Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

Στο κέντρο της πόλης

Είχε πια συνηθίσει. Κάθε βράδυ έστρωνε τις κουβέρτες του και πλάγιαζε πάνω από τον εξαερισμό του μετρό. Είχε πάντοτε ζέστη. Αν έκανε χειμώνα βαρύ έμπαινε μέσα στην τεράστια χάρτινη κούτα που είχε βρει στα σκουπίδια.

Έκανε επαιτεία στην είσοδο του Φαρμακείου.

Το μεσημέρι έτρωγε φτηνά στο χέρι και ύστερα έψαχνε για τη δόση του. Όλα πήγαιναν πρίμα. Κάτι ο ΟΚΑΝΑ, κάτι οι φιλάνθρωποι και τίποτα δεν του έλειπε. Είχε και αίσθημα. Μια όμορφη κούκλα που έκανε πιάτσα πίσω από το Δημαρχείο της πόλης. Πιο σεμνή όμως και πιο γλυκιά δεν είχε ξανασυναντήσει ποτέ.  

Εκεί ανάμεσα στις μυρωδιές των μπαχαρικών την συναντούσε και μίλαγαν με τις ώρες. Εκείνη σπάνια αντιδρούσε και φυσικά του έκανε όλα τα χατίρια. Χωρίς αγγίγματα όμως. Ένα τεράστιο τζάμι στεκόταν πάντα ανάμεσά τους.

«Ρε πρεζόνι, στη βιτρίνα μιλάς;» τον διέκοπτε κάποτε ο ειδικός φρουρός στη βραδινή του περιπολία. Δεν τον ένοιαζε. Ακόμη και όταν με φούρια τον τσάκιζε στο ξύλο άμα ξεμπέρδευε με τις κυρίες στο διπλανό ξενοδοχείο. Είχε μάθει πια. Ο έρωτας ήταν επικίνδυνος στις μέρες μας.

Αυτός κάθε βράδυ πιστός στο ραντεβού μέχρι τη μέρα που πίσω από τη βιτρίνα χάθηκε για πάντα η κούκλα.

Ανακαίνιση έγραφε το σημάδι στο τζάμι.

Δεν την ξαναείδε. Η διαδρομή όμως πάντοτε η ίδια. Πίσω από το δημαρχείο είχε ζήσει τις πιο αληθινές στιγμές αγάπης και πόθου. Ήξερε ότι μια μέρα θα ξανασμίξουνε. Με αυτή την ελπίδα συνέχισε να υπάρχει.

Εκείνη τη νύχτα ο κόσμος ανάστατος. Σειρήνες,  σπασίματα, πυροβολισμοί, εκρήξεις. Σκηνές πολέμου.

Τα ζούσε ή έφταιγε η σκόνη που σαν χιόνι έπεφτε στο μυαλό του;

Κάποιος τον τράβηξε και βρέθηκε στο ποτάμι να κυλά με το πλήθος.

Φωνές και συνθήματα. Έτρεχε με πανικό προς τα μπρος.

Γιατί; Δεν ήξερε, μόνο κάτι στόματα ανοίγαν και κλείνανε.

Συνθήματα σκέφτηκε, μα ήταν τόσο βουβά.

Πίσω του ο ειδικός φρουρός να τον φτάνει. Ήθελε να γίνει αόρατος όσο και την ημέρα. Μα ήταν νύχτα και όλα φωτισμένα από λάμπες νέον, σπινθήρες και χρώματα της φωτιάς.

Αποκάλυψη τώρα! Ο  μπάτσος κατόπι.

«Απόψε πεθαίνω», σκεφτότανε και  ο άνεμος μύριζε φορμόλη.  

Έκανε να κρυφτεί πίσω από το άγαλμα. Ευτυχώς τον προσπέρασαν όλοι και άρχισαν μάχη. Πέτρες έπεφταν σαν το χαλάζι και ο ορίζοντας  με σύννεφα σκόνης.

Στο μαγαζί απέναντι μπούκαραν  για πλιάτσικο.

Είπε να πάει. 

Μα τι να τα κάνει τα πράγματα; Δεν είχε ντουλάπια στη κούτα και τσέπες γεμάτες δεν άντεχε πάνω του. Έμεινε να κοιτά. Αθέατος πάντα. Δεν ήθελε να τον δει κανείς από τους γνωστούς.

Πώς έγινε και ήταν εκεί;

Όλοι οι πλούσιοι της πλατείας έβγαιναν για ψώνια νυχτιάτικα. Άλλος με δέκα ζευγάρια γυαλιά, άλλος με κινητά άλλος με ρούχα και τσάντες με ηλεκτρονικά, άλλος με τίποτα και τη χαρά του μίσους  για απόδειξη.

Του φάνηκε ότι άκουσε κλάματα. Από πού; Αναρωτήθηκε.

Βγήκε με τρόπο και ακολούθησε τις φωνές. Ήταν αυτή. Μόνη και άσημη ανάμεσα στα τόσα στολίδια. Η τζαμαρία σπασμένη και επιτέλους χωρίς εμπόδιο.

Ήταν  δική του.

«Γιατί κλαις;» τη ρώτησε, μα απόκριση δεν πήρε.

Εκείνη συνέχισε να θρηνεί. Κινήθηκε να την αγκαλιάσει.

Κάποιος τον έσπρωξε. Έπεσε κάτω και πλήθος μπήκε ανάμεσά τους.

«Τι κάνετε εκεί;»

Κανείς δεν του απάντησε. Μονάχα έβγαζαν μια φωνή σαν συριγμό και με μάτια πυρωμένα του θύμιζαν Άδη.

Όρμισε να την γλυτώσει.

Όλο την έφτανε μα πάντοτε  στο τέλος την έχανε.

«Μη! Αφήστε την ήσυχη», φώναξε.

«Μια κούκλα είναι μόνο. Άλλοι την ντύνουν και την ξεντύνουν. Δεν φταίει – δεν φταίει σε τίποτα». 

Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Την πήραν μαζί τους και έτρεχαν. Κατόπι κι αυτός και να κλαίει.

«Χριστέ μου, δώσε  μου δύναμη».

Τα πόδια του φτερά και το κορμί του πούπουλο. Δεν έφτανε όμως. Κάθε που ζύγωνε κάτι την έπαιρνε όλο και πιο μακριά.

«Τη ζωή μου για αυτή» δήλωσε και πίστεψε ότι θα άξιζε κάτι.

Κάποιος κοντά  γέλασε και με φόρα του πέταξε πέτρα.

«Βρωμιάρη», του  είπε και έφυγε.

«Εικόνα μου είσαι», του αντιμίλησε άκαιρα.

Ζαλίστηκε, μα ευθύς αναστήθηκε. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο.

Η ματιά του την είδε μπροστά, την κρατούσαν αιχμάλωτη κάτω από το χριστουγεννιάτικο δένδρο την πόλης. Αυτή φώναζε βοήθεια και γύρω της χόρευαν  βάνδαλοι.

«Σώσε την, σώσε την» εκλιπαρούσε στα ύψη.

«Φεύγα» του είπε ο άγγελος.

«Εσύ να πετάς ξέρεις μόνο», του απάντησε και στριμώχτηκε στους βραδινούς επισκέπτες της κόλασης.

Ήταν πλέον κοντά της, την είχε στο άγγιγμα.

«Τώρα σε έχω» της είπε με ένταση.

Αυτή άπλωσε τα κοκάλινα χέρια της προς το μέρος του και κει που η αγκαλιά θα γινόταν αλήθεια, ένα παιδί την έριξε κάτω από το έλατο.

Τινάχτηκε να την σώσει. Δεν πρόλαβε. Τεράστιες φλόγες ξεπήδησαν σε ξέφρενο ρυθμό.

Παιδιά χόρευαν λέγοντας τα κάλαντα.

Ήταν πρωί πια  και κείνος με αίματα, έψαχνε στα αποκαΐδια για να την συναντήσει ξανά.  

Απόκαμε και έκατσε πληγωμένος.

Κοίταξε επάνω για έλεος.

«Καλά Χριστούγεννα» άκουσε και ο μπάτσος τού έριξε τον ουρανό κατακέφαλα.




Εμπεριέχεται στην συλλογή : "Τα καναπεδάκια της ανεργίας" , Κριτική , Αθήνα 2016, σσ. 79 - 83

https://kritiki.gr/product/ta-kanapedakia-tis-anergias/ 

Σάββατο 24 Ιουλίου 2021

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ

Ο μάστορης του λόγου περιγράφει τα αισθητά. Τους δίνει χρώμα και ύφος. Τα τοποθετεί με τάξη. Στολίζει την εικόνα με λεπτομέρεια. Αν πρόκειται για καλοκαιρινό τοπίο, απλώνει κάτω το κίτρινο της άμμου, σαν βάση. Επάνω τοποθετεί κοχύλια, της φουρτούνας αφήματα, μια απλωμένη πετσέτα, να εντοπίσει τον άνθρωπο, ακόμη και ένα μεγάλο πλαστικό μπουκάλι, καταδεικνύοντας έτσι το χρόνο μας. Πριν από αυτόν και άλλοι περιέγραψαν ίσως την ίδια σκηνή. Το μπουκάλι ήταν γυάλινο , ή ακόμη και πήλινο σκεύος. Αν καταπέσει στη διαφήμιση, είναι μια λεπτομέρεια που την κανονίζει το ήθος του. Αν δεν πρόκειται για αντικείμενο πόθου, θα το αφήσει μετέωρο στην φαντασία. Με βάση την τελευταία ξοδεύει το μπλε. Στο κέντρο, η θαλασσινή του εκδοχή και πιο πάνω γαλάζιο. Αν θέλει καλοσύνη, αφήνει τα πράματα έτσι. Διαφορετικά βάζει και λίγο άσπρο για κύματα, ή πιο πολύ, λίγο πιο πάνω, απεικονίζοντας σύννεφα. Στα ξαφνικά θυμάται μια βάρκα. Ψαρόβαρκα, μπορεί ακόμη και ένα πελώριο ιστιοφόρο, ίσως και μια απλή σανίδα με καρφωμένο επάνω ένα τσακισμένο πανί … Ανάλογα με τα συναισθήματα. Έτσι μπαίνουν και πετούμενα στον ουρανό. Από απλές μαύρες γραμμές στο σήμα της νίκης, μέχρι τεράστια εξωτικά πουλιά με κάθε λεπτομέρεια. Σε μια γωνία του κάδρου , αφήνεται μια σφαίρα χρυσή ή πορτοκαλί , ο ήλιος, σε εξάρτηση πάντα με τον κύκλο της ημέρας που θέλει να τονιστεί. Ο άνθρωπος , όποτε υπάρχει στην αφήγηση, αφήνεται από γυμνός μέχρι και ντυμένος ολόκληρος , ως παιδί, ως έφηβος ή και ως λίγο πριν την αποδημία του. Αρκετές φορές υπάρχουν και πλέον του ενός προσώπου. Μπορεί να κοιτούν από κοινού τον ήλιο που δύει, να είναι αγκαλιασμένοι σε στιγμή ερωτικής μέθης, να παίζουν στην παραλία, να είναι ξαπλωμένοι στην καυτή άμμο ή να κολυμπούν αμέριμνοι λίγο πριν βουτήξουν στην αιώνια μήτρα. 

Μεταμορφώσεις . Η φαντασία γίνεται εικόνα και τανάπαλιν, για εκείνον που μελετά το αποτέλεσμα. Χιλιάδες άνθρωποι σε παράλληλους τόπους και χρόνους. Όλοι συναντιούνται με όλους. Ακόμη και με εκείνους που έφυγαν νωρίτερα. Οι ερωτευμένοι μπορεί να είναι οι γονείς μας, το παιδί, το εγγόνι μας. Στο πλοίο κάθεται ο Μαυρογένης ο πειρατής , ή ο άγιος Νικόλαος , ίσως ακόμη και ο Μάκης ο μπεκρής, ο ναύτης. Σε κάθε περίπτωση μυριάδες, ανάλογα το βίωμα του γράφοντος, συμπυκνώνοντας την εμπειρία σε έναν, περιμένοντας τον αναγνώστη να ταυτιστεί με όποιον αυτός επιλέξει. Είναι σαν να ανοίγεται μια κουρτίνα και ενώ κοιτάς ένα τοπίο κλισέ , ξάφνου να αναδύονται δράκοι και γοργόνες , μυθικά πρόσωπα , ακόμη και τέρατα. Ένας ή και περισσότεροι , με ρούχα μιας αλλοτινής εποχής ή του κόσμου που θα έρθει, σε κρατούν από το χέρι και χάνεσαι στην δική σου άχρονη ομορφιά. Φυσικά θέλει προσοχή. Αν απαιτήσεις το δικό σου τέλος, το ωραίο γίνεται εύκολα εφιάλτης και ο πρωταγωνιστής καταλήγει από γάμο σε δράμα, τα γνώριμα πρόσωπα, σκιές και φαντάσματα. Πρέπει να αφήσεις τα πράγματα να μεταμορφωθούν από μόνα τους. Θα υπάρχει η πτώση αλλά και η πτήση , θα υπάρχει σχεδόν σαν κανόνας η σταύρωση και η ανάσταση. Το όλο απαιτεί μόχθο και άσκηση, καλλιέργεια, αποτέλεσμα άροσης βαθιάς. Διαφορετικά το εγχείρημα περιορίζεται σε επιθυμίες και αυτές, όταν ικανοποιηθούν, οδηγούν στην ύπνωση. Χάνεται έτσι η ευκαιρία συνάντησης. Το αντάμωμα και η κοινή τράπεζα. Η μέθη με το κρασί το εκλεκτό, το κερασμένο από τον ίδιο τον ποιητή. Χάνεται έτσι η δυνατότητα της ενόρασης με τις πολυάριθμες εικόνες σου. Χάνεται έτσι ο μισός Αύγουστος και η γιορτή του Σωτήρα σημαίνει μόνο μπακαλιάρο σκορδαλιά , που ως υπέροχη τέρψη, φέρνει ύπνο βαρύ και οι νεφέλες εξατμίζονται χωρίς να αποκαλύψουν τίποτα. Πρωί πρωί με τις δροσιές, ο παππούς χαϊδεύει τον γκέκα. Μπροστά στην παλιά αποθήκη, εκεί που τώρα είναι ο δρόμος, είμαστε πάλι όλοι μαζί. Ακόμη και η κόρη του γιού τού παιδιού μου, που ορέγεται ένα κόσμο καλύτερο, δίπλα στον άγγελό της που τινάζει τη σκόνη στο όνειρο , λίγο προτού πετάξει ξανά, κοντά στο υπέρλογο. Οι κουρτίνες ανοίγουν πάντα ξαφνικά. Έτσι άλλωστε αρχίζουν οι μύθοι και τα θαύματα …..









πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΔΕΚΑΤΑ , τευχ. 63ο , Αθήνα - Φθινόπωρο 2020, σσ. 186-7

Κυριακή 23 Μαΐου 2021

Ούτε καν απώλεια

 


      
Μας έχουν κρύψει το γαλάζιο από την όραση. Επέβαλαν μόνο τις αποχρώσεις του γκρι. Όλα τείνουν στο χρώμα της στάχτης και προοπτικά στο απόλυτο μαύρο. Αλλοίμονο αν κάποιος προσπαθήσει να δώσει χρώματα. Μάταιος κόπος. Όλα βυθίζονται στο κενό. Συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στα βομβαρδισμένα τοπία. Εκεί όλα είναι νεκροζώντανα. Ρακένδυτοι , πεινασμένοι και χωρίς καμία φωνή , σεργιανούνε στο γκρεμισμένο λιμάνι , αναπνέοντας οσμές δηλητηρίων και αρώματα πένθους. Μόνοι , περιδιαβαίνουν τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και τις έρημες ακτές, αναζητώντας πρόσωπα οικεία και τρόπους διαφυγής. Κάθε τόσο ελικόπτερα πετάνε με θόρυβο και όλοι βγαίνουν από τις υπόγειες φωλιές τους , τρέχουν στην μεγάλη πλατεία της Ισοπέδωσης, έργο των ισχυρών φίλων του τόπου. Εκεί σηκώνουν τα χέρια ψηλά και δέχονται μικρά αλεξίπτωτα με τροφές που πέφτουν γλυκά πάνω στις λάσπες. Παλεύουν και ματώνονται, κάποιοι κερδίζουν και άλλοι χάνουν την ευκαιρία . Όλοι γυρίζουν τα μάτια ξανά πάνω στο γκρι και χάνονται βαθιά μέσα στις τρύπες τους.

Τους βλέπω ξανά και ξανά. Είμαι καθισμένος πάνω στον πύργο και αγγίζω με εγρήγορση την σκανδάλη. Οι εντολές είναι ρητές. Πυροβολούμε κάθε ύποπτη κίνηση. Κανείς δεν περνά τον γυάλινο τοίχο . Η θάλασσα υπάρχει μόνο σαν βάθος πεδίου. Τυπωμένη  με αφηνιασμένα κύματα, σταχτιά και αφιλόξενη στο νου της διαφυγής. Κανένας δεν τόλμησε να πλησιάσει κοντά της. Ακόμη και αν κάποιος ξεχάστηκε, μόλις πλησίασε την ταπετσαρία τον πυροβόλησε κάποιος συνάδελφος. Συνήθως ο Φόβος, δεινός  σκοπευτής και ικανός για τα πάντα.

Η ώρα κυλά αδιατάραχτα. Μετράω ανάσες. Αυτές βγαίνουν σαν σύννεφα και ταξιδεύουν στον χώρο. Στις 1 μ.μ. μας φέρνουν συσσίτιο. Αναφέρω μια ρωγμή στο γυαλί κάτω δεξιά στην άκρη της εικόνας.

-          Μην ανησυχείς, μου λέει ο ανώτερος , αδιαπέραστο.

Ησυχάζω. Τίποτα δεν αναιρεί τις βεβαιότητές μας και κανείς δεν μπορεί να μας χαλάσει το βόλεμα. Αφήνω το όπλο και δοκιμάζω να φάω. Αδύνατον. Όλα είναι θέμα αισθητικής. Τροφή μαύρη και ένας ζωμός μέσα στο γκρι. Ανάβω τσιγάρο. Τα σκουλήκια βγήκαν ξανά από τις τρύπες τους. Ένας χορεύει στην τρέλα του. Τον έχω στο στόχαστρο. Εύκολα. Δεν είναι απώλεια καν. Απλά καθαρισμός του τοπίου. Επιπλέον γαλήνη. Μετά την βολή τρέχει αίμα. Είναι το μόνο χρώμα που ακόμη επιμένει. Κόκκινο βαθύ και ρέει πάνω στο γκρι . Μέχρι να χαθεί στην τρύπα του μαύρου όλοι μένουν εκστασιασμένοι. Στην αλλαγή της φρουράς είσαι επαινετός. Έκανες το καθήκον σου άριστα. Αν φτάσει το όριο θα τον πάρω. Αυτός όμως χορεύει, ανεμίζει τα κουρέλια του, κοιτάει ψηλά και αφήνει τα μαλλιά του να πέσουν λυτά. Πετάει την μάσκα από το πρόσωπο και διακρίνω μια γνώριμη μορφή. Παίρνω τα κιάλια και βλέπω καλύτερα. Μα ναι, τον γνωρίζω. Είναι ο πατέρας μου. Αυτός που αρνήθηκε την υποταγή στα χρόνια του μεγάλου πολέμου. Δεν κάνω λάθος. Αυτός είναι . Αψηφά πάλι τον θάνατο . Ο τρελός τρέχει προς το σημείο μηδέν. Οπλίζω. Μια σειρήνα βουίζει τον κίνδυνο. Όλοι οι πύργοι παραμένουν σε ετοιμότητα.

-          Ακίνητος , φωνάζω με τον τηλεβόα, ακίνητος.

Αυτός γυρίζει κοιτά προς το μέρος μου. Σκύβει και αρπάζει μια πέτρα. Την πετά με ορμή πάνω στον γυάλινο τοίχο. Ο χρόνος παγώνει. Σπάει σαν πάγος το τείχος και πίσω η θάλασσα. Βαθύ το γαλάζιο , πολύ το χρώμα και το αίμα ποτάμι κόκκινο.

-          Πατέρα, μου λείπεις.

Δεν υπάρχει γυρισμός, οι σφαίρες χαλάζι και τα σκουλήκια άπειρα να εφορμούν σαν κύματα στα κύματα μέσα στην πανδαισία των απελευθερωμένων χρωμάτων σε μια φωτεινή μέρα που χάθηκε για πάντα η σιγουριά και η ασφάλεια.

Μια πεταλούδα χορεύει τριγύρω μου.     




Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΔΕΚΑΤΑ , τεύχος 65, Αθήνα  / Άνοιξη 2021 , σ. 187-8 


   

 

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

Ανακούφιση

 


Για να γυρίσω σπίτι , το κάνω πάντοτε πεζός. Θέλω να περπατήσω , να δω εικόνες , να μυρίσω την πόλη, να ακούσω, να γευτώ. Μου αρέσει να πηγαίνω συχνά στο πατρικό μου. Ας κάνω παράκαμψη, δεν με νοιάζει. Φυσικά ποτέ δεν καταφέρνω να το βρω. Όλο  και κάτι μου τυχαίνει στο δρόμο και με αποσπά. Άλλοτε η πείνα, άλλοτε ένα γεγονός. Τις προάλλες, εκεί που πήγαινα, στην πλατεία λίγο πριν κατηφορίσω το λόφο, ακούστηκαν φωνές. Έτρεξα  να δω. Μου πήρε ένα τετράγωνο το λιγότερο μέχρι να εντοπίσω την εστία του ήχου. Μια κυρία από τον πρώτο έβριζε σκαιότατα ένα άστεγο που έψαχνε τα σκουπίδια. Αυτός ατάραχος, έβγαζε τις σακούλες μέσα από τον κάδο και αφού τις άνοιγε έψαχνε για φαγώσιμα. Αυτή φώναζε και αυτός έτρωγε όσο μπορούσε.  Ό,τι  μη χρήσιμο το άπλωνε γύρω του. Σερβιέτες, κωλόχαρτα, συσκευασίες από απορρυπαντικά, μεταλλικά κουτιά από λάδι , πλαστικά κάθε λογής. Δοχεία  γενικά, άλλα πατημένα και άλλα ακέραια, άδεια μα έτοιμα για επαναγέμιση, μέχρι και με τα πώματα βιδωμένα πάνω τους. Η κυρία ήταν σε κατάσταση υστερίας. Αισθανόταν πως ήταν γυμνή στο κοινό. Να πειράζει τα σκουπίδια της ο χαμένος; Τώρα θα ορμήσει σκέφτηκα , έτσι όπως έκανε. Θα δώσει ένα σάλτο και θα βρεθεί σαν τον λίγκα με τα νύχια της τα γαμψά πάνω στον δράστη. Θα τον πετσοκόψει και αφού βγάλει την οργή της όλη, θα  τον πετάξει στον κάδο. Τακτικά σε μερίδες, μέσα σε πλαστικές σακούλες από αυτές που βάζουμε στην κατάψυξη τις μερίδες του κρέατος. Θα καθαρίσει με την σκούπα τον χώρο και κατόπι θα πλύνει με το λάστιχο όλο το πεζοδρόμιο, να φύγουν τα αίματα στο ρείθρο και να κυλίσουν στην μεταλλική σκάρα, ακολουθώντας το έλεος της εικόνας που χάνεται κάτω από την πόλη.

Τίποτα δεν έγινε από όσα σκεφτόμουν. Ο άνθρωπος έφαγε ακόμη ένα κομμάτι κοτόπουλο που βρήκε και απόσωσε ένα χυμό. Ύστερα επανατοποθέτησε τα απορρίμματα στο χώρο περισυλλογής τους και αφού έβαλε την μάσκα του, συνέχισε προς τον σταθμό του μετρό. Η κυρία μπήκε μέσα και άναψε τα φώτα. Έβαλε στην διαπασών την τηλεόραση. Άρχιζε η καθημερινή ενημέρωση για την πανδημία. Έχασα  χρόνο πολύτιμο. Έτρεξα και ανέβηκα στο τρόλεϊ. Έπρεπε να γυρίσω.

Σήμερα ήμουν αποφασισμένος να φτάσω. Απλά κοιτούσα τις τζαμαρίες. Ενοικιάζεται το ένα μετά το άλλο. Το εργαστήριο με τα αμπαζούρ είχε ακόμη ένα δυο κομμάτια. Κοντοστάθηκα. Χρώματα παστέλ. Το σομόν μου αρέσει πολύ. Αν υπήρχε δυνατότητα θα ρώταγα την τιμή του. Κανείς. Συνέχισα προς τα κάτω με την ελπίδα να συναντήσω κανέναν γνωστό.  Αυτή την ώρα βγάζει η Εριάννα τον σκύλο βόλτα στο περιβολάκι. Θα πέσει γέλιο. Θα είναι μαζί ο ψηλός και ο Μιχάλης μαζί με τον Γιάννη. Ο Πάνος θα μας μιλήσει πάλι για τον Πυθαγόρα και ο Νότης για την ΑΕΚ. Θα πλακωθούν στα μπουνίδια οι Ρηγάδες με τους Κνίτες για τον απέναντι τοίχο , ποιος θα κολλήσει περισσότερες αφίσες. Στο τέλος θα κάτσουν όλοι να μιλάνε για ένα κόσμο καλύτερο και η Σοφία θα τα φτιάξει με τον Κυριάκο κόντρα στις επιμιξίες που απαγορεύει το κόμμα.

Περπατώ και γελάω. Μετά την στροφή ευθεία και να σου το πάρκο. Ξεραΐλα. Μια Λουΐζα στέκει ακόμη ακέραιη. Βότανο είναι, δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Χαϊδεύω τα φύλλα της και με πλημμυρίζει το άρωμα του λεμονιού. Δροσιά στη ζέστη του Αυγούστου. Κοιτάζω γύρω, λάμπες σπασμένες , σκοτάδια. Παντού κορμιά καταγής ξαπλωμένα. Μια μάνα θηλάζει. Ένας τύπος με ρωτά  με νόημα αν θέλω κάτι. Αρνούμαι  και κάνω να φύγω. Με ακολουθεί για λίγο μα γρήγορα γυρίζει ξανά στην αυλή του. Μετά την γωνία επιταχύνω , πάλι ξεστράτισα. Αρχίζω να τρέχω , ανοίγω τα χέρια μου και τότε πετώ. Κοιτάζω την πόλη από ψηλά. Τα φώτα μπερδεύονται με τα αστέρια της νύχτας. Το αγέρι με παίρνει και χάνομαι. Ανακούφιση. Εδώ θέλω να μείνω για πάντα.

-          Κύριε Γιώργο, βοηθήστε με λίγο. Πρέπει να σας αλλάξω .

Η Μαρία αδειάζει τα ούρα και σε λίγο θα με ταΐσει με το κουταλάκι …     



Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ , τευχ, 63 , σ. 14 , Αθήνα Φθινόπωρο 2020 https://mandragoras-magazine.gr/%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%8c%cf%81%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%b5%cf%8d%cf%87%ce%bf%cf%82-63/16894 

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Όλα είναι ένα ψέμα

 


Σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας με κράτησαν δυο βεβαιότητες. Η μια η ιδεολογία και η άλλη η εκκλησία. Την πρώτη υπηρετούσα εγώ και την δεύτερη με ζέση η μητέρα μου. Αν και παράλληλα σύμπαντα, κάπου στο βάθος συγκατοικούσαμε. Στο σπίτι επομένως δεν είχαμε φόβο. Σαν ασπίδα τα παραπάνω προστάτευαν τον χώρο μας και θεωρώ πως επεκτείνονταν και σε περαιτέρω διαμερίσματα. Έως εκεί. Η κλινική εικόνα του τετραγώνου άφηνε περιθώρια ερωτημάτων.
Αποτελεί ο ιός μια πραγματική απειλή;
Μπορεί η πειθαρχία να αποτρέψει τον κίνδυνο;
Μπορεί ο αγιασμός της μητέρας μου να φτάσει παντού;
Στην τελευταία δημόσια διαβούλευση, στην γενική συνέλευση των ενοίκων , καταλήξαμε ότι είμαστε επισφαλείς , αν και όχι εξ υπαιτιότητάς μας. Το σχετικό ψήφισμα τοιχοκολλήθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας και μοιράστηκε σε φυλλάδια σε όλους τους ορόφους. Ο πρώτος ήταν μαζί μας, ο χώρος μας , τον επηρεάζαμε άνετα. Ο δεύτερος είχε μια στάση επιφυλακτική αν και τελικά μας υποστήριξε, θα μας χάνανε και από πελάτες, είχανε μαγαζιά στη γειτονιά. Ο τρίτος παρέμενε αδιάφορος και χαρούμενος, με διλήμματα του τύπου τι χρώμα να βάψει το νύχι. Ο τέταρτος απλά μας έβλεπε από ψηλά και πήγαινε κάθε βράδυ σε μπαρ με μασκούλα στο χέρι. Ήταν μια καταδίκη της περιρρέουσας ατμόσφαιρας φόβου και τρομοκρατίας που έσπειραν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με παράλληλη παράκληση πειθαρχίας στις συλλογικές αποφάσεις. Φυσικά απαντήσεις δεν δόθηκαν στα ερωτήματα. Η αλήθεια είναι πως και εμείς που τα θέσαμε δεν είχαμε. Οι μόνες βεβαιότητες είναι το μαγικό φίλτρο της μαμάς και η πειθαρχία στις αποφάσεις και τα ψηφίσματα των συμμετεχόντων. Τα νέα που μαθαίναμε ήταν όλα μια ψευτιά κατά την μητέρα μου και προπαγάνδα για μένα. Επομένως είχαμε ξεσυνδέσει την τηλεόραση και ακολουθούσαμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της αρεσκείας μας.

Η μαμά έπαιρνε γραμμή από πιστούς ιερείς και κανάλια που αποκάλυπταν την παγκόσμια συνωμοσία. Εκεί έμαθε για το αντίδοτο και αρχή της Ινδίκτου ήταν παρούσα σε αγιασμό της ενορίας μας. Έφερε σπίτι ένα λίτρο, σε μπουκάλι πλαστικό γνωστής πολυεθνικής, αφού το είχε πολλαπλά αποστειρώσει με σταύρωμα και φτύσιμο κατά της βασκανίας. Μετάγγισε το περιεχόμενο σε γυάλινο σκεύος με απολυμαντικό που είχε αγοράσει από το φαρμακείο και έπαιρνε κατά καιρούς ποσότητα μεταφυσικής και χημείας σε μπουκαλάκι με σπρέι που είχε πάντα μαζί της. Τοποθέτησε και ένα μεγαλύτερο στην είσοδο του διαμερίσματος και όποιος έμπαινε τον ψέκαζε ολόκληρο για να χαθεί ο ιός από πάνω του. Είχε φυσικά ενδιαφέρον καθότι τα ρούχα του εισερχόμενου έμοιαζαν, έστω προς στιγμή, πιτσιλισμένα από χιλιάδες μικρές σταγόνες που τόνιζαν την κάθαρσή του. Λόγω του απολυμαντικού ίσως, έμεναν και κάποια στίγματα.
– Δροσιά , δροσιά , φώναζε η κυρία Βενέτα, η κολλητή της και άπλωνε πάνω στα μαλλιά της το φάρμακο.
– Ρε μάννα, θα την αφήσεις φαλακρή την φίλη σου, έκανα να παρατηρήσω μα εκείνη απτόητη πατούσε το σπρέι να πάει παντού, να φύγει το κακό.

Εντός οικίας επομένως παίζαμε με ασφάλεια. Μπορεί να διαφωνούσα με την πρακτική αντιμετώπιση , λόγω περιορισμένης αφοσίωσης στην μαγγανεία , αλλά η συνήθεια και το συναίσθημα με έκαναν φίλο. Στο κάτω κάτω μας ένωναν με την μητέρα μου οι κοινοί αγώνες κατά της παγκόσμιας δικτατορίας. Ζηλωτές και επαναστάτες, οι μόνοι φραγμοί στα σχέδια της νέας τάξης πραγμάτων. Εκτός ήταν το θέμα. Πώς να προστατευτείς από έναν αόρατο εχθρό;
Φορούσαμε μάσκα παντού. Παντού, τρόπος του λέγειν. Την βγάζαμε μόνο σε χώρους βεβαιωμένα ασφαλείς. Η μαμά στην εκκλησία και εγώ σε συναθροίσεις ομοϊδεατών ή στα γραφεία του κόμματος. Πειθαρχούσαμε αντιστεκόμενοι. Για την πατρίδα και την πίστη μας, για «το κεφάλι ψηλά» και ανυπότακτοι , όπως ταιριάζει σε Έλληνα.
Τίποτα δεν μας άγγιζε. Στο κόμμα και στην εκκλησία δεν κολλάει ο ιός. Τσεκαρισμένο και επιβεβαιωμένο. Κανείς από το κόμμα, ακόμη και μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις στα δικαστήρια, δεν κόλλησε τίποτα , όπως και κανείς από αυτούς που μας έδερναν. Μας το επιβεβαίωσε και φίλος από τα ΜΑΤ . Κανείς από την ενορία μας στις λατρευτικές συναθροίσεις δεν νόσησε, όπως και κανείς στο παρακείμενο καφενείο που λειτουργούσε ως αρχονταρίκι μετά το εκκλησίασμα, αλλά και ως χώρος αθλοπαιδιών κατά τις υπόλοιπες μέρες. Να προσθέσω ότι κανείς αθλητής επιτραπέζιων παιγνίων δεν αναφέρθηκε ως φορέας. Τα δήθεν θύματα προέρχονταν από την τηλεόραση. Μετά από σκέψη καταλήξαμε ότι δεν υπάρχουν, όλα ψεύτικα και στημένα στα χρόνια της αποκάλυψης που ζούσαμε. Η μαμά το ζούσε έτσι εσχατολογικά και εγώ λογικά, μια και τι περίμενε κανείς από τους νεοφιλελέδες που είχαν επιστρέψει στην εξουσία; Υπάλληλοι των σκοτεινών κέντρων εξουσίας, απαγόρευαν τις συναθροίσεις , έκλειναν εκκλησίες , περιόριζαν τις ελευθερίες μας. Αρέσκονταν να κάνουν ποδήλατο χαρούμενοι στην ύπαιθρο χωρίς μέτρα προφύλαξης και άλλα χαζά. Μας κορόιδευαν ποικιλοτρόπως. Τοποθετούσαν τσίγκινες γλάστρες και φοίνικες στην μέση των δρόμων, αψίδες νερού καλωσορίσματα σε τουρίστες, διαφημίσεις για μια χώρα ασφαλή, όλα θυσία στον βωμό του κέρδους. Η υγεία, ως θεσμός, διασωληνωμένη. Η δημοκρατία στον γύψο ξανά, για το καλό μας. Χούντα και μάλιστα παγκόσμια. Ήμουν απόλυτος. Η μαμά κουνούσε καταφατικά το κεφάλι της , στο κόμμα συμφωνούσαν, ακόμη και οι αντίπαλοι συζητούσαν τα μέτρα με σκεπτικισμό. Η μεσαία τάξη ήταν με το μέρος μας. Η χώρα στα άκρα και τα μυαλά στα κάγκελα.

– Άσε, με μπέρδεψες , μου έλεγε γελώντας η Μαιρούλα, έγινε το μυαλό μου σαλάτα .
Έχω να την δω από την αρχή της δεύτερης καραντίνας. Δοκιμασία για την σχέση μας. Κάνω υπομονή , όπως και η μαμά με την εκκλησία. Ως πότε όμως;

Φυσικά και οι δυο αγανακτήσαμε. Θα κατεβαίναμε για πρώτη φορά αντάμα σε διαδήλωση και ετοιμάσαμε τα όπλα για την επανάσταση, δεκάδες νεροπίστολα με το μαγικό φίλτρο. Είχαμε σχέδιο. Νύχτα θα καταλαμβάναμε την εκκλησία. Θα χτυπούσαμε τις καμπάνες αναστάσιμα και η ελεύθερη γειτονιά παρούσα θα χόρευε συρτάκι στους δρόμους, σε ένα ραντεβού με την ιστορία. Η σπίθα θα άναβε την φωτιά παντού στην Ευρώπη. Οι ανυπότακτοι νότιοι θα νικούσαν το ψέμα και την απάτη των ισχυρών. Φυσικά δεν αποκάλυψα στη μαμά ότι μετά το νικηφόρο αποτέλεσμα οι εκκλησίες θα μετατρέπονταν σε χώρους κάλυψης των αναγκών του πολίτη. Αυτό θα ήταν αποτέλεσμα συνοπτικών διαδικασιών και λαϊκών αποφάσεων, με βάση το ιστορικό γεγονός των διωγμών που είχαν ξεκινήσει από το χριστεπώνυμο πλήρωμα της δεξιάς του κυρίου. 


Τι τα θες; Κάτι ο αγαπημένος ιεράρχης της μαμάς αρρώστησε, λένε από κορωνοιό, εμείς δεν το πιστεύουμε , κάτι η Μαιρούλα δεν ένοιωθε καλά και πήγε για το γρήγορο τεστ , κάτι εγώ είχα διάρροια και η μαμά πούντιασε από τον πολύ ραντισμό… Όλα κατέρρευσαν πριν ολοκληρωθούν.

Παραμέναμε στο αμπρί μας με το όπλο παραπόδας , δεν ανοίγαμε σε κανέναν και στήσαμε παράνομη ιστοσελίδα στο ιντερνέτ, «την Αφύπνιση» . Καλούσαμε σε συσπείρωση και σε ετοιμότητα τους ανυπότακτους πολίτες. Πάνω που τέλειωναν τα τρόφιμα ήρθαν τρεις κύριοι με άσπρες μπλούζες. Μας είπαν από την επιμελητεία. Ήξεραν και το σύνθημα: «Όλα είναι ένα ψέμα».
Ανοίξαμε. Μας έβγαλαν με προστασία από το αμπρί , μας οδήγησαν σε ασφαλές καταφύγιο, σε ένα επιταγμένο κάτασπρο κτίριο, παλιό νοσοκομείο στην άκρη της πόλης, με πολλά δωμάτια και παράθυρα με κάγκελα. Εκεί κάποιες εθελόντριες μας σέρβιραν ζεστό ρόφημα με κάμποσα χρωματιστά μικρά στρογγυλά σοκολατάκια, σαν χαπάκια. Η αλήθεια είναι πως μαλάκωσε τις αισθήσεις μας. Παραμένουμε σε ετοιμότητα. Μαζί μας είναι άτομα από όλους τους ορόφους, σύντροφοι και αντίπαλοι, ψυλλιασμένοι, όλοι πατριώτες. Οι περιστάσεις δεν χωρούν διακρίσεις. Σε βραδινή εξομολόγηση, συνδαιτυμόνας που εργάζεται στο υπουργείο τύπου, μας προετοίμασε για τις παρενέργειες του επερχόμενου εμβολίου.
Το ρόφημα μάς παρέχεται τρεις φορές την ημέρα. Βοήθειά μας, ο αγώνας συνεχίζεται.






Το αφήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό ΠΕΡΙ ΟΥ (19 / 12 /20) : http://www.periou.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%B1/?fbclid=IwAR3G7c9U5F2Pktt-inh1C6kY23JH43jKR7IMrUEthExCpfYuJUlCvhj41Eg

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

Τιρκουάζ χαλιά

 


Μας πήγαν συντεταγμένους από την δουλειά. Το αφεντικό μάς είχε προειδοποιήσει.

– Μην λείψει κανείς.

Ξεκινήσαμε ως μπουλούκι και περπατήσαμε αρκετή ώρα προτού συντονιστούμε και με τους άλλους. Κόσμος πολύς. Το πουκάμισο κολλούσε πάνω μου. Αφόρητη ζέστη, δεν το είχα και με τις συγκεντρώσεις. Μου έφερναν πανικό, όχι από ανθρωποφοβία, αλλά ήταν έξω από την αισθητική μου. Πήγαινα πάντα όταν ο κόμπος έφτανε στο χτένι ή με άλλα λόγια όταν έκρινα πως δεν πάει άλλο. Το είχα κάνει για την ανεργία , για τις ελευθερίες, για την κατάντια μας. Φυσικά το πλήρωσα. Απόλυση και επαιτεία για δουλειά. Ευτυχώς που βρέθηκε ο ξάδελφος.

Τρία παιδιά, πατέρας κατάκοιτος στο σπίτι και η γυναίκα μου μέσα στην μιζέρια και τα αδιέξοδα. Υπήρχε όμως αγάπη. Αυτή με κράτησε. Από γραφιάς, εργάτης σε βιοτεχνία. Δεκάωρο και δίχως ανάσα. Να γελάς και με τα αστεία του γιου του αφεντικού. Όλο για γκόμενες και εθνικιστικές φανφάρες. Χάιδευε τα αχαμνά του επιστατώντας τους σκλάβους. Εμείς κουνούσαμε τις αλυσίδες μας και χαρωπά παράγαμε πλούτο για αυτόν. «Μπράβο» μας έλεγε και κέρναγε στην γιορτή του μπακλαβά. Δεν βαριέσαι , αρκεί που φέρνω ένα πιάτο φαί στο σπίτι .

Πεινούσα μα δεν τόλμησα να φύγω από την πορεία. Με κοιτούσαν τα τσιράκια του. Τσογλάνια με  διάθεση για τσαμπουκάδες και καρφώματα. Τι να έχει μαγειρέψει η κυρά; Θα γυρίσω μετά και θα ξεκουραστώ. Κατηφορίζαμε σύσσωμοι και με συνθήματα. Μπροστά μας μια σειρά από καρακόλια. Δήθεν να μας πειθαρχήσουν. Όταν τους πλησιάσαμε κάναν στην άκρη. Δεν μπορούσαν να σταματήσουν αυτό το πλήθος των ενθουσιασμένων πολιτών. Όλα κοροϊδία και γω μέσα στο γλέντι να σύρω τα βάσανα και τις απογοητεύσεις μου. Μόνος στο  πλήθος. Πού το βρίσκουν το κουράγιο; Σκέφτομαι τους λογαριασμούς και σφίγγεται το στομάχι μου. Πώς θα τα βγάλω πέρα; Τα παιδιά μεγαλώνουν, έξοδα και πάλι έξοδα . Χρωστάω παντού. Απελπισία.

– Την πήραμε πάλι, μου λέει χαρούμενος ο διπλανός μου.

– Την πήραμε , απαντάω με διάθεση. Δεν με παίρνει αλλιώς. Σηκώνω το χέρι ψηλά . Τι κάνω Θεέ μου. Ένα «καρφί» κάτι σημειώνει. Ελπίζω να έπεισα. Το αφεντικό μάς μαζεύει στην άκρη.

– Θα μπούμε, μας λέει, έχω το βύσμα.

Ας μπούμε, δεν έχω ποτέ επισκεφτεί το μέρος. Ευκαιρία λοιπόν. Στριμωξίδια και ένταση, περνάμε τον έλεγχο.

– Στα αριστερά, κάτω από τον θόλο με την κουρτίνα, φωνάζει το βύσμα.

Επιτέλους καθίσαμε κάτω. Τιρκουάζ χαλιά και ο χώρος να λάμπει. Σιγή.

Τι κάνω εδώ; Κρύος ιδρώτας με λούζει. Φταίει και η μάσκα στο πρόσωπο. Ξανάρχονται οι σκέψεις για τα εφήμερα και η ζωή μου ταινία που τρέχει. Πώς έφτασα εδώ στα πενήντα; Από άρχοντας να κουβαλάω κουβά και να σέρνω την σφουγγαρίστρα σε απόπατους. Να μιλάω με κάφρους και να σκύβω κεφάλι. Να αρνούμαι ιδέες και όνειρα. Να λέω δόξα τω θεώ σε ένα θεό που δείχνει να μας έχει ξεχάσει. Μπουκώνω και φτάνω στα άκρα. Θέλω να τους φτύσω στο πρόσωπο. Ξεμωραμένους φανατικούς που ζούνε στο χθες. Εικόνες ενός ένδοξου φθαρμένου καιρού. Αίμα που στάζει και τούτοι το χαίρονται. Δεν έχω τίποτα να χωρίσω. Δεν έχω διαθέσεις για πολέμους και εντάσεις. Δεν έχω ψυχή να ζητά εκδικήσεις, δεν θέλω  πατρίδα με σημαίες σε φέρετρα. Θέλω ειρήνη και δουλειά. Μια στέγη, παιδιά χαρούμενα να πηγαίνουν σχολείο, να  παίζουν σε αλάνες με γέλια, γιαγιάδες και παππούδες να πεθαίνουν με αξιοπρέπεια, τρυφερότητα και ομορφιά. Θέλω να σηκωθώ, με πονάνε τα γόνατα. Ευτυχώς το χαλάκι μου είναι παχύ.  Με πιάνει απελπισία. Πίσω από την κουρτίνα, στον θόλο, με κοιτάει μια μάνα. Τι όμορφη που είναι.

«Μάνα» σκέφτομαι και πνίγομαι όλος. Με δάκρυα προσεύχομαι, «βάλε το χέρι σου».

Την ώρα εκείνη μπαίνει ο μέγας ιμάμης κρατώντας ασημένιο σπαθί. Η παράσταση αρχίζει. Ο ρουφιάνος νομίζει πως κλαίω από εθνική περηφάνια. Ο σουλτάνος  βγάζει λόγο.

Αγία Σοφία, το μεγάλο τζαμί.      



Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Ή όλοι ή κανείς … Τώρα που άνοιξαν και τα κουρεία ...




- Καλώς τον.
- Θα με κουρέψεις;
- Να φέρω το κράνος;
- Μπα, λίγο τις άκρες.
Τίναξε την πετσέτα. Την άπλωσε σαν αγκαλιά γύρω μου και τυλίχτηκα στην λεβάντα. Πήρε το μπουκάλι που ραντίζουν τα λουλούδια και έριξε στα μαλλιά μου. Αισθάνθηκα δροσιά και πάνω που ήμουν έτοιμος να τα τινάξω, πήρε την τσατσάρα και άρχισε να οργώνει το έδαφος. Τα πήρε από εδώ, τα πήρε από εκεί και μια χωρίστρα καταμεσής του εγκεφάλου μου, δέσποζε στον απέναντι καθρέφτη. Σκέτος ζαχαρωμένος λουκουμάς, ανίσχυρος στα μαγικά χέρια του Θύμιου.
- Λοιπόν, πώς πάμε;
- Άριστα! απάντησα και κόντεψα να το πιστέψω.
- Δεν μας αγγίζει τίποτα…, πρόσθεσε.
- Φυσικά. Άνεργος και απόλυτα απελπισμένος. Τόσο που ο κύκλος αγγίζει τα άκρα. Σωστό μηδενικό και μάλιστα σε κατηφόρα στεφάνης. Ακούς τον ήχο;
- Τι λέει ο ποιητής!…
- Για να έρθω εδώ, έσπασα τον κουμπαρά των παιδιών…
- Τόσο πολύ… Και το σπίτι;
- Χρωστάω κάμποσες δόσεις που σημαίνει είμαι φιλοξενούμενος της τράπεζας. Δεν πάνε να λένε … άριστη φιλοξενία.
- Σε έχουν πρήξει στα τηλέφωνα;
- Να δούνε τι κάνω οι άνθρωποι.
- Ψάχνεις για δουλειά;
- Κοιτάζω σε πρεσβείες και προξενεία.
- Και τα παιδιά;
- Πρώτα θα πάω εγώ και ύστερα γυναίκα και τέκνα.
- Όπου γη και  πατρίς.
- Ναι, αρκεί να υπάρχουν σουβλάκια με γύρο.
- Κάνε τον σταυρό σου, όλα θα πάνε καλά.
Έβαλα τα γέλια, μέχρι που κινδύνεψε να χαλάσει η χωρίστρα. Ο Θύμιος μού έπιασε το κεφάλι και το γύρισε στην σωστή θέση. Ένοιωσα ότι θα με χαστούκιζε για παιδαγωγικούς σκοπούς αλλά επί ματαίω. Αμετανόητος άθεος και μάλιστα σε κρίση. Το ήξερε.
- Κάπου πιστεύεις κι εσύ, μου είπε.
- Στον Ερμή, που ως προστάτης των ταξιδιωτών, θα μου χαρίσει εισιτήριο για την Αυστραλία. Θέλω να δω τα κοάλα.
- Υπέροχα. Τα κοιτούσα στην τηλεόραση. Κάθονται όλη μέρα στον ευκάλυπτο και τρώνε ειρηνικά.  Ούτε σκοτούρες ούτε άγχη. Διδάξου, λοιπόν.
- Θύμιο, αδυνατώ να μαστουριάζω. Πρέπει να πάρω γάλα στα παιδιά και το ψωμί να είναι στο τραπέζι.
- Δεν λέω αυτό. Να έχεις πίστη και να ελπίζεις. Άλλωστε, ο Ερμής ήταν αγγελιοφόρος των Θεών, κήρυκας και ψυχοπομπός.
- Ναι προστάτευε και τους ληστές… Τον είχε στο πέτο ο γείτονας με τις επιδοτήσεις.
Ο Θύμιος έκανε τον σταυρό του. Έριξε ένα «ευλόγησον» και συνέχισε να πασπατεύει το κρανίο μου. Κοίταξα έξω. Μια κυρία έψαχνε στα σκουπίδια. Πανέμορφη και τυχερή. Έβγαλε μια σακούλα. Την άνοιξε και πρόβαλε ένα κουτί από πίτσα. Αποκάλυψη. Είχε ένα ακέραιο κομμάτι με μπέικον. Το ευχαριστήθηκε κοιτώντας με από το τζάμι. Της γέλασα. Μου έγνεψε και έφυγε για τον επόμενο κάδο. Δεν είχα πια οπτική επαφή. Ακούστηκε το τρόλεϊ και ύστερα παύση.
Ο κουρέας μού χάιδευε την κεφαλή και, πάνω που θα έφευγα στον κόσμο του ύπνου, ακούστηκε ψαλμωδία από το ραδιόφωνο.
- Τι βάζεις εκεί;
- Ψαλμωδίες.
- Αμετανόητος είσαι. Βάλε καμιά πενιά…
- Αυτό έκανα. Χαλάρωσε και απόλαυσε! Καταβασίες από μεγάλο μαΐστρο!
Τι να έκανα, υπέστην την ηχητική δοκιμασία. Ομολογώ ότι ταίριαζε με το ψαλίδι και μάλλον αμφότεροι κοιτούσαμε το σύνθημα στον απέναντι τοίχο: «Καλύτερα αντάρτης, παρά μετανάστης».
- Το βλέπεις; τον ρώτησα.
- Ναι, κι έχει απόλυτο δίκιο…
- Τι; Να πάρουμε τα όπλα;
- Πνευματικά. Να γίνουμε επαναστάτες, δηλαδή ν’ αλλάξουμε σύσσωμοι.
- Εσύ και ο Γκάντι…
Ακολούθησε το ταλκ, το τίναγμα της πετσέτας, σκούπισμα της χαμένης μου δύναμης και ένα «με τις υγείες σας».
Ευχαρίστησα, έδωσα ψιλά να βοηθήσω τις συναλλαγές και, προτού φύγω, τον πιλάτεψα:
- Έκλεισες θέση, Θύμιο. Άντε καλό παράδεισο!
- Μην με καταριέσαι, απάντησε αυτός κι έμεινα κάγκελο.
- Σε καταριέμαι;
- Βεβαίως.
- Γιατί;
- Όλοι οι γνωστοί και οι φίλοι οι αγαπητοί, θα πάνε κόλαση. Εκεί θα είναι και η γυναίκα μου και μάλλον ο γιος μου. Είναι λοιπόν απίθανο να επιλέξω παράδεισο. Άσε, που μόνος στα όμορφα, δεν το αντέχω.
Τον κοίταγα άναυδος.
- Και τόσες νηστείες και προσευχές; ψέλλισα με πίκρα.
- Ή όλοι ή κανείς, μου είπε αυτός και κοίταξε τον άγιο Ηλία τον Αρδούνη.
- Έτσι δεν είναι; τον ρώτησε.
Η εικόνα έμεινε ίδια και αμίλητη. Φεύγοντας, έριξα  ένα κοφτό βλέφαρο στο κουτί με την πίτσα.
«Λες να είχε μείνει κανένα κομμάτι;», αναρωτήθηκα. 


πρώτη δημοσίευση : http://www.parathemata.com/2012/10/blog-post_7044.html

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Κάνε τσιγάρο, έχει δουλειά... Εδώ δεν πεθάναμε από τον ιό , από την ανεργία θα πεθάνουμε;







Με την τελευταία φτυαριά κάτσαμε για τσιγάρο.
«Βλάπτει σοβαρά την υγεία», διάβασε ο Άκης στο περιτύλιγμα.
-Ποιος διαφωνεί;
Μαζέψαμε τα εργαλεία και περιμέναμε. Είχε ένα καυτό ήλιο.
Η θάλασσα λάδι και πάνω μας στάλες ιδρώτα, να κάνουν σεργιάνι στο σώμα μας.
-Σκληρό χώμα.
-Έχει να βρέξει καιρό.
-Την είδες;
-Ήμουν εκεί που τη στόλιζαν. Νυφούλα.
-Εσύ δεν θα παντρευτείς;
-Δεν βαριέσαι, τυχερά είναι αυτά.
Πήγαμε μέχρι τη μάντρα. Σκουπίδια, μπουκαλάκια, στρώματα. παπούτσια, μια ρόδα, ένα πεταμένο καρότσι. Μια γάτα πήρε κατόπι ένα ποντίκι. Ο σκύλος του γείτονα κόπηκε.
-Θεριό.
-Και φύλακας. Όποιος περάσει τη μάντρα, τον έκοψε.
Γυρίσαμε πίσω. Έπιασα το χώμα και το έτριψα στην παλάμη μου. Πλούσιο.
-Εδώ φυτρώνουν τα πάντα.
Ο Άκης χαμογέλασε και πέταξε πέτρα μακριά.
-Την είδες;
-Δεν πρόλαβα. Έφυγε γρήγορα.
Το φως τα’ ουρανού χόρευε, με το μπλε της αρμύρας. Καθρέπτης. Έβαλα μαύρο γυαλί. Ένα ψαροκάικο άφηνε ήχο κι εμείς ταξιδεύαμε προς το λιμάνι. Ένα κοράκι πέταξε πάνω απ’ τον κάμπο. Ακολουθούσε την σπορά. Κάθε τόσο καθόταν και σκάλιζε. Ένα σκουλήκι τρυπούσε το λόφο. Πάτησα δίπλα του. Το αποτύπωμα έμεινε ακέραιο. 42. Ο Άκης έφτυσε κάτω. Μια λίμνη σε οροπέδιο. Ένα φύλλο ελιάς σαν βάρκα ταρακουνήθηκε. Ακούστηκαν βήματα.
-Έρχονται.
-Τους είδες;
-Σκιές, στο βάθος του δρόμου.
Τραβηχτήκαμε πίσω από το σκάμμα. Κανείς δεν μιλούσε. Ο κύκλος έκλεισε. Ακούστηκε το ξύλο ν’ ακουμπάει τη γη, μετά έφυγαν όλοι. Μείναμε πάλι μονάχοι. Η πρώτη φτυαριά, βροχή στο σανίδι. Ύστερα πάλι σιωπή. Μια πεταλούδα φτερούγισε.
-Την είδες;
-Όμορφη.
Πατήσαμε λίγο το χώμα στην άκρη. Βάλαμε τα πανωφόρια μας.
–Βγήκε και σήμερα το μεροκάματο.
-Κάνε τσιγάρο, έχει δουλειά.

Μια συνομιλία με τον ποιητή Χρήστο Αναγνωστόπουλο, με αφορμή την ανάγνωση της τελευταίας ποιητικής συλλογής του: « Δένδρο ξανά», Περισπωμένη, Αθήνα 2025.

  Τον Χρήστο Αναγνωστόπουλο τον γνωρίζω χρόνια. Είναι από τους ποιητές που υποστηρίζουν βιωματικά τον έμμετρο λόγο τους και αυτό μου είναι...