Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Ο Δημήτρης Μαγριπλής, ανακρίνει τον αθλητικογράφο και μπλόγκερ, Μάκη Διόγο, για την πολιτική και το ποδόσφαιρο…




Τον Μάκη τον γνώρισα πριν πολλά χρόνια. Ήταν στην εποχή της αθωότητας, πριν την εποχή της αφθονίας, τότε που ακόμη μοιραζόμαστε το χαρτζιλίκι και τα όνειρα ….Τον θυμάμαι πάνω στην βέσπα να έρχεται σε εκείνες τις ατελείωτες συναντήσεις , στην Φαλήρου (στο Κουκάκι), στα γραφεία του «Ρήγα». Άλλοτε συμφωνούσαμε και πότε – πότε τσακωνόμασταν για το μέλλον του σοσιαλισμού και την κοινωνία που ευτυχώς ακόμη ερχόταν….Τον ξαναείδα στο ιδιωτικό κανάλι ΣΤΑΡ. Υπεύθυνος του αθλητικού ρεπορτάζ. Ίδιος…Φυσικά τον διάβαζα σε αθλητικές εφημερίδες. Πανιώνιος, πράμα σπάνιο. Σαν μπλόγκερ τον παρακολουθώ στην «Κόκκινη πιπεριά». Εκεί εμπλέκεται ο χριστιανισμός με την αριστερά και το ποδόσφαιρο με την πολιτική. Ομολογώ από τις πιο ποιοτικές σελίδες του διαδικτύου. Κατά καιρούς φιλοξενεί και δικά μου διηγήματα. Έτσι συναντιέμαι ξανά  με φίλους παλιούς, που σαν τον Μάκη Διόγο, ακόμη είναι παρόντες στα γεγονότα και τις εξελίξεις του τόπου, αλλά και σαν παράγοντες, στην πιθανότητα να αλλάξει προς το καλύτερο και ποιοτικά επιθυμητό.  Ας τον ανακρίνουμε λοιπόν….    


1. Αθλητικογράφος, μπλόγκερ, συγγραφέας, τι από όλα υπερισχύει μέσα σου;

Απ.: «Η αθλητική δημοσιογραφία ήταν η επαγγελματική μου επιλογή σχεδόν από το γυμνάσιο. Νιώθω ευλογημένος που ζω την οικογένεια μου από κάτι που μετά από 30 χρόνια το κάνω με ευχαρίστηση, αν και τα τελευταία χρόνια το «κλίμα» έχει χαλάσει. Μπλόγκερ έγινα από την ανάγκη να εκφράζομαι καθημερινά για θέματα που με απασχολούν. Η «Κόκκινη Πιπεριά» είναι το… ησυχαστήριο, αλλά και εξομολογητήριο μαζί. Όσο για το συγγραφέας, «βαριά» κουβέντα. Έγραψα ένα βιβλίο «Μικρές αθλητικές ιστορίες» (Εναλλακτικές εκδόσεις 2008) αλλά όχι συγγραφέας δεν είμαι. Ίσως στη πορεία, αλλά τώρα προτιμώ να δηλώνω μάχιμος δημοσιογράφος-μπλόγκερ»!

2. Πολιτική και ποδόσφαιρο. Νομίζω είσαι από τους πλέον ειδικούς.

Απ.: «Το ποδόσφαιρο είναι ένα τεράστιο κοινωνικό φαινόμενο. Αταξικό, «άθρησκο», πολυπολιτισμικό. Γι’ αυτό και πολλές φορές μπορεί να περάσει κοινωνικά μηνύματα, πχ ενάντια στο ρατσισμό & τις φυλετικές διακρίσεις, σε εκατομμύρια ανθρώπους κάτι που η πολιτική δεν μπορεί να κάνει».

3. ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος, πόσο επίκαιρα παραμένουν τα όνειρα του χθες;

Απ.: «Θυμάσαι τότε λέγαμε: «Τα όνειρα θα πάρουν εκδίκηση…». Η ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος υπήρξε μια νεολαία πολύ μπροστά από την εποχή της. Για μένα το γεγονός ότι όλοι οι πολιτικοί χώροι έχουν στελέχη του Ρήγα είναι χαρακτηριστικό. Ο Ρήγας έφερε πολλά ριζοσπαστικά στοιχεία όχι μόνο στην αριστερά, αλλά στη κοινωνία. Ο ανοιχτός τρόπος σκέψης, η αντιλαϊκιστική πολιτική τοποθέτηση, οι σχέσεις των ανθρώπων μέσα στις οργανώσεις νεολαίας, ο πολιτισμός και η ανοιχτή κουλτούρα μπόλιασαν την ελληνική κοινωνία. Αυτά τα προτάγματα παραμένουν επίκαιρα και σήμερα».

4. Χριστιανική αριστερά και μαρξισμός, ιδεολογήματα ή τρόπος ζωής;

Απ.: «Θα μιλήσω προσωπικά. Πρώτα έγινα χριστιανός και μετά εντάχθηκα στην αριστερά. Και για τα δυο έδωσα «μάχες», έψαξα, διάβασα, ρώτησα και κατέληξα. Πορεύομαι από τότε στη ζωή προσπαθώντας καθημερινά να κάνω πράξη το «αγαπάτε αλλήλους», το οποίο για μένα είναι και χριστιανικό και αριστερό».

5. Πανιώνιος, προσφυγιά και προσφυγικό.

Απ.: «Ο Πανιώνιος είναι το «εργαλείο» που κάνει τις Κυριακές μου διαφορετικές. Άλλες χαρούμενες, άλλες στενάχωρες αλλά έτσι δεν είναι και η ζωή μας; Μια γέλιο, μια δάκρυ. Ο Πανιώνιος, ο πρόσφυγας σύλλογος που ξεριζώθηκε τον 1922 και αυτός όπως ο Μικρασιατικός Ελληνισμός από την πατρώα γη της Σμύρνης, μας θυμίζει πάντα ότι η προσφυγιά είναι κάτι που δεν… προγραμματίζεται. Γι’ αυτό και κάθε φορά που βλέπω μάνες με παιδιά στην αγκαλιά να έρχονται στη πατρίδα μας, από την Ανατολή (και από αλλού…) πάντα στο μυαλό έρχονται οι ασπρόμαυρες εικόνες των Ελλήνων στη φλεγόμενη προκυμαία της Σμύρνης απελπισμένα να ζητούν ένα χέρι για να ανέβουν στα πλοία της σωτηρίας τους. Το λεγόμενο προσφυγικό δεν θα λυθεί ποτέ αν οι ισχυροί του πλανήτη δεν σταματήσουν να επεμβαίνουν στον τρόπο ζωής κρατών και εθνών. Αν δεν σταματήσουν να τους κλέβουν το φυσικό πλούτο, να παίρνουν τους φυσικούς πόρους. Όλα αυτά «γεννούν» τζιχαντιστές, διαλύουν κράτη, ξεριζώνουν ανθρώπους από τα σπίτια τους».

6.  Ποιο το μέλλον του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, όπως διαμορφώνεται το τοπίο σήμερα;

Απ.: «Το μέλλον του επαγγελματικού ποδοσφαίρου; Μάλιστα. Μου επιτρέπεις μια «παραλλαγή». Το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο είναι σαν το Λάζαρο, το φίλο του Ιησού. Έχει «πεθάνει». Στη περίπτωση του Λάζαρου βρέθηκε ο Χριστός και τον ανέστησε. Στη περίπτωση του ελληνικού ποδοσφαίρου, εγώ δεν βλέπω στον ορίζοντα… Ιησού Χριστό»!

7.  Δυο λόγια για το ποδόσφαιρο της Πελοποννήσου

Απ.: «Πρέπει να σου πω ότι από παιδί συμπαθούσα ιδιαίτερα την Παναχαϊκή. Λόγω της ιστορίας της που ανακατεύονται πολιτικά, κοινωνικά & αθλητικά δρώμενα, των χρωμάτων της και εν γενει της παρουσίας της στο ελληνικό ποδόσφαιρο, καθώς έχει βγάλει πολύ μεγάλους ποδοσφαιριστές με πρώτο τον θρυλικό (και αδικοχαμενο) Κώστα Δαβουρλή, αλλά και τον Ανδρέα Μιχαλόπουλο, τον αείμνηστο Θέμη Ρήγα, τον Βασίλη Στραβοπόδη, τον θείο σου Σπύρο Βουλγαράκη, κ.α. Πρέπει να σου πω ότι ο Πανιώνιος από τα 1895 είχε εξαιρετικές, αδελφικές σχέσεις με τον Παναχαϊκό τον «πατέρα» της Παναχαϊκής. Μάλιστα το 1904 ο Πανιώνιος προσκάλεσε τον Παναχαϊκό στους Πανιώνιους αγώνες και ο σύλλογος της Πάτρας αποδεχόμενος τη πρόσκληση απάντησε λέγοντας μεταξύ άλλων: «Το ηλεκτρικόν υπέρ Πατρίδος ρεύμα το διατρέχον ανέκαθεν πάσαν ελληνικήν καρδίαν, οθενδήποτε προερχόμενον, συγκινεί πάντοτε σύμπαν το ελληνικόν και κρατεί αυτό εν εγρηγόρσει, ιδίως οσάκις ορατοί ή αόρατοι εχθροί απειλούσιν αυτό. Τούτου ένενα ο Ελληνισμός… ίνα αναλάβη τη πατρώαν κληρονομιάν. Την πληρώσιν του προαιωνίου τούτου πάθους επιζητούντες άπαντες, ου παυόμεθα πράττοντες το προσήκον έκαστος, προλειαίνοντες ούτω την οδόν της μεταγενεστέροις». Ελπίζω ότι σύντομα η Παναχαϊκή, αλλά και ο Πανηλειακός, η Καλαμάτα θα βρουν και πάλι το δρόμο των επιτυχιών γιατί θεωρώ ότι η παρουσία τους είναι αναγκαία για τις τοπικές κοινωνίες που εκπροσωπούν. Άφησα εκτός κάδρου τον Αστέρα Τρίπολης που τα τελευταία χρόνια έχει εξαιρετική παρουσία στη Superleague».  


δημοσιεύτηκε στο  www.tempo24.gr (Ηλεκτρονική εφημερίδα, ειδήσεις και νέα από την δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο). Αρχισυντάκτης : Απόστολος Βουλδής, Πάτρα 14 /5 / 2016, σελ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Ο Δημήτρης Μαγριπλής συζητά με το λογοτέχνη Κώστα Ζαφείρη, για το προσφυγικό και τη συγγραφή.





Τον Κώστα Ζαφείρη τον συνάντησα στο παρελθόν στα φοιτητικά αμφιθέατρα και τους κοινωνικούς αγώνες. Αμφότεροι ονειρευτήκαμε ένα κόσμο δικαιότερο με ίσες ευκαιρίες, δημοκρατία και ελευθερία για όλους. Κάποτε χαθήκαμε για να ξαναβρεθούμε μέσα από τα βιβλία μας, χτίζοντας μια ζεστή επικοινωνία που συντηρεί τις μνήμες και  ανανεώνεται με τις ειδήσεις της. Ο Κώστας ποτέ δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για τα κοινά. Δίνει το παρών άλλοτε σαν πρωταγωνιστής, άλλοτε σαν εθελοντής μα πάνω από όλα σαν ενεργός πολίτης. Ζει μόνιμα στην Χίο. Νομίζω είναι από τους λίγους που θα μπορούσε να μας μεταφέρει το κλίμα και την αλήθεια ενός τόπου που βιώνει την προσφυγιά τόσο σαν ιστορική μνήμη όσο και σαν σύγχρονη πραγματικότητα…. 

  

Ένας συγγραφέας στον προσφυγικό καταυλισμό της Χίου, τι είδες και τι ένιωσες;

Είναι δεκάδες οι εικόνες και τα συναισθήματα. Φτάνει να πω ότι όσα ζει ολόκληρη η χώρα το τελευταίο διάστημα εμείς στα νησιά, και στη Χίο, τα ζούμε εδώ και χρόνια. Θα μείνω μονάχα σε τούτο. Όσο τα βόρεια σύνορα ήταν ανοιχτά, παρά τους κινδύνους και τις ταλαιπωρίες, οι άνθρωποι που έφταναν εδώ είχαν στο βάθος ελπίδα. Έβλεπαν το πέρασμα τους από τα νησιά σαν ένα ακόμα μικρό βήμα που τους οδηγούσε στον προορισμό που είχαν επιλέξει. Μετά το σφράγισμα των συνόρων και την αναίσχυντη συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας χιλιάδες άνθρωποι βιώνουν τον εγκλεισμό και τον εγκλωβισμό μαζί με το φόβο της απέλασης. Και νιώθουν απόγνωση κι απελπισία. Κι αυτά είναι συναισθήματα πολύ δύσκολο να τα αντιμετωπίσεις.

Γίνεται να γράφει κανείς ανάμεσα σε λέμβους κατεστραμμένες και σώματα ξεβρασμένα στα βράχια;

Στο ερώτημα σου μπορώ να πατήσω εντελώς προσωπικά. Δεν υπάρχει γενική απάντηση. Προσωπικά λοιπόν προτιμώ στο μέτρο του δυνατού να εκφράζομαι με πράξεις . Ακόμα και με τις ελάχιστες πράξεις συμπαράστασης και υποστήριξης αυτών των κυνηγημένων ανθρώπων. Όλα αυτά, πλούσια και περίπλοκα, ίσως εκφραστούν γραπτά, ίσως και όχι. Πάντως πρέπει να τ’ αφήσουμε να κατασταλάξουν.

Πώς ένιωσαν οι Χιώτες τους πρόσφυγες;

Η λεγόμενη προσφυγική κρίση είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας καθρέφτης για να κοιτάξει η κοινωνία μας το πρόσωπό της. Και το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να είναι παρά αντιφατικό, όπως κι η ίδια η κοινωνία. Έτσι από τη μια πλευρά, έχουμε ένα πολύμηνο, αυθόρμητο και οργανωμένο, συγκλονιστικό κύμα υποστήριξης και αλληλεγγύης στους κατατρεγμένους που φτάνουν στο νησί μας. Κι αντίστοιχα, στο άλλο άκρο, εχθρότητα και φόβο, που εκφράστηκαν με πράξεις που μας ντροπιάζουν. Έχοντας διαλέξει πλευρά, χωρίς υπεκφυγές κι εθελοτυφλία, προτιμώ να βλέπω την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη που έδειξαν εκατοντάδες συμπατριώτες μου.

Πόσο μακριά είμαστε από την άνοιξη που ονειρεύεσαι για το σύνολο;

Άνοιξη σημαίνει μετάβαση, αλλαγή, αναγέννηση. Σημαίνει ακόμα αστάθεια, σκαμπανεβάσματα, απότομες μεταβολές. Δεν ξέρω πόσα από αυτά μπορούμε να τα δούμε συλλογικά. Τα τελευταία χρόνια οι απογοητεύσεις μας δεν είναι και λίγες. Σημασία έχει να κρατήσουμε το ρήμα που περιέχει το ερώτημά σου. Να μπορέσουμε να ονειρευόμαστε.




Το επόμενο βιβλίο σου τι θέμα θα έχει;

Προς το παρόν, στη σκέψη μου είναι ακόμα η ολοκλήρωση της πορείας του προηγούμενου βιβλίου μου της «Κόντρα Γέφυρας» που ξεκίνησε το ταξίδι του το καλοκαίρι του 2015. Αλλά επειδή αυτά τα ταξίδια δεν σταματούν ποτέ, σχέδια υπάρχουν πολλά. Ελπίζω κάποια στιγμή σύντομα να μπορούμε να τα κουβεντιάσουμε. Αλλά ας μην ξεχνούμε ότι όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, οι θεοί γελούν. Να είμαστε καλά λοιπόν από όλες τις απόψεις.

Υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι που να υπηρετούν και να επιμένουν στην ποιότητα;

Ναι υπάρχουν. Ίσως δεν πολυφαίνονται μέσα στο κύμα της ευκολίας και του κέρδους αλλά υπάρχουν. Δίνουν έναν δύσκολο αγώνα, πολλές φορές αγώνα επιβίωσης, μέσα σε συνθήκες που γίνονται όλο και πιο δύσκολες. Έχουν να αναμετρηθούν με καταστάσεις που ευνοούν τη ρηχότητα και την έκπτωση αξιών και ποιότητας. Σημασία έχει όχι μόνο να τους γνωρίζουμε εμείς αλλά να τους μάθουν κι άλλοι. Άλλωστε είναι μια σχέση αμφίπλευρη. Τους στηρίζουμε και μας στηρίζουν. 


δημοσιεύτηκε στο  www.tempo24.gr (Ηλεκτρονική εφημερίδα, ειδήσεις και νέα από την δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο). Αρχισυντάκτης : Απόστολος Βουλδής, Πάτρα 4 /5 / 2016, σελ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Ο Δ. Μαγριπλής συνομιλεί με τον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου.



Μια συνάντηση με αφορμή την  ομαδική έκθεση ζωγραφικής "Έλληνες Ναΐφ Ζωγράφοι", που παρουσιάζεται στην Ύδρα, στο Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο,  έως τις 2 Μαΐου


Τον κύριο Ντίνο Παπασπύρου δεν τον έχω ακόμη γνωρίσει δια ζώσης. Είναι η ακινησία του και η δική μου αδυναμία να καταγράψω τα απίστευτα χιλιόμετρα μέχρι την Θεσσαλονίκη, σε εποχή οικονομικής  κρίσης. Νοιώθω όμως πως τον έχω δει χιλιάδες φορές. Άλλωστε το να αισθάνεται  κανείς τα δημιουργήματα ενός καλλιτέχνη - και δεν μιλώ μόνο για το ζωγραφικό του έργο αλλά και τα βιβλία του - είναι η ασφαλέστερη οδός μιας επικοινωνίας ουσίας, που επισκιάζει όποια άλλη μορφή. Έτσι αισθάνομαι οικείος μαζί του. Επιπλέον το διαδίκτυο μας προσφέρει μια ανέξοδη και καθημερινή επαφή. Εκεί βλέπω ξανά και ξανά εικόνες και ζωγραφιές του και διαβάζω τα σχόλια και τις σκέψεις του. Αν είχαμε βρει χορηγό θα είχαμε κάνει και μαζί ένα βιβλίο(τα "Ενδο- ταξιδιωτικά", δεκαπέντε μικρές ιστορίες μου και εικονογράφηση δική του). Είναι όμως οι καιροί δύσκολοι και η στοχοποίηση έμεινε μάλλον για το  απώτερο μέλλον...
Πρόσφατα άκουσα για την έκθεση "Έλληνες ναΐφ ζωγράφοι" που παρουσιάζεται στην Ύδρα (μέχρι τις 2 Μαΐου) και ο Ντίνος Παπασπύρου θα είναι παρών με έργα του. Δεν υπήρχε καλύτερη στιγμή για μια δημόσια συνομιλία μεταξύ μας. Σας την παραθέτω αυτούσια:

1. Ζωγράφος ή συγγραφέας, κύριε Παπασπύρου;

Και τα δύο, το ένα συμπληρώνει το άλλο, με βιωματική πάντοτε γραφή.

2. Εκτός από τα δικά σας βιβλία έχετε εικονογραφήσει και  άλλων συγγραφέων;

Πολλά, όχι όμως κατά παραγγελία. Αν ζωγραφιές, που έχω κάνει κατά καιρούς, δένουν με τα κείμενα των άλλων συγγραφέων, φίλων και μη, τους τις παραχωρώ αφιλοκερδώς με μεγάλη χαρά.

3. Τι είναι η ζωγραφική για εσάς;

Τρόπος ζωής και ισορροπίας.

 4. «Ναΐφ» ζωγράφος, λοιπόν;

Αναπόφευκτα ως αυτοδίδακτος, με ζωγραφιές όχι λαϊκές, όπως του Θεόφιλου, αλλά λαϊκότροπες. Και είναι φυσικό, διαφορετικός ο τρόπος ζωής του Θεόφιλου, διαφορετικός ο δικός μου.

5. Μποστ, Πεντζίκης, Σπαθάρης, έντονες οι επιδράσεις τους ή παράλληλοι βίοι ;

Ο ζωγράφος, αυτοδίδακτος ή μη, δέχεται, θέλει δεν θέλει, επιδράσεις από προγενέστερους. Το πολύ σημαντικό είναι να καταφέρει να δημιουργήσει το δικό του προφίλ, ώστε ο θεατής να μπορεί να τον επισημαίνει βλέποντας την ζωγραφιά του, πριν διαβάσει την υπογραφή. Πιστεύω ότι το έχω καταφέρει αυτό.

6. Στα έργα σας υπάρχει μόνο η βόρειος Ελλάδα ως τοπίο;

Ναι, διότι ζωγραφίζω βιωματικά. Αν δεν βιώσω κάτι δεν μπορώ να το αποδώσω, θα είναι ψόφιο.


7. Υπάρχει τέχνη με τέτοια δυστυχία γύρω μας;

Στις οκτώ δεκαετίες τις ζωής μου έχω γευτεί πολλές απογοητεύσεις. Η τέχνη όμως δεν απογοητεύει ποτέ, ομορφαίνει την ζωή μας και μας ισορροπεί.

8. Αποτυπώνεται το σύγχρονο προσφυγικό δράμα στα νεώτερα έργα σας;

Όχι ακόμη. Παλαιότερα έχω κάνει μερικές ζωγραφιές της προσφυγικής οικογένειας του παππού μου.
Διαχρονικό το πρόβλημα της προσφυγιάς. Οι καταβολές μου είναι προσφυγικές. Ο παππούς, από την μεριά της μητέρας μου, με την εξαμελή του οικογένεια,  ήρθαν το 1914 στην Θεσσαλονίκη γυμνοί, από το Τσανάκ Καλέ (Νεοχώριον Τρωάδος). Πέρα από τις  κακουχίες είχαν εδώ και την απόρριψή τους από τους ντόπιους. Γνωστή η ρήση των ντόπιων «ένας άνθρωπος και ένας πρόσφυγας». Διαφορετικά τα πράγματα σήμερα, κάποιοι ισχυροί κατέστρεψαν, συνεχίζουν να καταστρέφουν, τις πατριδούλες αυτών των ανθρώπων και τους αφήνουν μόνη λύση την φυγή προς το άγνωστο. Οι Έλληνες τους συμπαρίστανται όσο μπορούν μέσα στην τοπική κρίση που βιώνουν, αλλά αυτό δεν είναι λύση, είναι συναίσθημα. Πολύ σοβαρό πρόβλημα με άγνωστη κατάληξη.

9. Δυο σκέψεις για την έκθεση στην Ύδρα και τη δική σας συμμετοχή.

Θα ήθελα πολύ να δω την έκθεση «Έλληνες ναΐφ ζωγράφοι» που παρουσιάζεται στην Ύδρα μέχρι 2 Μαΐου. Όμως, καλώς ή κακώς, είμαι της ακινησίας, δεν οδηγώ και φυσικά δεν έχω αυτοκίνητο. Δεν γνωρίζω ποια έργα μου εκτίθενται, όμως πιστεύω ότι θα είναι από τα καλύτερά μου καθώς επιλέχθηκαν από την Συλλογή Χρήστου και Πόλλυς Κολλιαλή, που από παλιά με εντόπισαν και εκτίμησαν την δουλειά μου.


10. Μια συμβουλή σε νεώτερους δημιουργούς.

Ο καθένας μας έχει μια δωρεά μέσα του, που άνωθεν του δόθηκε, αρκεί να την εντοπίσει ή να του δοθεί η ευκαιρία να την καλλιεργήσει. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η τύχει παίζει μεγάλο ρόλο στην διαδρομή καθενός. Προσωπικά, αν στις αρχές’70 δεν έβλεπε τυχαία κάποιες πρόδρομες ζωγραφιές μου ο γιατρός και εξαίρετος ζωγράφος, αείμνηστος Πάνος Παπανάκος, που ήρθε σπίτι να με κουράρει, δεν θα είχε ξεκινήσει αυτή η διαδρομή των 40 και πλέον χρόνων. Όλα όμως με πολλή δουλειά, υπομονή και επιμονή. «Ο καιρός, εδώ, δεν μετράει, ένας χρόνος δε λογαριάζεται, δέκα χρόνια είναι ένα τίποτα. Καλλιτέχνης θα πει: να μη μετράς, να μη λογαριάζεις, να ψηλώνεις όπως το δέντρο, που δε βιάζει τον χυμό του, που αδείλιαστο αψηφάει τις ανοιξιάτικες μπόρες, χωρίς να φοβάται μη δεν έρθει το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι έρχεται. Έρχεται, όμως, μονάχα για κείνους που ξέρουν να προσμένουν ξένοιαστοι και γαλήνιοι, σα να ’χανε μπροστά τους την αιωνιότητα. Κάθε μέρα που’ ρχεται  και φεύγει μου φέρνει τούτη τη διδαχή – διδαχή πληρωμένη με πόνους, που τους χρωστώ ωστόσο χάρη: Υπομονή, αυτό είναι το μεγάλο μυστικό». Μεγάλη δύναμη να προχωρήσω, και πώς, μου έδωσε στη νιότη μου αυτό το απόσπασμα, από τα «Γράμματα σε ένα νέο ποιητή», του Rainer Maria Rilke.


δημοσιεύτηκε στο  www.tempo24.gr (Ηλεκτρονική εφημερίδα, ειδήσεις και νέα από την δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο). Αρχισυντάκτης : Απόστολος Βουλδής, Πάτρα 18 /4 / 2016, σελ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Ο Δημήτρης Μαγριπλής συνομιλεί με τον ποιητή, Άγγελο Καλογερόπουλο.




Τον Άγγελο Καλογερόπουλο τον γνώρισα ένα  πρωινό στην "Διονυσιάδα πηγή", της Κυπαρισσίας. Πολλά τα κοινά και θετική η διάθεση αναμεταξύ μας, σύντομα έχτισε μια φιλία που ταξιδεύει στο χρόνο.  Στην συνέχεια μελέτησα την ποίησή του και χάρηκα την μουσική και τις αφηγήσεις του. Τελευταία μου έλεγε για την επόμενη καλλιτεχνική δουλειά του που θα έχει τον τίτλο : «Ανακομιδή» και τον χαρακτηρισμό "Ακολουθία ποιημάτων και τραγουδιών", από τις εκδόσεις Αρμός (Αθήνα 2016).Δεν υπήρχε καλύτερος χρόνος για τον παρακάτω έντυπο διάλογο. Σας τον παραθέτω....


1. Ποιητής ή διηγηματογράφος Άγγελε;

Θέλω να θεωρώ τον εαυτό μου ποιητή. Ελπίζω να το επιβεβαιώσει ο χρόνος. Εδώ εντάσσω και τα τραγούδια που γράφω. Το δοκίμιο έρχεται συμπληρωματικά, πολλές φορές μάλιστα απορρέει από αφορμές της ποίησής μου. Διηγηματογράφος δεν υπήρξα ποτέ. Το πιο πρόσφατο βιβλίο μου Αφηγήσεις ενός επόμενου κόσμου (Αρμός 2013) δεν είναι συλλογή διηγημάτων. Είναι αφηγήσεις με μια παραμυθητική διάθεση. Δηλαδή σαν παραμύθια για ενηλίκους που επιδιώκουν να δείξουν μια πηγή παρηγοριάς. Κι αυτή η παρηγοριά δεν είναι παρά να ταπεινωθούμε μπροστά στη θνητότητά μας και να αφεθούμε στο έλεος του Θεού!

2. Ποιό το μέλλον της ποίησης σε ένα κόσμο που ο άνθρωπος γεννιέται στις λάσπες της Ειδομένης;

Η ποίηση –και γενικά η δημιουργία- δεν προϋποθέτει την λύση των κοινωνικών προβλημάτων ή την απάλειψη του ανθρώπινου πόνου. Απεναντίας μάλιστα. Η ποίηση και η τέχνη προϋποθέτει το κακό. Τι είναι τότε η Τραγωδία ή το μυθιστόρημα; Οι λάσπες της κάθε Ειδομένης μπορούν να γεννήσουν σπουδαία ποιήματα, αρκεί να μην πνιγούν οι ποιητές στις λάσπες της δικής τους υποκριτικής φιλανθρωπίας. Διέφερε πολύ η λάσπη της Ειδομένης από την Βηθλεέμ;

3. Κατά πόσο τα κοινωνικά δρώμενα είναι αφορμή για ποιητικό έργο;

Ποτέ η ποίηση δεν αποκόπτεται από την κοινωνική πραγματικότητα ακόμα κι αν αυτό δεν φαίνεται έντονα. Η ποίηση στα χέρια ενός πραγματικού ποιητή μπορεί και να υπηρετήσει κοινωνικούς σκοπούς και να παραμείνει υψηλή ποίηση. Δεν συνέβη αυτό με το εμβληματικό «Τη Υπερμάχω…» ή με τον Κάλβο, για να χρησιμοποιήσω παραδείγματα από την οικεία μας παράδοση; Στα χέρια ενός μέτριου δημιουργού τα κοινωνικά δρώμενα γίνονται αφορμή για ένα είδος … λογοτεχνικής δημοσιογραφίας  με την αγωνία να «πιάσει» τα επίκαιρα θέματα. Η πραγματική αγωνία για τα κοινωνικά δρώμενα μας δείχνει ότι τα κοινωνικά θέματα δεν είναι επίκαιρα, είναι διαχρονικά.

4. Υπάρχει μέλλον για την ποίηση σε μια βιβλιαγορά μιας χώρας χρεοκοπημένης;

Υπήρχε ποτέ βιβλιαγορά για την ποίηση; Μέλλον για την ποίηση υπάρχει εφόσον οι ποιητές, εντρυφώντας στην μεγάλη ποιητική παράδοση, θέλουν να ανατρέψουν τον κανόνα αυτής της παράδοσης για να δοθεί ένας ελάχιστος χώρος και σ’ αυτούς. Μέλλον υπάρχει εφόσον οι ποιητές σκάπτουν ένδον αναζητώντας να απαντήσουν με τα δικά τους λόγια στα αναπάντητα ερωτήματα της παιδικής μας ηλικίας και δεν μπερδεύουν την ποίηση με την στιχοπλοκία και την αφόρητη ευαισθησία ενός απύθμενου εγώ.
Το βιβλίο είναι ένα μέσο. Ο λόγος μπορεί να γράφεται σε πλάκες ή σε τάμπλετ. Δεν έχει σημασία. Αρκεί να πνέει.


5. Ποίηση και μουσική...νομίζω είσαι από τους λίγους που εργάζονται και στους δυο παραπάνω τομείς ....

Η μουσική και η ποίηση συνυπάρχουν από τα αρχαία χρόνια. Στο βιβλίο που ανέφερα προηγουμένως υπάρχει το αφήγημα «Ο Αυδής και η Μέλπω» που μιλάω για το χωρισμό της ποίησης από τη μουσική και για την ανάγκη της επανένωσής τους. Όσον αφορά το κατ’εμέ ξεκίνησαν ως δύο παράλληλες μορφές δημιουργίας. Δηλαδή έγραφα ποιήματα και τραγούδια. Δεν πρέπει να συγχέονται αυτά τα δύο. Άλλη είναι η τέχνη της ποίησης, άλλη η τέχνη του τραγουδιού. Η αναζήτηση μιας συνθετικής μορφής, δηλαδή το να γράψει κανείς όχι μια συλλογή ή μια σειρά τραγουδιών, αλλά να δημιουργήσει ένα σύνθετο έργο με οδήγησε στη συνύπαρξη της ποίησης και της μουσικής, διατηρώντας όμως η κάθε μια την αυτονομία της, τόσο στο Σύρραμμα – που είναι μια απόπειρα συνθέσεως με τη συρραφή επιμέρους στοιχείων που μπορούν να σταθούν και από μόνα τους, εξ ού και ο τίτλος, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο έργο-  όπου με μια αρχιτεκτονική δομή συνυπάρχουν ποιήματα, τραγούδια, χορικά, οργανικές συνθέσεις και ένα συνεκτικό του όλου εγχειρήματος αφήγημα. Με την ίδια διάθεση, αλλά με πιο λιτά μέσα γράφτηκαν και τα Αργά Μαθήματα. Και τα δύο εκδόθηκαν ως βιβλία και μόνο αποσπασματικά έχει παρουσιαστεί η μουσική τους πλευρά. Αλλά και λίγα τραγούδια μου έχουν δει το φως της δημοσιότητος. Τα τελευταία χρόνια με εξαιρετικούς φίλους και σπουδαίους μουσικούς σχηματίσαμε το συγκρότημα «Τα μέλη του λόγου», προσπαθώντας να υπηρετήσουμε αυτή την ιδέα της συνύπαρξης ποίησης, τραγουδιού και μουσικής. Ας ελπίσουμε στο μέλλον….

6. Μουσικά σε ποιο είδος επιμένεις; Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο;

Η μουσική με «κάλεσε» όταν μικρό παιδάκι άκουσα τη Φιλαρμονική της μικρής πόλης που ζούσα, στην Κυπαρισσία. Μεγάλωσα με λαϊκά τραγούδια, με τη ροκ τα ρεμπέτικα, το εκκλησιαστικό μέλος και έμεινα περισσότερο σ’αυτό που θα λέγαμε μουσική παράδοση της καθ’ημάς Ανατολής. Αλλά μάλλον είμαι μεταμοντέρνος και μ΄ ενδιαφέρει ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα, με την ελπίδα βέβαια ότι εγώ θα ξεφύγω από την παγίδα του μεταμοντέρνου χυλού και θα επιτύχω μια πραγματική σύνθεση. Όχι μια ευκαιριακή συνεύρεση, αλλά έναν επιτυχημένο γάμο.
Τώρα λοιπόν ετοιμάζω μια δουλειά που έχει τον τίτλο «Ανακομιδή» και τον χαρακτηρισμό «Ακολουθία ποιημάτων και τραγουδιών». Αν θα μπορούσα να συνοψίσω την κεντρική ιδέα αυτής της δουλειάς που δεν αποτελείται παρά από επτά ποιήματα και τέσσερα τραγούδια είναι η εξής: ξεκινάω να αμφισβητώ τη βεβαιότητα ότι ο ήλιος θα ανατείλει οπωσδήποτε ξανά την επόμενη μέρα για να καταλήξω ότι μόνο μέσα από την ουσιαστική βίωση του θανάτου μπορούμε να καταλήξουμε σε μια πραγματική νίκη του φωτός. Συνεργάστηκα με σπουδαίους μουσικούς ( Τσιαμούλης, Κουλιά, Καλκάνης, Καπανίκης, Κωστής) οι οποίοι πραγματικά έδωσαν ήχο στις συνθέσεις μου. Γιατί εγώ ως μουσικός είμαι άσ’τα να πάνε…

7. Την έκδοση θα ακολουθήσουν και κάποιες καλοκαιρινές συναυλίες; Θα σε χαρούμε στην Πάτρα;

Μακάρι να έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε κάποιες εμφανίσεις. Και θα το επιδιώξουμε. Αλλά πρέπει και κάποιος να μας καλέσει…


δημοσιεύτηκε στο  www.tempo24.gr (Ηλεκτρονική εφημερίδα, ειδήσεις και νέα από την δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο). Αρχισυντάκτης : Απόστολος Βουλδής, Πάτρα 4 /4 / 2016, σελ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Ο αναμορφωμένος




Τον πήγαν στο τρίτο τάγμα.
- Πιστεύεις στην  μεγάλη Ελλάδα, ρε;
- Πιστεύω.
Τον πλάκωσαν στο ξύλο γιατί έλεγε ψέματα. Αίματα και μύξες σε όλο το πρόσωπο. Μελανιές παντού. Τον γύρισαν τέσσερις και τον πέταξαν στη σκηνή. Ξύπνησε από τις φωνές.
- Σήκω, ρε Βούλγαρε.
Τον  έσυραν έξω στο κρύο.
- Πιστεύεις στην μεγάλη Ελλάδα, ρε;
- Όχι.
Τον έκαναν τ’ αλατιού. Δεν του άφησαν ούτε δόντι και αφού απόκαμαν από την κούραση άναψαν τσιγάρο και κοιτούσαν την αυγή. Αυτός κοίταγε ένα μυρμήγκι που έβγαινε πίσω από τη ρίζα του ραδικιού. Ήρθε κοντά στη λίμνη, μύρισε το αίμα και απομακρύνθηκε. Δεν είχε όρεξη φαίνεται. Έκανε στροφή και πλησίασε στο ανοιχτό του στόμα. Εκεί έχασε κάθε οπτική επαφή. Τι απέγινε, κανείς δεν ξέρει. Μπορεί και να έκανε το γύρο των σωθικών του, μπορεί και να έφυγε από τα δεξιά πίσω ακριβώς από το σπασμένο σαγόνι του.
Για μέρες δεν τον πείραξαν. Πήρε κουράγιο. Τον φρόντισε και ο φοιτητής της ιατρικής, με ό,τι μπόρεσε… Κάποτε σηκώθηκε όρθιος. Βγήκε από τη σκηνή και ένας γεναριάτικος ήλιος τον ζάλισε. Έπεσε πάλι στη γη. Το μυρμήγκι τον υποδέχθηκε χαρούμενα. Έτρεξε προς το μέρος του και ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του κεφαλιού του. Ένας άνεμος το πέταξε πάλι κάτω και έκανε μια αστεία τούμπα μπροστά στα μάτια του. Έμεινε κάτω για ώρα. Τον σήκωσε κάποιος με βία.
- Πιστεύεις στη πατρίδα, ρε;
- Πιστεύω.
- Υπόγραψε, και του έτεινε μια κόλλα χαρτί και ένα στυλό.
Έβαλε την υπογραφή του και λοξοκοίταξε με φόβο τον φρουρό.
Πάνω στο φορείο τον πήγαν στο αναρρωτήριο.
Μετά από καιρό μόνο μια ζάλη, πιο πολύ όταν θυμόταν, του έμεινε. Και πόνοι σε όλο του το κορμί.
- Περαστικά, του είπε ο υπίατρος και του έδωσε κάμποσες ασπιρίνες. Γύρισε στη σκηνή.
Στην πρωινή αναφορά έβγαλε λόγο.
- Αποτάσσομαι, έλεγε ξανά και ξανά.
Χειροκροτήματα δέχθηκε μόνο από τους βασανιστές του. Αυτό τον προβλημάτισε. Ευτυχώς η δημόσια ομολογία δεν κράτησε πολύ. Ύστερα τον πήραν στον λόχο διοικήσεως. Του έδωσαν καινούργια φορεσιά και πηλήκιο με ένα αστραφτερό έμβλημα. Ήταν επιτέλους αναμορφωμένος. Ο λόγος του εστάλη ταχυδρομικώς για να διαβαστεί από τον παπά του χωριού του στην εκκλησία. «Δήλωση Μετανοίας» έγραφε σαν τίτλος. Ήταν κάτι σαν πιστοποιητικό βάφτισης και έπρεπε να το είχε πάντα μαζί του.

"ο πατέρας μου - δεύτερος από δεξιά όρθιος- "αμετανόητος", καταδικαστήκατε δις ισόβια από το στρατοδικείο Λαυρίου, ως πρωταίτιος της εξέγερσης.... "

Τις πρώτες μέρες πήγαινε σε αγγαρείες ρουτίνας. Θαλαμοφύλακας, μαγειρεία, καντηλανάφτης… Εκεί γνώρισε και το νεαρό Αρχιμανδρίτη από την Πρέβεζα. Πήγαιναν οι κρατούμενοι για εξομολόγηση και κρατούσε ημερολόγιο. Ό,τι του έλεγαν το μετέφερε στη διοίκηση. Αυτός τον ευλόγησε μαζί με καμιά εικοσαριά άλλους αναμορφωμένους και τους παρέδωσε κάτι ευλογημένα ρόπαλα. Ήταν άνδρες ξανά. Μετέλαβαν και κατηφόρισαν από την εκκλησία. Αυτός διάλεξε τη σκηνή του. Εκεί δοκίμασε το ρόπαλο. Γερό. Με   ένα χτύπημα έσπασε ένα κεφάλι. Λίμνη το αίμα. Έσκυψε. Το μυρμήγκι έκανε το γύρο της λίμνης.
- Το βλέπεις; ρώτησε τον φοιτητή.
Καμία απάντηση. Το πήρε στη παλάμη του και το άφησε μέσα στη λίμνη.
- Κολυμπάει, είπε και έφυγε γελώντας.
Το βράδυ δεν είχε ύπνο. Έφαγε πολύ; Μα το κρέας του άρεσε. Άλλωστε κανείς δεν είχε παραπονεθεί για το συσσίτιο. Τι να είχε;
Το  πρωί ήταν καλύτερα και μάλιστα κατάφερε να λουφάρει στην εκκλησία. Κοιμήθηκε του καλού καιρού. Το μεσημέρι έφαγε φασολάδα και  κάθισε στη λιακάδα. Αγνάντευε την ακτή απέναντι και επιθυμούσε τη Μαριγώ. Πόσο καιρό είχε να νοιώσει τη φύση του. Μια ακταιωρός εμφανίστηκε στον ορίζοντα. Ερχόταν στο νησί. «Εφοδιασμός», σκέφτηκε.
Την επομένη βρέθηκε να δέρνει ώρες ολόκληρες. Από παντού άκουγες ριπές και ποδοβολητά  όχλου. Καθόταν πάνω από τον δρόμο και χτύπαγε ό,τι ερχόταν. Στα τυφλά. Αρκεί να έβρισκε αντίσταση. Όποτε ένοιωθε τον αέρα στο ξύλο του σταμάταγε. Ήξερε ότι είχε διάλειμμα.
Σαν απόκαμαν οι φύλακες και η ακταιωρός έπαψε να βάλλει, μέτρησαν τα πτώματα. Αυτός τα βρήκε τριακόσια και τα είχε τετρακόσια όσο κι αν ο διοικητής επέμενε ότι ήταν γύρω στα είκοσι.
- Εντάξει τα υπόλοιπα, είπε, κάνω λάθος.  Αλλά  στην αριθμητική;
 Δεν το χώνεψε. Βρήκε και τον νεαρό Αρχιμανδρίτη και το εξομολογήθηκε.
Εκείνο το βράδυ ο επιλοχίας τον έβγαλε με τα σώβρακα έξω από τον θάλαμο. Έκανε κρύο πολύ και τουρτούριζε.
- Ξέρεις να μετράς,  ρε;
- Ξέρω.
Το πρωί το κεφάλι του ήταν σαν καρπούζι. Βγήκε στην αναφορά και όταν τον ρώτησαν τι έπαθε, είπε ότι έπεσε από το κρεβάτι.
- Ελεύθερος υπηρεσίας, ανακοίνωσε ο επιλοχίας.
- Ο παπάς, σκέφτηκε κι έφτυσε αίμα. Το πάτησε με την αρβύλα και κανείς δεν πρόλαβε να το δει.
Παραφύλαξε. Ήταν όλοι στο γήπεδο. Κάποιος επίσημος έβγαζε λόγο για τις αρετές του έθνους. Πήγε στην εκκλησία. Κατέβασε τις εικόνες και τις έβαλε τη μια πάνω στην άλλη. Άνοιξε τον αναπτήρα, έβγαλε το μπαμπάκι που ήταν ποτισμένο βενζίνη και το έβαλε κάτω από τον σωρό. Άναψε σπίρτο.
- Φωτιά, φωτιά, ακούστηκε από το λόχο.
Η εκκλησία ζωσμένη στις φλόγες και κείνος απ’ έξω, με ένα χαρτί στα χέρια ούρλιαζε:
- Τα τριάκοντα αργύρια ρε! Τα τριάκοντα αργύρια.
Μόνο το χαρτί σώθηκε. Το σήκωσε ο καπνός και το πήρε ο άνεμος. Καψαλισμένο κάθισε πάνω στη θάλασσα.
«Δήλωση μετανοίας» έγραφε όταν το κύμα το διέλυσε σε τριάντα κομμάτια. 


Το διήγημα εμπεριέχεται στο βιβλίο  : "Δέκα μικρές εικονογραφημένες ιστορίες", Ευθύνη, Αθήνα, 2012  

    

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Μικρές παραμυθίες




Κατακόρυφη
 κοντυλιά ανάμεσα στον αέρα και το απύθμενο βάθος.
Με κύματα και αφρούς ολόγυρα.
Άλογα αφηνιασμένα  καλπάζουν με ήχους πολέμου.
Φωνές και ιαχές, γαλέρες του τρόμου, βαρβάρων ορδές.
Επίπεδα με πράσινες κουβέρτες στρωμένες.
Το κάστρο, λιμάνι των ερωτημάτων στον χρόνο των έντονων αντιθέσεων.
Το μαύρο ως παιδί αφημένο απόλυτα και το κόκκινο στα ήθη και τα πάθη του.
Αλήθεια, αν έσπαγε;
Θα βυθιζόμασταν αμέσως στον υγρό τάφο.
Κι αν μας κατασπάραζε;
Τότε στο στόμα το γαλάζιο θα ξεπλέναμε τα ανομήματά μας.
Στροφάδες, των αισθήσεων ζάλη.
Ποιος μοναχός δεν άγιασε με τις σκέψεις σου;
Ποιος άνεμος δεν σε άγγιξε;
Ποια νύχτα του χειμώνα  νύχτωσε χωρίς καντήλια;
Και το σύννεφο πόσες φορές δεν σε έπλυνε;
Δεν γέμισε τα πηγάδια σου;
Δεν έφερε ξεκούραση στο θάνατο;
Στροφάδες του νου, του ονείρου, της αγάπης απόλυτη αφιέρωση.



Δ. Γ. Μαγριπλής: Μια κριτική ανάγνωση στο βιβλίο του Διονύση Σέρρα, «Οι κήποι της Απόδρασης. Ποιήματα 1992 – 2007», Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007, σσ. 100, ISBN: 978-960-336-243-2 (το βιβλίο κοσμούν δύο χαρακτικά έργα της Άριας Κομιανού).







Για τον   Διονύση Σέρρα έχουν γραφτεί αρκετές κριτικές[1], που νομίζω ότι καταγράφουν και αναλύουν φιλολογικά το έργο του. Φυσικά στέκονται, όπως συνηθίζεται άλλωστε στους φιλολογικούς κύκλους, σε ζητήματα γραφής, επιρροές, επιδράσεις και εντάξεις του ποιητή σε ευρύτερους κύκλους. Και εδώ δεν χωρεί αμφιβολία. Άλλωστε και ο ίδιος ο ποιητής μαρτυρά(με τις αφιερώσεις του ), επιδράσεις από τον Δ. Σολωμό, τον Α. Κάλβο, τον Ο. Ελύτη και τον Ο. Σαίξπηρ, με μότο του οποίου ξεκινά αυτή την περιπλάνηση της γραφής του σε ένα κόσμο που με άφησε άφωνο. Φυσικά αρκετοί συνταξιδιώτες  σε αυτό το ιδιαίτερο μονοπάτι της ποίησης τον συντροφεύουν: ο Π. Καποδίστριας, ο Σ. Καψάσκης, ο Σ. Καβαδίας, ο Δ. Βλάχος, ο Δ. Μουσμούτης, ο  Μ. Χατζιδάκις, η ζωγράφος Κ. Χαριάτη – Σισμάνη, η χαράκτρια Άρια Κομιανού, ο ζωγράφος Δ. Παπαδάτος και αρκετοί ανώνυμοι, μα  επώνυμοι για την καρδιά  του, με εξέχουσα την σκιά της  μητέρας του.
Ο ποιητής : «Σχεδόν απρόσμενα γεννήθηκε / σε νύχτα Διχασμού / και με πνοές της αντοχής / στο άβατο μεγάλωσε / της ηδονής και των Δακρύων» … και «…μόνος στην κόψη της αφής / ως τα εξήντα έφτασε - / πάντα στους κήπους της απόδρασης / ματώνοντας τα σπλάχνα».
Για τούτο και χάθηκε, «… στα σκοτεινά / (όλο μελάνι) κύματα -/ ως τις ακτές της Λησμονιάς / δίχως του μύθου τη σχεδία». Αυτές τις ακτές μάς περιγράφει και το ταξίδι σε αυτόν τον παράδεισο ζωής το πληρώνει, όπως ομολογεί στο «Πρελούδιο»:  «…με πλάσης στίχους σαν πουλιά / μες στο χινόπωρο / …/ και να ματώνεις».
Ο κόσμος αυτός γεμάτος «Μαγείας είδη / σε πλάσμα ονείρου / από κτίση Θεού / (δίχως Γνώσης φυγή) / με δωρήματα γέννας / ή μιλήματα Κήπου / σαν αφή Χερουβείμ / από σκέπη ουράνια / της αβύσσου τ’ ασώματα / να ηδύνει με φως / στη Δοκιμασία». Και από την «Γραφή δοκιμής» στην «Ελεγεία» και από τον θρήνο στο «Θέρος ονείρου», που «Σωμάτων ροές / μυρώνουν το Άσαρκο / στην ερημία».
Εκεί οι μόνιμοι συνταξιδιώτες απαλύνουν τα τείχη της σιωπής και συντηρούν την βεβαιότητα ότι         «Με Φίλων πνοές / κι αγγέλων φτερώματα / αίρεις τον τάφο». Έτσι προκαλούνται οι «Σπορές Εαρινές» που «Ήλοι ανάστασης / και πνοές συνωδίας / τα πάθη οδυνούν» και το «Εαρινό στεφάνι» που «Μ’ άγια του Μάη  / και ονείρου λιόσημα / βυθούς χρυσουργείς». Τότε αυτοί που θυμήθηκαν «…μ’ άλλη λαλιά τρεχούμενη / από πηγές της Χρυσαβύσσου» με «Συνωδίες Χρωστήρα», «… πως / χαράζουν του μύθου το Άριστο / με παλέτας σπορές / ή ωδής ζωγραφήματα», «… σ’ άχτιστους κόσμους και σταθμούς / (περ’ από τείχη)…» ταξιδεύουν.
Το ταξίδι αυτό γίνεται με «Σήματα πορείας», όπου οι ιδέες γεννούν την Αντίσταση και «Από χώρους ταφής ή Φθινόπωρου φεύγεις…».
Οι «Φωτοστιγμές», «…που απ’ το στήθος στά- / ζοντας σε χάσμα νόστου ά / χαρου και σε ανάστασης χαρτί» αφήνουν τόπο σε «Μια συνταγή απόκρυφη για γεύση ευζωίας», όπου «…στην πύλη της Ανάβασης / σώματα ήσκιων κοινωνώντας / με της ειδής σπιθίσματα / και ιριδίσματα ψυχής», οδηγούν σε «Προσκύνημα στη Φιγαλεία»: «Χώρος μετέωρος / ιριδωτός…», «…με αετώματα της αρπαγής / στο άδυτο του Φοίβου χαραγμένα».
Μετά αρχίζει η «Συνομιλία» όπου «…χαρά- / ζοντας βαθύτερα την Ομορφιά / κι αλλάζοντας το αίμα με μελάνι», «…του Κενού τις θηλιές / σαν κεριά της φυγής / κρυφολειώνουμε». Τότε η ψυχή «…θωρεί τ’ αθώρητα / (τρυγώντας τα βαθιά) …».
Η  παραπάνω «Οφθαλμογραφία» ανοίγει το δρόμο για τα «Επιτάφια», που η νοσταλγία της μάνας που έφυγε τελειώνει με την επιθυμία: «Μ’ αφής ιδεογράμματα / ώ! Να γινότανε / μες το λευκό / αλάθητα / να σε καλλιγραφήσω».
Με «Λύρα εφτάχορδη» ο ποιητής τραγουδά: «Μπαλάντες πνοής / αιωνίζουν του Σφυγμού / τ’ αναστάσιμα» και στον «Κεραμεικό», «…στις στήλες / και τα λείψανα των τάφων», αποκαλύπτει ότι «…τις χοές της Σκιάς / ή της σάρκας το τίμημα / μυστικά μελετάμε». Χρειάζονται όμως «Πανοπλίες» γιατί «…της Λύπης τον στερνό τον συνοδό / …δεν γίνεται / καλότυχα / με σώμα νάρκης πληκτικό / ή με άρνησης Σιωπή / να τον παραπλανήσεις». Στις «Ψηφίδες στην πλατεία Σολωμού», «…του νησιού μελετά / και της σάρκας τα χάσματα» και μας θυμίζει, υποθέτω, τη Ζάκυνθο «Μόνιμο στέκι μοναχών / για της Ανάγκης το συλλείτουργο - / και των πιστών που δεν μπορούν / περ’ απ’ το δέρμα ν’ αγαπήσουν». Άλλωστε έτσι είναι παντού. Η λογοτεχνική γεωγραφία σώζει τους τόπους και η ερημία των πόλεων σπάει από «Πινελιές» ανθρώπων που έζησαν ή ζουν την ομορφιά. Αυτοί μπορούν ακόμη και ασώματοι, όπως η ζωγράφος φίλη του ποιητή: «…με πινελιές της άνοιξης / να ζωγραφίσεις για πνοές / τα όνειρα της εφηβείας / ή να χαράξεις της αυγής / σελίδες σαν ακουαρέλες». Με τον τρόπο αυτό φωταγωγείται η λιγότερο θεατή πλευρά της πραγματικότητας και ο καθένας δείχνει κάτι καλό που έχει πάνω του, φανερώνοντας «…της γέννας ή της πλάσης μια Ανάσταση».
Από την «Επι – στροφή στον Άγιο Λύπιο» και «Με τη μάσκα του θανάτου αθώρητη / και τη Θωπεία αισθητή /φτάνεις νωρίς και σήμερα / …/ στην πόρτα της Υφαντουργείων - / …/ στην διαδρομή της Γκιόστρας / με κρίνου Ιππότες λιγοστούς / και περισσούς τους εκπεσόντες - / σ’ ευχής κονταροχτύπημα / για του καλού το δαχτυλίδι» και αναζητάς «- Φυγής κλειδιά σ’ εσώθυρες …» στα «Φάσματα». Κλειδιά που μάλλον τα βρίσκει κανείς  στις «Χαραγές στο Άγιον Όρος» που ως  «Άχραντος δείκτης / χρυσώνει το πράσινο / μες στο γαλάζιο…», περιβάλλοντας λέξεις μυστικές όπως η χαρμολύπη, η παραμυθία, ο Κήπος, η Άσκηση, η Άφεση, ο Παράδεισος, περίκλειστο φως, η σάρκα, η Αγρύπνια, το θαύμα, η ανάβαση, η Ζωή. Μα η «Αναζήτηση» για τον ποιητή δεν τελειώνει εδώ. «…σαν σώμα σταύρωσης το ποίημα;» ερωτά και οδηγείται στο «Περιβόλι», όπου καλεί τον Ο. Ελύτη: «-Έλα/ κατέβα τώρα, Ποιητή, και πες / σ’ αυτό το χάσμα της Ντροπής τι βλέπεις;» ξεδιπλώνοντας μια έντονη κοινωνική κριτική, έντονα επίκαιρη και  δεικτική για τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στη χώρα.
Το βιβλίο τελειώνει με ένα πρωτότυπο βιογραφικό(«Σαν άλλο βιογραφικό»). Σε στίχους μάς αποκαλύπτει την παρουσία του στο χρόνο από την στιγμή της γεννήσεως μέχρι σήμερα και την τραγική επίγνωση του θανάτου που περιμένει. Στα υστερόγραφα 1, 2 και 3 τολμά να τα βάλει με βεβαιότητες: «Κατηχητές πικροί κι ανύποπτοι/ …./ για τις φωτιές ποιας κόλασης μιλούν / και για φτερά ποιου παραδείσου;». «- Έε! Μάνα, Φύση ή Θεέ:…» θρηνεί δυνατά και καταλήγει : « Τέλος του κύκλου τη στροφή - / …/ σμίγεις μ’ αυγής κελαηδητό / της σύλληψης το κλάμα».
Ο Δ. Σέρρας  στάθηκε για μένα αποκάλυψη. Ίσως γιατί μαζί με τον Γ. Παυλόπουλο μου κάνουν την γειτονιά καλύτερη και με γεμίζουν εικόνες ενός κόσμου που λίγοι μπορούν να επισκεφτούν. Είναι και αυτός από τους ελάχιστους μεταφραστές των «σκιών», τους ταξιδιώτες της νύχτας και τους ατρόμητους καβαλάρηδες του Λίβα του νότου που, όταν φυσά, μας σκονίζει με τα χαιρετίσματα του αιώνιου τόπου της σιωπής και της ερήμου. Αν συνυπολογίσουμε δε στο ποιητικό του έργο και το σπουδαίο κατόρθωμα της επί σειρά ετών έκδοσης των «Επτανησιακών Φύλλων», τότε να μου επιτρέψετε να σταθώ με σεβασμό και αγάπη απέναντι σε έναν αληθινό εκπρόσωπο της Ζακυνθινής και όχι μόνο λογιοσύνης.







[1] Δ. Ν. Μουσμούτης (επιμ.),  Δέκα Γραφές για τον Διονύση Σέρρα και την ποίησή του, Ραπόρτο, Ζάκυνθος, 2006.


Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό « Στον Ίσκιο του Ήσκιου»
http://www.iskiosiskiou.com

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή




08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΔΙΠΛΑ στὴν τρύ­πα στὸν τοῖ­χο καὶ κοι­τά­ζω τὸ δρό­μο. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς. Ἔ­φυ­γαν ὅ­λοι. Ἄλ­λος γιὰ τὰ ξέ­να, ἄλ­λος γιὰ πάν­τα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἁ­πλὰ μέ­χρι νὰ ἡ­συ­χά­σει ἡ κα­τά­στα­ση. Ἐ­γὼ τὸ ἀρ­νή­θη­κα. Ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θαν νὰ μοῦ ποῦν γιὰ­ ἐκ­κέ­νω­ση.
Ἐ­δῶ θὰ μεί­νω, ἀ­πάν­τη­σα καὶ ζή­τη­σα σφαῖ­ρες. Ἄ­φη­σαν μπό­λι­κες.
       Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, εἶ­παν καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ.
       Τοὺς εἶ­δα ποὺ ἔ­στρι­βαν τὴν γω­νί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ μι­λή­σω σὲ φί­λο. Ἀ­κού­ω φω­νὲς μὰ δὲν ξε­χω­ρί­ζω τί λέ­νε. Νο­μί­ζω μὲ ἀ­πο­κα­λοῦν τρο­μο­κρά­τη. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος, μὰ τὸ ὕ­φος τοῦ λό­γου τους δεί­χνει πὼς στὰ χέ­ρια τους θὰ κα­τα­λή­ξω ἀ­κέ­φα­λο σῶ­μα. Δὲν τὸ ρι­σκά­ρω νὰ ἀ­πο­κρι­θῶ. Τοὺς στέλ­νω κά­πο­τε κα­νέ­να βό­λι. Ἔ­τσι γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω τὴν θέ­ση τους. Εἶ­ναι παν­τοῦ. Τὶς προ­άλ­λες ἕ­να μαῦ­ρο ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὅ­πλι­σα μὰ δὲν πρό­λα­βα νὰ ρί­ξω. Εἶ­δα μό­νο σκό­νη καὶ ρι­πὲς στὸν ἀ­έ­ρα. Με­τὰ τὴν γω­νί­α κά­ποι­οι ἀ­λά­λα­ζαν στὸ ρυθ­μὸ τοῦ θα­νά­του. Πά­γω­σα. Λὲς νὰ ἔ­μει­να μό­νος στὴν κό­λα­ση;
       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ σὲ σκέ­φτη­κα. Νὰ εἶ­σαι κα­λά; Σᾶς δῶ­σαν τρο­φὴ καὶ νε­ρό; Πῶς σᾶς φέρ­θη­καν; Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, φύ­γα­τε. Ὁ ἥ­λιος ἐ­κεῖ συ­νε­χί­ζει νὰ βγαί­νει μὲ δύ­να­μη καὶ τὸ φεγ­γά­ρι στρώ­νει στὴν θά­λασ­σα δρό­μους. Κα­ΐ­κια μὲ ἀ­νοιγ­μέ­να πα­νιὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὸ πέ­λα­γο. Παι­διὰ χτί­ζου­νε κά­στρα στὴν ἄμ­μο. Ἐ­σὺ μὲ τὸ γα­λά­ζιο σου φό­ρε­μα νὰ περ­πα­τᾶς σὰν δορ­κά­δα καὶ πί­σω σου τρί­α κου­τσού­βε­λα νὰ φω­νά­ζουν: «μα­μά».
       Πά­λι ἄ­να­ψαν φω­τι­ὲς στὸν λό­φο. Καῖ­νε τὰ πάν­τα. Στά­χτες καὶ ἐ­κεί­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­μέ­νου κρέ­α­τος. Δὲν ἔ­χου­νε ἔ­λε­ος. Φο­βᾶ­μαι νὰ δῶ. Ὁ τοῖ­χος ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι γε­μά­τος εἰ­κό­νες. Τὶς ἔ­χω καρ­φώ­σει στὰ πρό­χει­ρα μὰ στέ­κον­ται ὄρ­θι­ες πα­ρὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κά­νουν τὸν νοῦ μου νὰ φεύ­γει…
       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι κραυ­γές. Σκυ­λιὰ τοῦ πο­λέ­μου. Κά­ποι­ον θὰ βρή­κα­νε πά­λι. Καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς ἦρ­θαν σὰν ἄγ­γε­λοι. Εἴ­χα­νε λύ­σεις γιὰ ὅ­λα. Στὴν ἀρ­χὴ τοὺς πι­στέ­ψα­με. Δί­ναν πρά­μα­τα καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις. Ποι­ός δὲν τὰ θέ­λει; Τὰ πή­ρα­με. Τὸ σπί­τι ἄλ­λα­ξε, ἡ γει­το­νιά, ἀ­κό­μη καὶ ὁ τρε­λὸς στὴν γω­νί­α ἐν­τύ­θη­κε. Με­τά…
       Ἄρ­χι­σε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­λε­μος. Ὁ ἕ­νας ἐ­ναν­τί­oν τοῦ ἄλ­λου. Πό­νος ἀ­φό­ρη­τος καὶ ὁ κό­σμος συν­νέ­φια­σε. Οἱ γρι­ὲς βά­λα­νε μαῦ­ρα μαν­τή­λια καὶ κου­ρέ­ψα­νε σύν­τρι­χα τὰ παι­διά. Τὰ πρά­μα­τα γί­ναν δε­σμὰ καὶ οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις δα­νει­κά. Τὰ ἤ­θε­λαν πί­σω. Μᾶς κλέ­ψαν τὰ πάν­τα. Δη­μεύ­σα­νε σπί­τια καὶ ὀρ­γώ­σα­νε ξέ­να χω­ρά­φια. Σφά­ξαν τὰ ζῶ­α μας καὶ πῆ­ραν μα­κριὰ τὴν σο­δειά μας. Κλεῖ­σαν σχο­λειὰ καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Πῆ­ραν ἀ­κό­μη καὶ τὰ παι­χνί­δια τῶν παι­δι­ῶν. Μᾶς ἄ­φη­σαν μό­νο, χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λουν, ἐλ­πί­δα. «Ἔ­τσι­ ὅ­πως ἦρ­θαν θὰ φύ­γουν», μο­νο­λο­γού­σα­με. Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἄλ­λω­στε αἰ­ώ­νιο. Μό­νο τὸ χα­μό­γε­λό σου. Ἀ­πο­τύ­πω­μα πά­νω στὰ ἀ­στέ­ρια. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;
       Ἦρ­θαν γιὰ μέ­να. Ἀ­κού­ω τὶς μη­χα­νές τους νὰ μουγ­κρί­ζουν καὶ βλέ­πω φι­γοῦ­ρες νὰ κά­νουν πα­ρέ­λα­ση. Με­τρά­ω τὸ χρό­νο, σφίγ­γω τὰ δόν­τια, σέρ­νο­μαι δί­πλα στὴν τρύ­πα. Ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι ὁ δρά­κος. Μὲ κοι­τᾶ καὶ οὐρ­λιά­ζει: «ἐ­κεῖ – ἐ­κεῖ».
       Ἀ­κού­ω το μπὰ­μ καὶ τρα­βι­έ­μαι. Νοι­ώ­θω τὸ κά­ψι­μο πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το. Ξυ­στὰ εὐ­τυ­χῶς. Πιά­νω τὸ αἷ­μα. Ζε­στό. Μὲ τὸ δά­χτυ­λο παίρ­νω τὸ κόκ­κι­νο καὶ τὸ ἀ­φή­νω­ πά­νω στὸ κά­τα­σπρο πά­τω­μα: «θέ­λω νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι ἔ­κα­να τὰ πάν­τα γιὰ νὰ μεί­νω ἐ­δῶ».
       Ὁ­μο­βρον­τί­ες. Βάλ­θη­καν νὰ μὲ ξε­κά­νουν. Κα­θάρ­μα­τα λέ­ω καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ρί­χνω. Μὲ ἀ­κοῦς;
       Εἶ­μαι ἀ­κό­μη ζων­τα­νός. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λὰ ἀ­παν­τά­ω στὶς φλό­γες τους. Τὸ ξέ­ρω πὼς σὲ ἔ­χω πάν­τα κον­τά μου. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μάν­να, τὰ ἀ­δέλ­φια μου, οἱ μνῆ­μες ποὺ ἔ­χου­νε κά­νει γι­ορ­τές, πα­νη­γύ­ρια καὶ λύ­πες. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ καὶ γι’ αὐ­τὸ πο­λε­μά­ω τὸ ἔ­ρε­βος. Πό­σο λί­γοι μοῦ φαί­νον­ται πιά. Ση­κώ­νο­μαι ὄρ­θιος καὶ­ περ­πα­τά­ω στὸ δω­μά­τιο ποὺ χτί­σα­με μὲ ἀ­γά­πη. Εἶ­μαι ἀ­η­τὸς καὶ μπο­ρῶ νὰ πε­τά­ξω. Ἀ­φή­νω τὰ μαλ­λιά μου στὸ κύ­μα ποὺ ἔρ­χε­ται. Κοι­τά­ω τὴν πόρ­τα. Ἀ­κού­ω τὸν θό­ρυ­βο. Σπά­ει καὶ χύ­νον­ται. Τὸ δά­χτυ­λο γί­νε­ται σκαν­δά­λη ποὺ ρί­χνει. Νοι­ώ­θω παν­τοῦ ἕ­να τσού­ξι­μο.
       Μεῖ­ναν ἐ­κεῖ. Νὰ ξέ­ρεις πὼς μέ­σα δὲν μπή­κα­νε. Στὸ λέ­ω για­τί προ­τοῦ ἀρ­χί­σω νὰ πε­τῶ ἀ­πὸ πά­νω τους, εἶ­δα. Δὲν τόλ­μη­σαν. Τὰ μά­ται­α κτή­νη. Κά­ναν στρο­φὴ καὶ χα­θῆ­καν, σκι­ὲς στὸ βά­θος τοῦ δρό­μου. Τώ­ρα πε­τῶ νὰ σᾶς βρῶ. Μὲ λο­γι­σμὸ καὶ ὕ­παρ­ξη ἐ­λεύ­θε­ρη. Πά­νω ἀ­πὸ κάμ­πους καὶ κά­τω ἀ­πὸ ἀ­στέ­ρια. Κρυμ­μέ­νος στὰ πιὸ γλυ­κὰ ὄ­νει­ρά σας. Σὲ βε­βαι­ῶ κα­νεὶ­ς δὲν μᾶς νί­κη­σε που­θε­νά. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὄ­νο­μα: «Κομ­πά­νι – Ἀ­θή­να – Βαρ­κε­λώ­νη», ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς. Ὁ φα­σι­σμὸς δὲν ἔ­χει φτε­ρὰ νὰ πε­τά­ξει.
       Στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς σκαρ­φα­λώ­νω στὸ σύν­νε­φο. Γί­νο­μαι ἕ­να μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες. Χέ­ρι μὲ χέ­ρι βου­τᾶ­με καὶ ρέ­ου­με. Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου. Δι­α­λέ­γω τὸ ρό­δο στὴν πόρ­τα σου. Ἐ­κεῖ θὰ εἶ­μαι ὅ­ταν ἀ­νοί­ξει­ καὶ βγοῦν τὰ παι­διά. Ἐ­κεῖ, στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται.

  πρώτη δημοσίευση περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟ (Ιστορίες Μπονζάι)


Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Χρώμα και λόγος


Αγγελική Κοκονάκη: Προσκυνηματική έξοδος. Δημήτρης Γ. Μαγριπλής: Στα τέταρτα του χρόνου

Δημήτρης Γ. Μαγριπλής
ζωγραφική: Αγγελική Κοκονάκη

Σταμούλης Αντ., 2010
96 σελ.
ISBN 978-960-6887-33-8





Η συνεργασία με ένα εικαστικό αποτέλεσε για μένα μια πρόκληση, όχι μόνο για το τελικό αποτέλεσμα, μα για τη διαδρομή και την επικοινωνία με ένα μονοπάτι της ανθρώπινης φαντασίας που δύσκολα θα έλεγα το κατέχω και φυσικά το κρίνω. Η επικοινωνιακή δυνατότητα όμως, που μας έδωσε η έκδοση της πρώτης λογοτεχνικής μου απόπειρας, με οδήγησε να καταλήξω ότι είτε μέσα από το χρώμα, είτε μέσα από τον ποιητικό ή λογοτεχνικό λόγο γενικότερα, μπορούμε, όπως τονίζει και η Αγγελική Κοκονάκη, να μιλήσουμε για κάτι που φαντάζει ορθολογικά αδύνατο. Πόσο μάλλον όταν ο όποιος βιωματικός δρόμος, μέσα από την τέχνη, καταλήγει σε συγγενικές ονειρικές προτυπώσεις. Τότε επέρχεται η έκπληξη. 



Έτσι το «Στα τέταρτα του χρόνου», μια αυτοτελή ποιητική απόπειρα, εντάσσεται στην «Προσκυνηματική έξοδο» της φίλης ζωγράφου. Νομίζω ισότιμα και εξίσου εναγώνια στη πρόθεσή τους να βοηθήσουν σε μια υποκειμενική προσπάθεια προσδιορισμού του εαυτού και της σχέσης μας με τις ενέργειες της φύσης . Αφού περί της ουσίας, θα ήταν νομίζω υπόθεση μιας ορθολογικής καθαρά μορφής, λίγο ασυμβίβαστο με το διάλογο που κανονάρχησε αυτή τη δουλειά.


Η προσπάθεια καταστολής του χρόνου δια της αιχμαλωσίας του θύμισε, τουλάχιστον από τη μεριά μου, περισσότερο ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο , ή μια αντανάκλαση της φυσικής ομορφιάς στον εσωτερικό μου καθρέφτη . Κυριολεκτικά προσπάθησα να συλλάβω μια σκηνή από το φυσικό περιβάλλον , αντιπροσωπευτική μιας από τις τέσσερις εποχές και με τη πειθαρχία του γνώριμου σχήματος των 5 – 7 – 5 συλλαβών (Haiku), να το αποδώσω με το στάλαγμα μιας μοναδικής νότας, αστραπιαία. Πρόκειται για την χωρίς βία χάραξη μιας μονοκονδυλιάς. 

Δεν ξέρω αν το αποτέλεσμα μετά την καταγραφή του επιβίωσε ποιητικά, ιδιαίτερα μετά την παρέλευση της ιστορικά πρώτης συγκίνησης αλλά είμαι βέβαιος πως απέδωσε επι-κοινωνία με την εικαστικό που επιμελείται αυτής της εκδοτικής προσπάθειας.


Σίγουρα δεν ταυτιστήκαμε, άλλωστε αυτό δεν είναι επιζητούμενο, μα στο πλαίσιο της πειθαρχίας ενός διαλόγου, στην υπακοή της σειράς, στην αντίστοιχη προσπάθεια αφαίρεσης καρποφόρησε μια γλυπτική του λόγου και της εικόνας. Παράλληλα εκφράστηκε μια ικεσία στις δυνάμεις της φύσης σε όλα τα επίπεδα, στην περιφρονημένη της ιερότητα και στην αγωνία του τέλους της, όπως διαδίδεται. Τόσο το «Στα τέταρτα του χρόνου» όσο και η «Προσκυνηματική έξοδος» είναι μια αποκρυπτογράφηση, αποκάλυψη ψυχικών κεφαλαίων, μέσα από τη διαπίστωση ότι ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστο στοιχείο της φύσης και μάλιστα λόγω ικανοτήτων έχει την υποχρέωση να ζει σε απόλυτη αρμονία μαζί της.


Όπως και στην κηπουρική, πράγμα οικείο και ιδιαίτερα αρεστό για μένα, αφήσαμε το τελικό άγγιγμα. Έτσι ο κήπος όσο κι αν φαίνεται ατελείωτος, δεν είναι παρατημένος. Αντίθετα δηλώνει το απόρρητο, το κρυφό, την αλήθεια. Αυτό είναι υπόθεση υποκειμενικής τραγικότητας στο δρόμο για την όποια υπαρξιακή προσωπική απάντηση.
Ο αναγνώστης λοιπόν ας συμπληρώσει μόνος του το λόγο, την εικόνα ή τον κήπο, ανάλογα με τις δικές του αρετές και διαθέσεις.


Φθινόπωρο του 2008

Δρ. Μαγριπλής Δημήτριος

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Δ. Γ. Μαγριπλής: Συνομιλώντας με τον ποιητή και διηγηματογράφο Αλέξανδρο Βαναργιώτη, με αφορμή το βιβλίο του: «Η θεωρία των Χαρταετών», Παράξενες μέρες, 2013, σσ 148, ISBN: 618-80905-0-4




Τον Αλέξανδρο Βαναργιώτη πρωτοσυνάντησα  λογοτεχνικά, στο αφιέρωμα του περιοδικού «Πλανόδιον», για τον Πατρινό ποιητή Χρήστο Λάσκαρη . Έκτοτε τον παρακολουθούσα σε αρκετά επώνυμα λογοτεχνικά περιοδικά, είτε στην έντυπή τους μορφή, είτε στην ψηφιακή - διαδικτυακή τους έκδοση, που τελευταία τείνει να τα αντικαταστήσει. Στον κόσμο αυτό, της διαδικτυακής  πραγματικότητας, μας δόθηκε και η ευκαιρία μιας πιο στενής επαφής. Όπως ήταν φυσικό, η κοινή αγάπη για την συγγραφή αλλά και ιδιαίτερα για την κλειστή φόρμα, μας οδήγησε στην αμοιβαία ενημέρωση για τους κόπους μας. Έφτασαν λοιπόν με το ταχυδρομείο δύο καλαίσθητα βιβλία. Τα «Διηγήματα για το τέλος της μέρας», από τις  εκδόσεις «λογείον»(2009) και  η  «Η θεωρία των χαρταετών», από τις εκδόσεις «Παράξενες μέρες» (2013).  Αρχικά τα ξεφύλλισα και διέκρινα μεράκι τυπογραφικό αλλά και διάθεση από την μεριά των εκδοτών. Αυτό με χαροποίησε και αισθάνθηκα αισιοδοξία. Τίποτα  δεν χάθηκε. Η  ποιότητα – κόντρα στα συμφέροντα και την απάτη των ημερών (σε όλα τα επίπεδα), συνεχίζει να υπάρχει. Φυσικά απευθύνεται στους μυημένους και όχι σε εκείνους που από καθωσπρεπισμό αγοράζουν με τα ρέστα και ένα βιβλίο από το σουπερμάρκετ. Πόσο μάλλον όταν και το περιεχόμενο είναι άριστο, απόρροια τόσο του ταλέντου, όσο και των σπουδών του συγγραφέα. Φιλόλογος, διορισμένος στην μέση εκπαίδευση γεννημένος στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, ο Αλέξανδρος Βαναργιώτης, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα μιας νεώτερης γενιάς ποιητών και πεζογράφων που εμφανίστηκαν μετά το 2000 και είναι ικανοί να υποσχεθούν πολλά για το μέλλον. Έχουν όμως να πολεμήσουν με το «ευπώλητο» και άλλες συνάφειες του κατεστημένου, αν και στο τέλος η ποιότητα δεν χάνεται και αυτή μόνο παραμένει στο χρόνο. Η ποιότητα διακρίνεται από τα εξής χαρακτηριστικά:
α. το γεγονός ότι η συγγραφή θεμελιώνεται σε γλώσσα απλή και καλοδουλεμένη.
β. το αφήγημα βασίζεται  σε ένα βιωματικό ρεαλισμό που διακατέχεται από συναισθηματική φόρτιση
γ. εκδιώκεται κάθε είδους λογοτεχνική πόζα, μη επιτρέποντας τα ονειρογενή στοιχεία να μεταβάλουν το αποτέλεσμα σε χλιαρότητα.
Και τα τρία παραπάνω υπηρετούνται στην γραφή του Θεσσαλού συγγραφέα, τουλάχιστον στην πλειονότητα των διηγημάτων του. Τα πεζά  του χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, που τις διακρίνει το μέγεθος. Αυτά που έχουν την μορφή διηγήματος και εκείνα που μοιάζουν με στιγμιότυπα. Τα τελευταία είναι, θα έλεγε κανείς, ποιητικές φόρμες και μαρτυρούν ότι ο συγγραφέας υπηρέτησε και υπηρετεί και αυτή τη  μορφή του λόγου. Αυτό δεν μας ξενίζει γιατί όντος το διήγημα είναι η ποίηση του πεζού λόγου και ως  πιο ευρύχωρη φόρμα, αποτελεί συχνά το πέρασμα για πολλούς ποιητές μας. Εδώ όμως μιλάμε για τον πεζογράφο και τα διηγήματά του που διακατέχονται από αγάπη για τον συνάνθρωπο, τον πόνο της μοναχικότητας, την ερημία των πόλεων και την ανησυχία του θανάτου. Ο συγγραφέας μοιράζεται τον άλλο σαν εαυτό και αναδύει μέσα από τις μικρές ιστορίες του μια ορθόδοξη  βιωματική θεολογία.
Θα κλείσω με μία εικόνα που μου γέννησε η μελέτη της δουλειάς του: « Μια στάση σε ένα επαρχιακό δρόμο, ένας άνθρωπος που κοιτά το απέραντο και οι μνήμες σπασμοί που αλλοιώνουν το πρόσωπο. Κάθε πόνος ρυτίδα και κάθε καημός ένα ακόμη λουλούδι να ανθίζει στην φύση».

Τι πιο καλύτερο όμως από το να μας κάνει γνωστή την γραφή του ο ίδιος ο συγγραφέας:


Δ. Μ. : Ποιητής ή διηγηματογράφος Αλέξανδρε;
Α. Β. : Αφηγούμαι ιστορίες είτε χρησιμοποιώ τον πεζό είτε τον ποιητικό λόγο. Θα συμφωνήσω ότι το διήγημα είναι μια πιο μεγάλη ποιητική φόρμα. Μικρός έγραφα ποιήματα. Ακόμα γράφω.  Αγαπώ πολύ την ποίηση. Άλλωστε τα περισσότερα βιβλία που διαβάζω είναι ποιητικές συλλογές.

Δ.Μ.: Από τον  Παπαδιαμάντη μέχρι τον Γιώργο Ιωάννου και τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, το ελληνικό διήγημα έχει στιγμές απογείωσης. Ποιες οι κύριες επιδράσεις σου;
Α.Β.:  Έχω διαβάσει σχεδόν όλο το έργο και των τριών συγγραφέων. Όμως επειδή τον Παπαδιαμάντη και τον Ιωάννου τους διάβασα σε μικρότερη ηλικία και λάτρεψα τη γραφή και το ήθος τους, νομίζω ότι με επηρέασαν βαθύτατα και οι δύο. Το θέμα των επιδράσεων βέβαια χωράει πολλή συζήτηση. Η αφομοιωμένη επίδραση είναι αυτή που έχει αξία, αλλιώς πρόκειται για ανούσια μίμηση. Όταν όμως μιλάμε για αφομοιωμένη επίδραση στην ουσία μιλάμε για ένα υλικό που έχεις μέσα σου είτε ως εμπειρία, βίωμα είτε ως τραύμα, το οποίο αναδύεται, όταν σε αγγίξει μια συγκίνηση που προέρχεται από την εμπειρία, βίωμα ή τραύμα κάποιου άλλου. Είναι ζήτημα συγγένειας πνευματικής περισσότερο και λιγότερο επίδρασης.

Δ.Μ.: Πόση σημασία έχει η μελέτη και οι σπουδές στην θεμελίωση μιας καλοδουλεμένης γλώσσας, αρκεί το ταλέντο ή ακόμη και οι κύκλοι δημιουργικής γραφής;
Α.Β.: Δεν πιστεύω ότι οι κύκλοι δημιουργικής γραφής μπορούν να δημιουργήσουν έναν συγγραφέα. Ασφαλώς οι σπουδές και η μελέτη συμβάλλουν στη διαμόρφωση της γλώσσας. Όμως το ταλέντο  και η παρατήρηση  της ζωής ως θαυμαστό και αξιοπρόσεχτο πράγμα είναι αυτά που αποτελούν την αφετηρία μιας συγγραφής. Από κει και πέρα χρειάζεται βέβαια διαρκής και επίπονη δουλειά.

Δ.Μ.: Ξερή περιγραφή ή βιωματικός ρεαλισμός; Τι από τα δύο προκρίνεις ως απαραίτητη προϋπόθεση ενός καλού διηγήματος;
Α.Β.: Σαφέστατα τον βιωματικό ρεαλισμό.  Οτιδήποτε γράφουμε αποκτά άλλη δύναμη όταν εμβαπτίζεται στο βίωμα, όπως ακριβώς τα μέταλλα γίνονται πιο ανθεκτικά όταν εμπλουτίζονται και μετατρέπονται σε κράματα.

Δ.Μ.: Στην εποχή μας, η έλλειψη χρόνου, η ένταση και η κυριαρχία της εικόνας οδηγούν στην αδυναμία προσήλωσης σε κείμενα που δεν αυτοπεριορίζονται.  Αυτό σημαίνει την ηγεμονία της κλειστής φόρμας ή ακόμη ζούμε στην εποχή των τεράστιων λογοτεχνικών τομιδίων; 
Α.Β.: Έχουμε περάσει εδώ και πολλά χρόνια στην μικρή φόρμα. Οι  ταχύτητες της εποχής και η κούραση των ανθρώπων, σε συνδυασμό με την κυριαρχία της εικόνας και του διαδικτύου, περιόρισαν την κυκλοφορία εκτεταμένων κείμενων.  Αναφέρομαι πάντα σε ποιοτικά κι απαιτητικά κείμενα. Διότι υπάρχει και ο εύπεπτος χυλός που κυκλοφορεί και πωλείται πολύ.

Δ.Μ.: Στα διηγήματά σου υπάρχει καλοσύνη, συγχωρητικότητα, αγάπη στον πλησίον και γενικά έντονος ανθρωποκεντρισμός. Πρόκειται για μια δική σου θεολογία;
Α.Β.: Τα στοιχεία αυτά τα βρίσκει κανείς σε πολλούς συγγραφείς παλαιότερους και σύγχρονους. Θα αναφέρω πάλι τον Παπαδιαμάντη, τον Ιωάννου, τον Κόντογλου,  τον Λειβαδίτη, αλλά και τον  Γιώργο Μαρκόπουλο, σύγχρονο ποιητή, ο οποίος σε μια συνέντευξή του στην  τηλεοπτική εκπομπή «ιχνηλάτες» στον Δαυίδ Ναχμία είχε πει κάτι που με συγκλόνισε:  «Έχω τάξει τον εαυτό μου να είμαι υπηρέτης του καλού και ταυτοχρόνως να αποσιωπώ το κακό. Όταν όλοι, πιστέψτε με, πράξουμε το ίδιο, να αποσιωπήσουμε δηλαδή το κακό, τότε θα δείτε ότι το καλό θα λάμψει δέκα φορές περισσότερο» είπε τότε, και σ’ ένα ποίημά του γράφει «ας κοιτάξουμε για μια στάλα αγάπη, όπως οι φτωχοί ψωνίζουν κουβέρτες στα πανηγύρια».  Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με χριστιανική πίστη. Μικρός ήμουν παπαδάκι, πήγαινα κατηχητικό και το καλοκαίρι παραθέριζα σε κατασκηνώσεις της μητρόπολης Τρικάλων. Πολύ νωρίς, από τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια, επισκέφτηκα και το Άγιο Όρος. Τόσο το πρότυπο των γονέων όσο και τα μηνύματα του ευαγγελίου με επηρέασαν. Πιστεύω βαθύτατα στην αγάπη και  στον συνάνθρωπο. Και ο Θεός στον οποίο πιστεύω είναι επίσης Θεός αγάπης και συγχώρησης.

Δ.Μ.: Μεταμοντέρνος συγγραφέας ή απλά παιδί της εποχής σου;
Α.Β.: Για να είμαι ειλικρινής δεν νιώθω καν  συγγραφέας. Είμαι ένας άνθρωπος που γράφει,  γιατί ένα ποτάμι ανεβαίνει μέσα μου και με πνίγει. Έχω ανάγκη να μιλήσω για κάποια πράγματα και αυτό κάνω πότε κλαίγοντας πότε παίζοντας (ελπίζω το παιχνίδι και ο πειραματισμός να μην θεωρούνται μεταμοντέρνα). Ασφαλώς όλοι είμαστε παιδιά μιας εποχής.

Δ.Μ.: Δώσε μας σε μια εικόνα ή σε ένα ρυθμό, το ιδιαίτερο της γραφής σου.
Α.Β.: Ταξίδευα κάποτε οδικώς με την κόρη μου προς τη Λιβαδειά, όπου υπηρετούσα. Ήταν άνοιξη, γύρω τα πάντα ανθισμένα, αλλά θλιμμένα. Μια βαριά συννεφιά μας συνόδευε. Ψηλά στις πλαγιές του Μπράλου, την ώρα που ο ήλιος έγερνε  προς τον ορίζοντα, άνοιξαν ξαφνικά τα σύννεφα και μας αγκάλιασε ένα μειλίχιο φως. Ένα πορτοκαλί φίλτρο τα έκανε όλα ακόμα πιο όμορφα. Νιώσαμε τότε και οι δύο σαν να εισέβαλε εκείνη η στιγμή στην αιωνιότητα, σαν να σταμάτησε ο χρόνος και να κάναμε βόλτα στον παράδεισο. Όταν γράφω, αισθάνομαι ότι προσπαθώ να αποδώσω εκείνη τη στιγμή κι εκείνο το φως, όποιο κι αν είναι το θέμα μου.


www.tempo24.gr (Ηλεκτρονική εφημερίδα, ειδήσεις και νέα από την δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο), Πάτρα 16 /10 / 2015 σελ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Κώστας Ζαφείρης, «Κόντρα Γέφυρα και άλλα διηγήματα», άλφα πι, Χίος 2015, σσ. 183 (εικονογράφηση Κώστας Δαμπολιάς).

Κριτική ανάγνωση:   Δ. Γ. Μαγριπλής




Συνήθως οι συμβουλές για ένα καλό βιβλίο αρχίζουν όταν τα σχολεία κλείνουν. Οι  «ειδικοί» προτείνουν κάποιους τίτλους που φυσικά δεν ξεστρατίζουν από τον κύκλο των γνωστών εκδοτικών οίκων. Όταν το καλοκαίρι για τους αδειούχους τελειώνει, πολλά από τα βιβλία αυτά γυρίζουν σπίτι πασπαλισμένα  με αλάτι και άμμο, συνήθως με κατεστραμμένο εξώφυλλο και επιπλέον χωρίς να έχουν καν ανοιχτεί. Το σπάνιο είναι να γυρίσει κανείς με ένα ολοκαίνουργιο βιβλίο και μάλιστα απόκτημα  από το συμπαθητικό βιβλιοπωλείο της μικρής ή μεγάλης λουτρόπολης. Αυτό το βιβλίο θα το διαβάσει. Είναι σίγουρο. Μέσα στις σελίδες του κρύβει όνειρα καλοκαιρινής νύχτας,  ανάσες καυτές, παιχνίδια στην άμμο και ευωδιές γιασεμιού. Θα έλεγα είναι το πολυτιμότερο αναμνηστικό αλλά και το καλύτερο δώρο για όσους αγαπάμε. Επιπλέον
η πολιτιστική γεωγραφία είναι αυτή που  χαρακτηρίζει τον τόπο αλλά  και τον καταγράφει  στην συλλογική μνήμη.  Σημαντικό κομμάτι του πολιτισμού είναι ο γραπτός λόγος και κάθε τόπος έχει αντιπροσώπους στο χθες και το σήμερά του.
Ένα τέτοιο βιβλίο είναι η «Κόντρα γέφυρα» και μια χιώτικη πέννα, από αυτές που βαραίνουν, είναι ο Κώστας Ζαφείρης. Τον συγγραφέα φυσικά τον έχω διαβάσει ξανά. «Η εκδίκηση του τυπογράφου» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο(2006), μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, όπως και  το μυθιστόρημα «Αφάνεια» από τις αισθητικά άρτιες εκδόσεις «άλφα πι» το 2010.  Η «Κόντρα γέφυρα» όμως είναι το καινούργιο και σαν τέτοιο αποτελεί ανάμνηση καλοκαιριού και ένα βιβλίο που το ρούφηξα αμέσως μετά την επάνοδό μου στα πάτρια.
Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων, επτά τον αριθμό, που ξεδιπλώνονται με περιστασιακά – αξιοπρόσεχτα – σκίτσα, του  Κώστα Δαμπολιά. Το πρώτο και ομώνυμο του τίτλου(σσ. 7-79, θα μπορούσε να είναι και μια όμορφη νουβέλα), αποτελεί δείγμα ναυτικής ιστορίας, όπως μόνο ένας Χιώτης μπορεί να το γράψει. Ο λόγος πλουτίζεται με ναυτικούς όρους, η ιστορία κεντρίζει για την ποιότητά της και το τέλος ως έκπληξη, αφήνει την αίσθηση του σκληρού μα αιώνια ουτοπικού μπάρκου.   Η ζωή του ναυτικού, χωρίς πασπαλίσματα συναισθηματισμού, μέσα στα σοκάκια του μεγάλου λιμανιού της χώρας, στη μοναξιά του ταξιδιού, στις αναθυμιάσεις ποτών και τσιγάρων. Πόθοι, ονείρατα και πάθη, που περιπλέκονται με μαεστρία και ταξιδεύουν σε καταστρώματα και αμπάρια. Καβγάδες για τα μάτια μιας όμορφης, ισορροπίες που κερδίζονται χάρη στους πιο γνωστικούς, κύματα θεόρατα, ικανά να πνίξουν ακόμη και το πιο σύγχρονο πλοίο.
«Στην παλιά περασιά» ο δάσκαλος, κεντρικό πρόσωπο σε μια ατμοσφαιρική ιστορία μυστηρίου, συμβάλλει στο να μετεγκατασταθεί ένα ολόκληρο χωριό, αν και αυτός μαγεμένος ακολουθεί τη σκιά που  φυλάκισε  ολάκαιρη τη ζωή του. Η «Καταρίνα Βιτ» με το υπέροχο στυλ της θριαμβεύει όχι μόνο στους στίβους της πραγματικότητας αλλά και στις καρδιές των απομονωμένων κατοίκων στο Ζαφειρικό Βραχώρι.  Εδώ διαβάζει κανείς για τις δυσκολίες του χειμώνα και  της συνύπαρξης στα μικρά μέρη. Όσο κι αν φαντάζουν οικογένεια, οι λιγοστοί κάτοικοι δεν κάνουν παράδεισο. Αυτό απαιτεί παιδεία και ποιότητα και τούτο γίνεται ακόμη δυσκολότερο όταν η μόνη επαφή, το μόνο παράθυρο στον έξω κόσμο  είναι η τηλεόραση. Όμως η θρυλική πρωταθλήτρια καταφέρνει να καταλαγιάσει τις έχθρες και να ενώσει τα άκρα αντίθετα. Ο «Λύσανδρος και Ιρίνα» είναι ζευγάρι στην φαντασία των θαμώνων ενός καφενείου. Κακόγνωμοι, όπως τους θέλει  ο συγγραφέας, μα συμπαθέστατοι -θα έλεγα ως αναγνώστης- συνταξιούχοι. Μέσα  στα πολλά δακρυγόνα, της εποχής του πρώτου μνημονίου, καταφέρνουν να δουν τη ζωή με μάτια διαφορετικά,  μα δυστυχώς σε χρόνο που για να κυλήσει χρειάζεται πια τεχνική  υποστήριξη.  Η «Κραυγή» είναι συνάντηση με ένα φάντασμα της παιδικής ηλικίας. Η τρελή  του χωριού. Αυτή που τρομάζει αλλά συνεχίζει να υπάρχει με όλους τους άλλους στο μικρό χωριό, που δεν εξοστρακίζει την διαφορετικότητα αλλά την συντηρεί, γιατί ασυνείδητα γνωρίζει τις ευθύνες της ή απλούστερα βλέπει εικόνες του εαυτού της.  Στο «Παραθαλάσσιο εξοχικό», ένα ερωτικό καλοκαίρι γίνεται από υπόσχεση,  κόμπος στο στομάχι του Γρηγόρη. Μια σπαρταριστή ιστορία με φόντο ένα καλοκαιρινό νησιώτικο μπαράκι. Από αυτά που όλοι έχουμε περάσει προσδοκίες ή και στιγμές πνιγμένες σε καλοκαιρινές αλκοολούχες απολαύσεις. Στη  «Μαρία με τα κίτρινα» ξετυλίγεται όλο το σκηνικό της δεκαετίας του΄70 στην ελληνική επαρχία, αλλά και το πολιτικό που σαν έννοια και ουσία  απασχολεί πάντοτε  τον  Κώστα Ζαφείρη.
Επτά ιστορίες λοιπόν, καλοκαιρινές, όπως καλοκαίρι είναι πάντα στο αρχιπέλαγος, όμορφες σαν νύχτα με ουρανό ξάστερο και τίμιες όπως ορίζει η πέννα και η μόρφωση ενός πολλά υποσχόμενου συγγραφέα της εποχής μας.

Μια συνομιλία με τον ποιητή Χρήστο Αναγνωστόπουλο, με αφορμή την ανάγνωση της τελευταίας ποιητικής συλλογής του: « Δένδρο ξανά», Περισπωμένη, Αθήνα 2025.

  Τον Χρήστο Αναγνωστόπουλο τον γνωρίζω χρόνια. Είναι από τους ποιητές που υποστηρίζουν βιωματικά τον έμμετρο λόγο τους και αυτό μου είναι...