Απ' όλες τις εκφράσεις, είναι αυτή που με

συγκινεί περισσότερο. Και η σιωπή υπάρχει σ' όλες τις εκφράσεις της τέχνης. Αν έχει

ένα συνοδοιπόρο η τέχνη, αυτός είναι η σιωπή. Είναι αυτή που την ακολουθεί από την

αρχή ως το τέλος. Η σιωπή υπάρχει πριν από κάθε δημιουργία, είναι μέσα σε κάθε

δημιουργία και παραμένει και μετά απ' αυτήν. Είναι η σελίδα του ποιητή και ο καμβάς

του ζωγράφου. Δείτε, ακόμα, στο θέατρο. Η σκηνή, πριν να βγουν οι ηθοποιοί και

παιχτεί το έργο και η ίδια σκηνή όταν έχουν αποχωρήσει, είναι η ίδια σιωπή με δια-

φορετικό πρόσωπο, όπως είναι το πρόσωπο μετά από κάθε εμπειρία. Το πρώτο,

η σκηνή με τα σκηνικά της, με το χαμηλό της φως, με την ατμόσφαιρα γύρω της

γεμάτη μυστήριο, το δεύτερο με τα συναισθήματα, με τη συγκίνηση, με την ομορφιά

και την αλήθεια που άφησε διάχυτη, φεύγοντας το έργο. Το έργο που έρχεται από 

τη σιωπή και φεύγει, αφήνοντας πίσω του, πάλι τη σιωπή. Μόνο που τώρα η σιωπή

έχει άλλο πρόσωπο, τώρα το πρόσωπο έχει εκφραστεί. Τώρα η σιωπή δεν είναι

μυστήριο, είναι μαγεία. Πριν, ήταν μια ωραία γυναίκα, τώρα είναι μια ωραία γυναίκα

που αγαπήθηκε. Που έδωσε και που πήρε. Αυτή η ανταλλαγή είναι η σχέση της ποίησης

και της σιωπής. Και αυτή την ανταλλαγή θα τη λέγαμε και έρωτα.


Χρήστος Αναγνωστόπουλος, μικρό βιογραφικό: https://biblionet.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF/?personid=15153

 

Μια συνομιλία με τον ποιητή Χρήστο Αναγνωστόπουλο, με αφορμή την ανάγνωση της τελευταίας ποιητικής συλλογής του: « Δένδρο ξανά», Περισπωμένη, Αθήνα 2025.

  Τον Χρήστο Αναγνωστόπουλο τον γνωρίζω χρόνια. Είναι από τους ποιητές που υποστηρίζουν βιωματικά τον έμμετρο λόγο τους και αυτό μου είναι...