Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Νανοδιηγήματα του Δ. Μαγριπλή εικονογραφημένα από την Τέτη Σώλου


Με την Τέτη Σώλου βρεθήκαμε όταν η ΙΖΟΛΑ αποφάσισε να διαβάσει νανοδιηγήματα. Έκτοτε αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε. Το αποτέλεσμα είναι πρωτότυπο και το μόνο σίγουρο από καρδιάς...απολαύστε το...

Από το  ιστολόγιο της Τέτης Σώλου Η τέχνη των απλών αισθημάτων  The art of simple feelings

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Δέκα μικρές ιστορίες για "παιδιά" που δεν εφησυχάζουν

"να αλλάξουμε τον κόσμο;...αρχίζουμε λοιπόν από το εγώ στα όνειρά μας"



Πρωτοδημοσιεύτηκε στο φύλλο της εφημ. Αυγής 19/7/13 http://www.avgi.gr
Της Πόλυς Κρημνιώτη

Ινδιάνοι, παιδιά που παίζουν μπίλιες ή άλλα που βαφτίζουν τις κούκλες τους, ακόμα και μικρές χελώνες, που χάνονται στα βάθη της θάλασσας, συνθέτουν τον κόσμο που περιγράφει ή, αν θέλετε, νοσταλγεί ο Δημήτρης Μαγριπλής στις "Δέκα Μικρές Εικονογραφημένες Ιστορίες" του (εκδ. Νέος Αστρολάβος-Ευθύνη, εικονογράφηση Παντελής Σταματέλος), ένα λιλιπούτειο βιβλίο με διηγήματα βγαλμένα από τον μαγικό κόσμο της παιδικότητας και ποτισμένα από την σήμερον της αγριότητας. Ένα λιλιπούτειο βιβλίο με διηγήματα βγαλμένα από τον μαγικό κόσμο της παιδικότητας και ποτισμένα από την σήμερον της αγριότητας. Γραμμένες τα τελευταία δύο χρόνια, οι ιστορίες βρέθηκαν στη σκιά κάποιων καθαρά πολιτικών διηγημάτων, που γράφονταν την ίδια περίοδο και θα εκδοθούν στα τέλη του χρόνου. Αυτές οι μικρές ιστορίες είναι "η έκφραση του νόστου των παιδικών χρόνων, ο οποίος είναι και ο πιο δυνατός. Όσο και να θέλεις, δεν μπορείς να επιστρέψεις εκεί", μας λέει ο Δημήτρης Μαγριπλής. Παράλληλα όμως, δεν απομακρύνονται από την εστία των ενδιαφερόντων του συγγραφέα, που είναι η πολιτική και κοινωνιολογική θέαση του κόσμου που ζούμε υπό το πρίσμα της παραδοχής "ότι η φαντασία στις μέρες μας είναι εκτός νόμου, όπως και τα όνειρα των ανθρώπων, που μετατρέπονται σε εφιάλτες", διευκρινίζει ο Δημήτρης Μαγριπλής. Κοινωνιολόγος, συνεργάτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και το ΤΕΙ Πάτρας, ο Δημήτρης Μαγριπλής ζει μόνιμα στην Κυπαρισσία, γράφει τα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά, ενώ παράλληλα καλλιεργεί το μποστάνι του και ονειρεύεται με όλους εμάς έναν καλύτερο κόσμο. "Οφείλουμε να κάνουμε την ουτοπία πραγματικότητα, γιατί αλλιώτικα το στοίχημα θα χαθεί για πάντα", επιμένει. Αυτή η ελπίδα άλλωστε, αυτή η διαδρομή προς το όνειρο, φιλοτεχνείται ανάγλυφα μέσα στις "Δέκα Μικρές Εικονογραφημένες Ιστορίες". Είναι μια διαδρομή από τις "Γυάλινες Μπίλιες" μέχρι τον "Χάρη τον Βαρκάρη", τα δύο διηγήματα που ανοίγουν και κλείνουν το βιβλίο αντίστοιχα, ανάμεσα στα οποία μεσολαβούν ιστορίες για τον άνθρωπο, για την κοινωνία, για τον Θεό. Είναι κουβέντες τεχνηέντως γραμμένες, που μιλούν για τη ζωή, τον έρωτα, τον θάνατο. "Είναι σκέψεις πάνω σε όλα αυτά για τα οποία στοχάζεται ο άνθρωπος, αλλά και γι' αυτά τα οποία βιώνει. Οι μεγάλες αγωνίες γύρω από τη ζωή συναντιούνται με τις μικρές, αλλά καθοριστικές αγωνίες της επιβίωσης. Άλλωστε, όπως γράφω και στις 'Γυάλινες Μπίλιες', 'η ζωή χωρίς τον πόνο, τον έρωτα, την απόλαυση, τη χαρά, τη λύπη, την ηδονή, την παρηγοριά, την πτώση και την ανάσταση, δεν αξίζει τίποτα'. Πρέπει να το ρισκάρουμε", λέει ο συγγραφέας έχοντας πάντα κατά νου τη φράση του ποιητή και δασκάλου του Αργύρη Χιόνη, ότι "τα διηγήματα, όπως και η ποίηση, πρέπει να είναι σαν ζαχαρωμένο βότσαλο. Εκεί που σε γλυκαίνουν, πρέπει στο τέλος να σου σπάνε τα δόντια".

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

“Κρυφές Ενοχές” -μια συνομιλία

"Μια συνομιλία με τον συγγραφέα Κώστα Ζαφείρη, καλό φίλο και παλιό συμφοιτητή, για τις Κρυφές ενοχές μας και όχι μόνο..."



Πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο του Ερυθρού Καγκουρό -Red Kangaroo's 
http://redkangaroo.wordpress.com/

Δημήτρη Γ.  Μαγριπλή
“Κρυφές Ενοχές” – Διηγήματα
Εκδόσεις  Επί-γνωση Αντ. Σταμούλης
Θεσσαλονίκη 2011

Με το Δημήτρη το Μαγριπλή μας συνδέουν φραπέδες στου Λουμπαρδιάρη, το Κουκάκι του 1984, η «Φοντάνα» και το «Αρχοντικό», η Πάντειος, οι παρατάξεις και οι οργανώσεις… χαθήκαμε για χρόνια και βρεθήκαμε «απροσδόκητα» στη διαδικτυακή γειτονιά. Εξακολουθώ να τον λέω Δημητράκη κι εκείνος «Σπίθα»… σα ν’ αρνιόμαστε να «σοβαρευτούμε επιτέλους».

Οι Κρυφές Ενοχές είναι το τελευταίο του βιβλίο με 16 διηγήματα, που τα διαβάζεις όπως πίνεις ένα ποτήρι κρύο νερό, ή, ακόμα καλύτερα, ένα ποτηράκι μπρούσκο από το Νότο της Ελλάδας.

Είχαμε μια ενδιαφέρουσα νομίζω συνομιλία για το βιβλίο και σας τη μεταφέρουμε…


Διαβάζοντας τις ιστορίες στις «Κρυφές Ενοχές» ανιχνεύει κανείς μια διαρκή αναζήτηση της σχέσης με το παρελθόν μας, ατομικό και συλλογικό. Πως οριοθετείς αυτή την αναζήτηση; Τι έχουν να μας πουν σήμερα ιστορίες ενός κόσμου που ζήσαμε παλιότερα;

Το παρελθόν σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο είναι ο χρόνος μας. Τουλάχιστον έτσι προσδιορίζουμε το παρόν μας. Ακόμη και αν η ζωή, μοιάζει με ευθεία  γραμμή, πάντοτε δύο σημεία την καθορίζουν. Το χθες με το σήμερα οριοθετούν την παρούσα στιγμή. Ανεξάρτητα το βαθμό συνείδησης οι πράξεις μας είναι αποτέλεσμα αυτής της διαδρομής. Από την ώρα της γέννησής μας μοιάζουμε κολόνες πεσμένες, σε τόπο αρχαίας λατρείας. Όσο και ξεχασμένες, αποκαλύπτουν πάντοτε σκιές του φωτός. Και  όχι μόνο. Σε μια πιο διεισδυτική ματιά μαρτυρούν ιδέες, νοήματα, συλλογικές αναπαραστάσεις, πολιτισμό. Επομένως η σχέση με το παρελθόν είναι η σχέση με το παρόν και ταυτόχρονα προϋπόθεση για το μέλλον. Επιπλέον από την στιγμή που συλλαμβάνεις, έστω και επί των αισθήσεων, το γεγονός ό,τι αρχή και τέλος, συνυπάρχουν στο αέναο, τότε δεν πρόκειται για αναζήτηση. Είναι  μια βόλτα στο πάρκο. Εκεί τρως μαλλί της γριάς, παίζεις, γελάς και κλαις. Πολλές φορές πέφτεις. Ματωμένος όμως σηκώνεσαι. Έ! Άμα υπάρχει και καμία μπάλα… να μην σουτάρουμε;

Αυτά και άλλα, ξεκουράζονται μέσα μας και κάποτε αναδύονται. Τότε ξαναγίνονται παρόν. Δηλαδή παρόν του παρελθόντος. Σε  τέτοιο χρόνο ζούμε. Απλά πολλές  φορές στην αλαζονεία  μας, νομίζουμε ότι εξουσιάζουμε τα  πάντα. Τότε ένα κομμάτι μας, αυτό του χθες,  γίνεται μουσειακό είδος και εμείς τουρίστες του εαυτού μας.

Σε κάθε περίπτωση, είτε ως περιπατητής στο πάρκο, είτε ως επισκέπτης στο μουσείο, οι ιστορίες του χθες πάντοτε συναρπάζουν. Αυτό και μόνο είναι αιτία μελέτης.

 Αρκετά από τα διηγήματα λαμβάνουν χώρα στο μικρόκοσμο της μικρής πολιτείας ή του χωριού, αποκαλύπτουν σχέσεις, συγκρούσεις, ανταγωνισμούς. Αντιμετωπίζεις το «μικρόκοσμο» ως μεγεθυντικό φακό;

Ο μικρόκοσμος κάποτε, ήταν μια μέρα δρόμος από την πρωτεύουσα. Σήμερα ένα κανάλι. Συγχρονίζεσαι με πολλούς άλλους και στο τέλος, όλοι βλέπουμε  τον κόσμο, με τα ίδια μάτια.   Και κάτω από το σπίτι σου να γίνει κάτι, ίσως δεν το καταλάβεις μέχρι τις ειδήσεις των εννέα.

Γενικά διαφέρομε σκηνογραφικά. «Το που ζούμε;», σε ποια γειτονιά μιας μεγάλης πόλης ή στο μονοπάτι κάποιου  δάσους δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Ξέρω ανθρώπους που ενώ ζουν δίπλα στη θάλασσα, κάνουν μήνες για να την συναντήσουν. Ίσως,  η μόνη διαφορά, είναι η θέα από το παράθυρο. Εδώ και η δική μας ευθύνη. Γενικά  παίζουμε παρόμοιους ρόλους σε μια παράσταση που σαφώς είναι στημένη. Η διαπίστωση δεν χρειάζεται μεγεθυντικό φακό.

Στις «Κρυφές Ενοχές» διέκρινα μια καθαρή ματιά στην περιγραφή και στην απόδοση αισθημάτων, καταστάσεων και χαρακτήρων. Σε ποιο βαθμό η επιλογή να ζήσεις «εκτός των τειχών» βοηθάει την κατάκτηση αυτής της ματιάς;

Το πολύ φως, απαιτεί γυαλιά ηλίου. Αυτό συνιστούν πλέον οι ειδικοί. Έχω πεισθεί ότι δεν πρόκειται για ρεκλάμα αλλά για επιτακτική ανάγκη. Εάν αγνοήσεις την συμβουλή κινδυνεύεις να πάθεις καταρράκτη.

Ως κάτοικος της υπαίθρου δίνω μεγάλη σημασία στο φως μου. Όπως και πολύ άλλοι «εντός των τειχών». Αξία  έχει η προφύλαξη των οφθαλμών. Εφόσον υπάρχει, καθαρή διαύγεια, το ρόδο είναι εξίσου όμορφο, ακόμη και σε ένα βουνό από σκουπίδια.

Ισορροπία ανάμεσα σε μια παιγνιώδη διάθεση, νοσταλγία, μελαγχολία. Διηγήματα διαφορετικά μεταξύ τους που συνθέτουν έναν ενιαίο πίνακα. Πως φτάνεις στην ισορροπία αυτή;  

 Από μικρός είχα μια ικανότητα στο να πλάθω. Με την ζωγραφική ερωτοτρόπησα αλλά έμεινα θαυμαστής. Μου άρεσε πολύ η πλαστελίνη και ο πηλός. Τελευταία επιμένω στο ζυμάρι. Φτιάχνω ψωμί και το μοιράζομαι με τους δικούς μου. Άλλοτε έχει πολύ αλάτι και άλλοτε λίγο. Δεν κατάφερα ποτέ να είμαι συνεπής στην συνταγή, αν και ποτέ ευτυχώς,  το ψωμί δεν έγινε παντεσπάνι. Ισορροπώ ανάμεσα σε κάτι που τρώγεται. Αυτό με διαβεβαιώνουν και οι εκάστοτε συνδαιτυμόνες μου.



Στους ήρωες αρκετών από τα διηγήματα κυριαρχεί το ανεκπλήρωτο. Αυτό που θέλησαν και δεν απέκτησαν. Εξακολουθούν όμως να το αναζητούν. Υπάρχει τέλος σ’ αυτή τη διαδρομή;

 Όσο αστοχείς, τόσο προσπαθείς ξανά και ξανά να πιάσεις στόχο. Το σημάδι είναι δύσκολη υπόθεση. Χρειάζεται πίστη, ελπίδα και αγάπη σε αυτό που κάνεις. Προϋποθέσεις για αυτοσυγκράτηση, ηρεμία και δύναμη, που απαιτεί η βολή. Τα παραπάνω είναι υπόθεση ζωής. Ως τέτοια δεν τελειώνει ποτέ. Ακόμη και οι άγγελοι, στα βιβλία της νεότητάς μας, τόξο και βέλη κρατούν.

Τελικά, για τι απ’ όλα  αισθανόμαστε «Κρυφές Ενοχές»;

 Όπως και ικανοποίηση. Από το μήλο του Αδάμ μέχρι τα Χρυσά Μήλα των Εσπερίδων, η ιδιοποίηση ενέχει σκοτεινά σημεία. Ακόμη και η κομπόστα με τα φιρίκια περιείχε ίδια ποσότητα γλύκας και απάτης. Από τη μια έτρωγες την κουταλιά και από την άλλη κοιτούσες πλαγίως μην σε δει κανείς. Στο τέλος, η μάννα μας, πάντα μας συγχωρούσε.Ενήλικος με την μια δεν γίνεται. Άσε που η ευχή είναι, να μείνουμε πάντα παιδιά.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Ελένη Κοφτερού, βιβλιοκριτική: Δ. Γ. Μαγριπλή, «Δέκα μικρές εικονογραφημένες ιστορίες», Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 2012)

ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΗ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΙΧΟ http://www.diastixo.gr



Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει και πολλά έχουν γραφτεί για το τι και το πώς της συγγραφής. Η επικρατούσα άποψη ότι στη λογοτεχνία δεν έχει και τόση σημασία τι γράφει κανείς αλλά πώς το γράφει, έχει ανατραπεί (ευτυχώς) από πολλούς νέους συγγραφείς χωρίς καμία έκπτωση στο πώς. Με τι καταπιάνεται ένας συγγραφέας, τι κατοικεί μέσα του, τι τον κεντρίζει και γεννά την αδήριτη ανάγκη να το μοιραστεί με τους αναγνώστες;

Στο τελευταίο βιβλίο του, με τίτλο Δέκα μικρές εικονογραφημένες ιστορίες, ο Δημήτρης Μαγριπλής έχει πετύχει με γοητευτικό για τον αναγνώστη τρόπο το τι και το πώς της γραφής. «Ζωγραφίζει» με λιτό ύφος τις ιστορίες του και μας τις προσφέρει κυριολεκτικά εικονογραφημένες με τη συνδρομή του Παντελή Σταματέλου, δίνοντας μια ιδιαίτερη εικαστική διάσταση στο βιβλίο, μια χρωματιστή δυνατή ανάσα, συναπάντημα λυγμικού αναστεναγμού με γνήσιο επιφώνημα χαράς.

Και οι δέκα ιστορίες διαδραματίζονται στους τόπους της ψυχής (πριν αποτυπωθούν στις ξεχωριστές ζωγραφιές) και αγγίζουν τρυφερά τον αναγνώστη, άλλοτε με της οικειότητας το χάδι κι άλλοτε με το τράνταγμα της αφύπνισης.

Το κυρίαρχο όμως υλικό όλων των διηγημάτων είναι η αγάπη. Στης αγάπης το θεμέλιο χτίζονται οι δέκα ιστορίες και το οικοδόμημα της γραφής, συγκινητικό για τον αναγνώστη.

Αγάπη για τον δικό μας «Άγιο» που δεν μπόρεσε να προσανατολιστεί σ’ αυτή τη γη και «κόπηκε», όπως ήταν αναμενόμενο.

Αγάπη τρεμάμενη και ανυπεράσπιστη σαν τις χρωματιστές, λαμπυρίζουσες «γυάλινες μπίλιες» της ζωής που αναμετρούνται καθημερινά μ’ εκείνη τη μαύρη, του θανάτου.

Αγάπη και κατανόηση ακόμη και για τον «Αναμορφωμένο», που προσκύνησε για λίγο τον φόβο. Αγάπη που μεταπλάθεται στα εργαστήρια του ονείρου και συνομιλεί ποιητικά με μια χελώνα στο διήγημα «Υποβρύχια αποστολή», για να μετατραπεί σε λίγο σε αγάπη παρηγορητική για όλους «τους άρχοντες της ήττας» (η κοινή μας μοίρα, άλλωστε, είναι αυτού του είδους η αρχοντιά), καθώς σηκώνει το ασήκωτο βάρος της «μαύρης πέτρας».

Αγάπη για τη σταγόνα που αποζητά «ο στερεμένος ποταμός» για να την κάνει «ενθύμηση» και ζητιανεύουν τα «βουβά πρόσωπα» για να «την κάνουν ήχο». «Ακούς πως κυλά;»

Σε κάποια από τα διηγήματα αναδεικνύεται με αριστοτεχνικό τρόπο η αβάσταχτη τρυφερότητα, η ομορφιά της παιδικής ηλικίας, εκεί όπου ζει και αναπνέει η ατόφια αγάπη. Η αναπόφευκτη απώλεια της αθωότητας συνοδεύεται απ’ τον παροξυσμό της εφηβείας, όπου παίζουν κρυφτό ο παραλογισμός με τη σεξουαλικότητα και δίνουν μια από τις τρυφερές ιστορίες του βιβλίου.

Οι ιστορίες κλείνουν με το διήγημα «Χάρης ο βαρκάρης», ένα κείμενο για την απώλεια, τη μόνη σταθερή βεβαιότητα στη ρευστή ύλη του χρόνου. Η απώλεια γίνεται έρεισμα της αγάπης για τους πεθαμένους αγγέλους μας, μετουσιώνεται σε φυλαχτό σαν αυτά που είχε καρφιτσωμένα στον κόρφο της η γιαγιά μας.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Τρία Χαϊκού

                                                                 
Σκυλί μαρτυρά
της φύσης την έξαψη
ειδήσεις βροχής

Κραυγή ως ρωγμή
το φως στον ορίζοντα
την αναγγέλλει


Διαρρηγνύοντας
το απόλυτο σκότος
ποτίζει τη γη


Από το βιβλίο "Χρώμα και λόγος"   (Αγγελική Ε. Κοκονάκη  -  Δημήτριος Γ. Μαγριπλής) ΕΠΙ-ΓΝΩΣΗ.  Εκδόσεις Αντ. Σταμούλη. 2010.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Ηλίας Κεφάλας, βιβλιοκριτική: Δ. Γ. Μαγριπλής, «Δέκα μικρές εικονογραφημένες ιστορίες», Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 2012)

Νέα Ευθύνη, τευχ. 17, Μάιος – Ιούνιος 2013, σ. 334-5



Δέκα αφηγήσεις μικρού μήκους, εναλλασσόμενες με δέκα ομόθεμες και ομόθυμες ζωγραφιές του Παντελή Σταματέλου, απαρτίζουν το νέο βιβλίο του Δημητρίου Μαγριπλή. Ο συγγραφέας δεν μπαίνει για πρώτη φορά στον λογοτεχνικό χώρο. Έχουν προηγηθεί δύο συλλογές διηγημάτων, μία συλλογή ποιημάτων, μία μελέτη κοινωνιολογικής καταγραφής της εποχής του Βυζαντίου και αρκετές επιμέλειες επιστημονικών εκδόσεων επί θεμάτων πνευματικού προβληματισμού. 
Στο νέο του βιβλίο ο Δημήτριος Μαγριπλής με προδημοσιευμένα και μη διηγήματα προτείνει ένα σύνολο ιστοριών μικρής φόρμας στη θεματική των οποίων κυριαρχεί η αίσθηση της αόριστης έλλειψης, η απουσία του εν τι, η ροή του χρόνου και η εκδημία. Η αναζήτηση του χαμένου, η αναβίωση του ονείρου, η κρούση του παράλογου, η συνειδητοποίηση της απώλειας κλπ έρχονται να συνδράμουν στην αναγνώριση προσώπων και πραγμάτων της καθημερινότητάς μας, να μας συνδέσουν με τις διαφυγές του ονείρου, να μας υποδείξουν ότι ανήκουμε μονίμως στην αντίπερα όχθη και ότι η κάθε στιγμή της ζωής μας, πέρα από τη μοναδικότητά της, συνιστά διαχρονικά και μία από τις αιώνιες ανακυκλήσεις της μοίρας που ενώνουν τον έναν άνθρωπο με τον άλλο, οδηγώντας τους σε έναν κοινό δρόμο.
Οι αφηγήσεις του Δημητρίου Μαγριπλή με τη θαυμάσια οικονομία της γλώσσας και την αξιοπρόσεκτη εκτύλιξη των μυθοπλασιών του φέρνουν στην επιφάνεια τρόπους και συμπεριφορές μοναχικών ανθρώπων τη στιγμή που θέλουν να μετατρέψουν το βάρος της μοναξιάς σε απελευθερωτικό όνειρο. Η θεώρηση της ζωής περνάει μέσα από τις απέλπιδες προσπάθειες να αιχμαλωτιστεί η πραγματικότητα μέσα στις ζωτικές φυσαλίδες της ονειροπόλησης και της αιφνίδιας ανάκλησης του πρότερου βίου. Έτσι η μνήμη γίνεται κανόνας και μέτρο ζωής και ο πίσω χρόνος το παράξενο ρυμουλκό του μέλλοντος.
Στο διήγημά του «γυάλινες μπίλιες» συναντάμε τον πόθο για επιστροφή στη νεανική αλκή και την πρώιμη αγνότητα. Στο «επαγγελματικός προσανατολισμός» αντιμετωπίζουμε την τραγικότητα της διαφυγής μέσω της ονειρικής παραίσθησης. Στην εξαίρετη «υποβρύχια αποστολή» βιώνουμε την υποταγή της πραγματικότητας μέσα στην περιπέτεια της φαντασίας. Δραματική είναι η εξιστόρηση της πλοκής του διηγήματος «μαύρη πέτρα», που φανερώνει την απώλεια μέσω της άρνησης, ενώ στο διαποτισμένο με παλιές υγρασίες «μοναξιά» διεκτραγωδείται σε βάθος αυτό που ως κυριολεξία ο τίτλος υπαινίσσεται. Στο ακροτελεύτιο «Χάρης ο βαρκάρης» και στο ωμότατο «αναμορφωμένος» περιγράφεται το μαύρο της αποδημίας και της επίγειας σκληρότητας.
Με ζωντανή γλώσσα που ξέρει να κυριολεκτεί και να απογειώνεται εντέχνως ο Δημήτριος Μαγριπλής μας χαρίζει εξαίρετες αφηγήσεις που αξίζουν το ενδιαφέρον μας και την έντιμη ανάλωση του χρόνου της ανάγνωσης. Καταφέρνει δε να κοσμεί τη μικρή φόρμα με τις ολοκληρωμένες αρετές της μεγάλης αφήγησης, ώστε να δικαιώνεται η σοφή ρήση «ουκ εν τω πολλώ το ευ».

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Δημήτρης Γ. Μαγριπλής: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ (Συμμετοχή στο Μαραθώνιο ποίησης 2012)



Ο ποιητής 
φωνή απόκοσμη 
δανείζεται το χρόνο μας
και μαρτυρεί:

"Ανάμεσα στ΄άστρα
άφησα πάθος και νου να φύγουν μαζί.
Τους φώναξα: γυρίστε πίσω...
και στη συνάντηση
νοιώσαμε πάλι το βάρος της γης".

πρωτοδημοσιεύτηκε στα Παραθέματα Λόγου

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Δημήτρης Γ. Μαγριπλής: Επικαιρογράφημα



Ο χαρταετός
αφημένος στο δένδρο
ονείρου πτώση
Πώς να ανέβω εκεί πάνω;
Πώς να σώσω την πτήση;
Τα παιδικά μου χρόνια
ξεθωριάζουν στο φως
κι εγώ;
σαν μαύρο της βροχής σύννεφο,
ρέω στη γη.

πρωτοδημοσιεύτηκε στα Παραθέματα Λόγου
                                              (Συμμετοχή στο Μαραθώνιο ποίησης 2013)

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Περικλής Σφυρίδης, «Το πάρτι και άλλα διηγήματα»

Eκδόσεις Εστία



Κριτική ανάγνωση
Δημήτρης Γ. Μαγριπλής


Ο Περικλής Σφυρίδης είναι από τους ποιοτικούς εκπροσώπους της κλειστής φόρμας. Βιωματικός συγγραφέας, πολυγραφότατος[1], αφηγείται με τιμιότητα στιγμές της προσωπικής του διαδρομής. Όπως μαρτυρά ο ίδιος, τα θέματά του είναι προϊόντα έντονης συγκίνησης και σε απόλυτο μέτρο δεν τα επιλέγει. Αυτά  επιλέγουν αυτόν.[2] Σε γενικές γραμμές, το κυρίαρχο στη πεζογραφία του είναι ο έρωτας και ο θάνατος.[3]  Φυσικά πίσω από τις δύο πυρηνικές, στον ατομικό ψυχισμό έννοιες, περισώνεται και αναπαρίσταται αλληγορικά, μια ολόκληρη εποχή. Ένα κομμάτι του χρόνου, όπως το έζησε και το κατανόησε, μέσα από αλλαγές, σχέσεις και περιπέτειες, δικές του και των γύρω του. Τα παραπάνω γίνονται αισθητά και στο τελευταίο βιβλίο του.
Πρόκειται για δώδεκα ολοκληρωμένες μικρές ιστορίες, που με ρεαλιστική γραφή και άριστη χρήση της γλώσσας, καταγράφουν σημαντικά γεγονότα, φωτογραφίες ζωής. Δεν είναι όμως σημειώσεις ενός προσωπικού ημερολογίου. Αντιθέτως πρόκειται για ένα κόσμο καινούργιο που αναδύεται ή κινείται παράλληλα με τον πραγματικό. Είναι η ξεχωριστή ματιά που έχει ογιατρός (στο επάγγελμα), λογοτέχνης. Αυτά τα ιδιαίτερα φίλτρα, καταδείχνουν και το προσωπικό του ύφος. Είναι θα έλεγα από τους χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του κύκλου της Διαγωνίου, που με διευθυντή τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, δημιούργησαν κάτι αναμφίβολα καινοτόμο στην πνευματική μας ζωή.
Ο έρωτας[4], η ιατρική – κυρίως ως συνοδός του επιθανάτιου ρόγχου, τα φιλοζωικά αισθήματα[5], το κοινωνικό περιβάλλον   και η μνήμη, αποτελούν το υλικό που συνθέτει καλοδουλεμένες πνευματικές απολαύσεις. Το σκηνογραφικό φόντο είναι αστικό και νησιωτικό[6]. Οι διάλογοι, όπου παρεμβάλλονται, είναι ζωντανοί και σαν θεατρική παράσταση το όλο, αξιοποιεί το παρελθόν, αναδύει την ιστορική μνήμη, στηλιτεύει πεπαλαιωμένες νοοτροπίες, κρίνει και κρίνεται από τον αναγνώστη.
Στο βιβλίο εισβάλλουν θετικά κάποιες  ζωγραφιές. Πρόκειται για φίλους εικαστικούς[7], και συνήθως πρωταγωνιστές στους σχετικούς μύθους του λογοτέχνη. Αυτό όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά δίνει στο ταξίδι της ανάγνωσης εντονότερα την αίσθηση της αλήθειας, μετατρέποντας τον μύθο σε παραμυθία.
Έτσι ενώ πεθαίνει η φίλη «Ζωή», ο «καπετάνιος» (κεντρικό πρόσωπο σε αρκετά διηγήματα), δηλώνει θυμοσοφικά: «Άκουσε γιατρέ, μην το ψάχνεις και μη χολοσκάς…γιατί η ίδια η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μικρό ή μεγάλο πάρτι» (σ. 19). Όταν φεύγει από την ζωή ο «Πάνος Παπανάκος» το ερώτημα «…θα μπορούσε να ζει ακόμα ο Παπανάκος, αν η Μύριαμ τον ερωτευόταν πραγματικά;» (σ. 25), χαρίζει ανακουφιστικά την  πιθανότητα στη σκέψη και το χαρούμενο σκυλί μετά την σύγκρουση με τον απεχθή, για την νοοτροπία του ψαρά, την ελπίδα για την αλλαγή των συνειδήσεων (σ. 36). Αυτή τη μάχη δίνει ο Π. Σφυρίδης, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σχέση ανθρώπου και ζώων. Όσο κι αν φαίνεται ανέλπιδη, τελικά καταφέρνει να μας διδάξει μια άλλη συμπεριφορά και σχέση με τα τετράποδα. Ο «Σαντάμ» στην  «Βεντέτα» συγκρούεται με τον «Φονιά» και τούτο δεν είναι σύγκρουση σκύλου και ανθρώπου, παρά σύγκρουση αισθημάτων και αισθήσεων διαφορετικών κόσμων. Το ίδιο επιτελείται και στην «Άλλη παράδοση»(σσ.81-97). Ελεύθερα ο καθένας επιλέγει. Προσωπικά τάσσομαι με τον συγγραφέα. Αν και άνθρωπος της υπαίθρου, ανήκω στην κατηγορία αυτών, που με υπερηφάνεια σου γνωρίζουν τα ζώα της οικογενείας του. Την ίδια συνέπεια σε αισθήματα υψηλά δείχνει και σε θέματα μετανάστευσης και κοινωνικής ηθικής. Νομίζω είναι ιδιαίτερα επίκαιρος και καυστικός ο λόγος του: «Κωλοκράτος…ξεστομίζω και φτύνω» (σ. 68) στο πρώτο και «Ζεμπέκος – Σαμουράι» (σ. 79) στο δεύτερο.   Στα «Βραβεία» (σσ. 100- 116), είναι αποκαλυπτικός. Η αλληγορία του αποτελεί ντοκουμέντο στην υπόθεση κρατικών βραβείων. Η διαπλοκή προσώπων, το αλισβερίσι εκδοτών – εφημερίδων – πνευματικών ταγών, η υποταγή στην ματαιότητα, η ανάγκη για αναγνώριση και τέλος ο θάνατος που τα εξαφανίζει όλα. Στο διήγημα αυτό υπάρχει γενναιότητα, τιμιότητα  και συμβουλή για εμάς τους νεότερους. Η λογοτεχνία και ιδιαίτερα το διήγημα θα πρέπει να είναι ένας δημιουργικός λυτρωτισμός και όχι ένα κυνήγι προσωπικής και συνήθως άρρωστης ματαιοδοξίας. Στην  «Πώρωση» (σσ. 117 – 132), εκφράζει κάποιες απόψεις και θέσεις για την εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες. Πρόκειται για μια περιγραφή της επαφής του με μια κοινότητα απεξάρτησης και μια προσπάθεια ανίχνευσης του εσωτερικού κόσμου του υποκειμένου, στην αιτία της πώρωσης. Χωρίς να διαφωνούμε, η σωτηρία μέσω της τέχνης μπορεί να είναι η λύτρωση (σ. 132). Στο διήγημα «Στην μνήμη του Αλμπέρτου Ναρ και του άλλου Αλπέρτου» (σσ. 133 -145), επιτελείται κάτι εντελώς ριζοσπαστικό. Πρόκειται για την επίσκεψη δύο νεκρών, ενός Γερμανού και ενός Εβραίου. Η συνομιλία με τις σκιές φυσικά δεν είναι το ριζοσπαστικό[8]αλλά η τοποθέτηση δύο φωτογραφιών ισότιμα και η αναβίωση δύο προσώπων με την ίδια συναισθηματική φόρτιση και αξία, είναι τολμώ να πω σοκαριστηκά δυνατή. Σκιές τον επισκέπτονται και όταν βρίσκεται στην «Άθυτο»(Χαλκιδική). Ο ζωγράφος και η παλιά αγάπη ηΕλένη. Το αιώνιο που εξασφαλίζει η τέχνη χαρίζει την  «Απέραντη γαλήνη του Γιώργου Παραλή» (σσ. 147 – 157) και την αναμφισβήτητη εικόνα ενός προσωπικού χρόνου, που δεν χωρά σε αυτόν η είδηση ότι κάποιος έφυγε, ή θα φύγει  για πάντα. Το «Ταξίδι» (σσ. 160 – 169), είναι το τελευταίο διήγημα. Εδώ κατορθώνει να εξυψώσει το ατομικό σε διαχρονικό και καθολικό. Ο θάνατος γίνεται απλά ένα «…μακρύ ταξίδι αναψυχής»(σ. 169) και η όντως ζωή θα έλεγα αέναη.

 Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό « Στον Ίσκιο του Ήσκιου»
http://www.iskiosiskiou.com

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, «Τα σύννεφα ταξιδεύουν τη νύχτα»

 Eκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2011



Κριτική ανάγνωση 
Δημήτρης Γ. Μαγριπλής

Ο Π. Χ. Μάρκογλου ανήκει στην ομάδα των λογοτεχνών που ακόμη υπηρετούν το ωραίο. Ποιητής και πεζογράφος διαφημίζει, στην πολιτιστική γεωγραφία, την πόλη του την Καβάλα. Σε αυτήν και γενικότερα στην βόρειο Ελλάδα, εντοπίζονται ο χώρος και ο χρόνος των διηγημάτων του. Τα καπνεργοστάσια, γειτονιές και δρόμοι, η ύπαιθρος, η θέα της θάλασσας, οι λόφοι, όλα δοσμένα με μια απόλυτα εικαστική γραφή που αποκαλύπτουν και την παράλληλη ενασχόληση του ποιητή με την ζωγραφική τέχνη. Φυσικά ο λόγος του σκληρός και πένθιμος σαν ένα τοπίο του βορρά, που τα σύννεφα αφήνουν μικρές ανάπαυλες στις  ηλιαχτίδες, να σκίζουν το σκοτεινό τοπίο. Ένα τοπίο σε χρόνια δύσκολα, με μνήμες έντονες από την κατοχή και τον εμφύλιο, τη Δικτατορία και την μεταπολίτευση, μέχρι την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.  Εδώ εντοπίζονται οι μνήμες, συνθέτοντας πέντε μεγάλα διηγήματα ή καλύτερα «μικρά μυθιστορήματα»  - νουβέλες, που χαρακτηρίζουν άλλωστε το έργο του κατοικούντος πλέον στην Θεσσαλονίκη, συγγραφέα.

Αν και φαινομενικά, ο  καπνέμπορος Δημήτρης Κόκκινος είναι το κεντρικό πρόσωπο στο πρώτο διήγημα «Οι παραλήπτες» (σσ. 9 - 25), πίσω από ένα συμβάν του βίου του (όπως μας καταθέτει ο αριστερός από τα γεννοφάσκια,  υπάλληλός του),  αποκαλύπτεται μέρος της ιστορίας της εργατικής τάξης της πόλης. Μιας «κόκκινης πόλης», με έντονο το στοιχείο της σύγκρουσης συμφερόντων , ιδεολογιών και ομάδων. Φυσικά ο έμπορος συνεργάζεται με την ασφάλεια και γενικά τις αρχές σε ένα πόλεμο κατά των «κόκκινων». Αυτοί φιγούρες κουρασμένες από την βιοπάλη και αφημένες σε ένα άχρονο χρόνο της μέθης μιας ουτοπίας. Από τον Τσε Γκεβάρα μέχρι τους καπνεργάτες το σίγουρο είναι η αναρρίχηση μέσα από το όνειρο σε ένα σοσιαλιστικό παράδεισο που ο όφις είναι εν τέλει οι Ρώσοι σύντροφοι, που είχαν από καιρό μάθει να συναλλάσσονται, συμβιβάζοντας τα ιδανικά με τη μίζα.

Ο  εμπαιγμός των ιδανικών και η ματαιότητα που νοιώθουν οι αδύναμοι  λειτουργεί ως συνδετικός ιστός ανάμεσα στις ιστορίες. Οι ήρωες όμως, του Μάρκογλου, δεν εγκαταλείπουν.  Αντιθέτως  αγωνίζονται σε μια απόλυτα προσωπική και έντονα υπαρξιακή μάχη για τα μεγάλα και υψηλά.  Ακόμη και όταν καταφανέστατα προδίδονται αρκούνται σε μια λεβέντικη, αν και μοιρολατρική αποδοχή της πραγματικότητας. Όπως ο Μιχαήλ στην  « Μετοίκηση»(σσ. 25 - 59), που τελικά επικαλείται τον άγιο μέσα στον πανικό του αίματος και καταλήγει στον καλπασμό, πίσω από την διάθεση της κραυγής: «με πρόδωσες…» που όμως ποτέ δεν ξεστόμισε. (σ. 57-8).

Τα  πρόσωπα μυθοπλαστικά παραλλαγμένα, διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο σε όλη τη συλλογή. Αν και διαφέρουν ως προς την μόρφωση, τον πλούτο, την κοινωνική προέλευση, την εθνική ομάδα, είναι πάντοτε θύματα του χρόνου και της ιστορίας. Ιδεαλιστές και βαθιά αισθηματίες, παθιασμένοι εραστές και άκρα ερωτικοί ακολουθούν την πορεία μιας γραμμής που έχει αρχή και τέλος. Άλλωστε θύτες και θύματα κάποτε πεθαίνουν. Αυτά τα σπαράγματα ζωής απογειώνονται , φωτίζονται, υπάρχουν σε ένα πλαίσιο ανεκπλήρωτων προσδοκιών.

Στο  διήγημα «Commodora Maar» (σσ. 59 – 101), η Εβραία ηρωίδα (μέλος  μιας κοινότητας που σώθηκε από τους Ελασίτες αντάρτες του Παγγαίου) και ο αφηγητής, ένας ταλαντούχος φωτογράφος,  στήνουν  ένα  ερωτικό θρίλερ, με βάθος πεδίου τον Εμφύλιο. Στο διήγημα αυτό παρελαύνουν ονόματα όπως ο Σολωμός και ο Κάλβος (και η εικασία περί εβραϊκής τους καταγωγής), ο Βιζυηνός και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Έντονα αισθησιακό και παράλληλα πρόπλασμα για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Και μάλιστα αστυνομικό. Όπως και η «Εντροπία» (σσ.101 – 151), το εκτενέστερο της συλλογής. Ο εκπαιδευτικός Μακρής, τρεις γυναίκες, η αυτοκτονία ενός μαθητή, ο φόνος του παλιού βασανιστή και η απογείωση ματαιωμένων ερώτων μιας πραγματικότητας που καταπίνει μέσα στην ανάγκη της, τα όνειρα και τις υποσχέσεις για μια καινούργια αρχή.  

Η μάταιη διεκδίκηση μιας καλύτερης τύχης, μέσα από αντιξοότητες και εμπόδια περιγράφεται και στο τελευταίο μικρό μυθιστόρημα «Οι πράξεις επιζούν και μετά τον θάνατο» (σσ. 151 – 185), της συλλογής. Ο αφηγητής,  θυμάται και εξιστορεί την σχέση του με τρεις γυναίκες και ένα ασφαλίτη. Αλλοτινά ειδύλλια, αγάπες που ακυρώθηκαν στο διάβα του χρόνου. Βασανισμένες  ψυχές, άνθρωποι μόνοι που περιπλανήθηκαν σε σκοτεινά σοκάκια μιας πόλης έρημης, ενός χρόνου αδυσώπητου, σε όνειρα που χάθηκαν και σε προοπτικές που όσο κι αν φαίνονται μακρινές, τελικά είναι πάντα επίκαιρες: «Ναι όλα αλλάζουν με τα χρόνια, από ανατροπέας του συστήματος μέχρι ύποπτος δολοφονίας πόρνης» (σ. 182)

Τα σύννεφα του Π. Μάρκογλου ταξιδεύουν την νύχτα. Μα η γραφή του, καθάρια, ολόφωτη από ποιότητα, αισθησιακά θλιμμένη, μας ταξιδεύει συνέχεια στον φωτεινό κόσμο της  υψηλής λογοτεχνίας, που παραμένει το τελευταίο καταφύγιο, στην  μιζέρια και την σκοτεινιά της εποχής μας.


 Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό « Στον Ίσκιο του Ήσκιου»
http://www.iskiosiskiou.com




 

Μια συνομιλία με τον ποιητή Χρήστο Αναγνωστόπουλο, με αφορμή την ανάγνωση της τελευταίας ποιητικής συλλογής του: « Δένδρο ξανά», Περισπωμένη, Αθήνα 2025.

  Τον Χρήστο Αναγνωστόπουλο τον γνωρίζω χρόνια. Είναι από τους ποιητές που υποστηρίζουν βιωματικά τον έμμετρο λόγο τους και αυτό μου είναι...