Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Δημήτρης Μαγριπλής συναντά τον λογοτέχνη Ανδρέα Καραγιάν

Τον Ανδρέα Καραγιάν , τον έχω πρωτοσυναντήσει μέσα από τις εικόνες του. Η ζωγραφική του είναι ονειρική και απειχεί αισθησιασμό και χαρά. Είναι εικόνες ενός κόσμου που φαντάζει ακόμη με χρώματα, ερωτισμό και παιδικές ματιές. Ιατρός, ζωγράφος, δημοσιογράφος, συγγραφέας, ότι και αν έκανε και κάνει τον διακρίνει η ποιότητα, αποτέλεσμα κόπου και πόνου. Το τελευταίο του βιβλίο «Άκρατος γέλωτας», ήταν και η αφορμή αυτού του διαλόγου. Σας τον παραθέτω αυτούσιο....




Δ.Μ.:      Γιατρός, ζωγράφος, χαράκτης, δημοσιογράφος, κριτικός θεάτρου, συγγραφέας. Τι από τα παραπάνω σας χαρακτηρίζει ιδιαίτερα; Τι τελικά επικρατεί, κύριε Καραγιάν ; 

Όλα έχουν παίξει ένα σημαντικό ρολό . Κανένα δεν επικρατεί , το ένα συνδέεται με το άλλο. Ο σύγχρονος καλλιτέχνης πρέπει να σκέφτεται και να δημιουργεί σφαιρικά .Το  πρώτο μου βιβλίο, παραδείγματος χάριν, αναδύθηκε  μέσα από τα  κείμενα μου, στις στήλες στον «Φιλελεύθερο», την πιο σημαντική εφημερίδα της Κύπρου, όπου έβαζα προσωπικές  εμπειρίες και ιστορίες και ο σκηνοθέτης, ο φίλος  Χρήστος Δήμας μου λέει: "Αντρέα αυτά είναι ωραιότατα μέρη γιατί δεν τα δένεις να δημιουργήσεις ένα σύνολο;". Έτσι άρχισε η «Αληθής  Ιστορία». Ο «Φιλελεύθερος» για μένα ήταν σαν το σπίτι μου από το 78 μέχρι το 2004 και μάλιστα ήταν μια εποχή όταν ήρθε ο Νίκος Παττίχης  με νέες ιδέες, όλοι είχαμε ενθουσιαστεί φτιάχναμε τις «Σελίδες», προσπαθούσαμε να κάνουμε τον πιο άψογο Τύπο που υπήρχε. Πήγαινα στο Φεστιβαλ Βερολίνου, Θεσαλονίκης… Μιλούσα με σπουδαίους ηθοποιούς. Και είχα μια καταπληκτική στήλη. Για μένα ο «Φιλελεύθερος» αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ζωή μου. Όσον αφορά τα βιβλία μου,  απολαμβάνω τη γραμματική των λέξεων μπορεί ένα κεφάλαιο να το δουλέψω ατέλειωτες ώρες μέχρι να βγάλω το αποτέλεσμα που θέλω. Πού είναι η ομορφιά της γλώσσας μας την οποία έχουμε κατασκοτώσει;
 Η Ιατρική τώρα ,η δεκαετία του 60, όταν σπούδαζα Ιατρική, ήταν η εποχή της Αναγέννησης της Αθήνας, τα θέατρα ήταν καταπληκτικά ακόμη και  η Βεργή, γκραν ηθοποιός του μπουλβάρ, ανέβαζε «Μπαλκόνι» του Ζενέ με την Τζένη καρέζη. Ήταν ο κινηματόγραφος της  Νουβέλ Βάγκ, ήταν ο Ρωσικός κινηματογράφος. Στο ραδιόφωνο  η Τζέυν Έυρ, ο κόσμος διάβαζε.. Ήταν η ωραιότερη εποχή της Αθήνας και μου άνοιξε καινούργιους ορίζοντες. Ώσπου ήρθε η δικτατορία και τα κατέστρεψε όλα.  Ήταν μόλις  τελείωνα την ιατρική, μου είχε μείνει ένα μάθημα. Επέστρεψα και το έδωσα και μετά έφυγα. Και πήγαμε Λονδίνο. Πάω για να κάνω την ειδικότητα μου στο Λονδίνο και πηγαίνω τα βράδια σε μια σχολή καλών τεχνών και μου λέει ο καθηγητής μου «εσύ είσαι ζωγράφος. Τι κάνεις;» του λέω «μα εγώ είμαι γιατρός» και μου λέει «δεν είσαι γιατρός εσύ». Και αυτό ήταν, τα παράτησα όλα. Πήγα στη Σχολή του Central School of Art που είναι από τις καλύτερες. Είναι ζωγράφοι που  επηρέασαν πάρα πολύ και τη δική μου ζωγραφική όπως ο Βερμερ, ο Καραβάτσιο, ο Μασάτσιο… Εγώ είμαι κλασικός και στα βιβλία μου είμαι κλασικός και στη ζωγραφική μου είμαι κλασσικός και ας πουν ότι είμαι ντεμοντέ. Είμαι ντεμοντέ και το χαίρομαι. Απολαμβάνω τη γραμματική της ζωγραφικής, ποιος τη ξέρει σήμερα;…. 
Η κριτικη; Η πρώτη έκθεση που πήγα να  δω μόλις ήρθα από την Αγγλία, ήταν η έκθεση της Καίτης Στεφανίδου. Και θυμάμαι  μια κυρία δίπλα μου που μου είπε «Μα δε καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα. Μπορείς να μου τα εξηγήσεις;» και το έκανα και μετά έγραψα το πρώτο κείμενο μου για τη Κάιτη Στεφανίδου. Σκοπός μου δεν ήταν να κριτικάρω τόσο, όσο να υποδείξω. Να ξεδιαλύνω ορισμένα πράγματα. Όπως βλέπεις οι διάφορες « ιδιότητες»  μου, με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα.

Δ.Μ.:      Οι πόλεις στα χρόνια που τις ζήσατε βοήθησαν να κάνετε τις επιλογές σας;

Οι πόλεις έπαιξαν σημαντικό ρόλο και διαμορφώσαν τη ζωή  και την Τέχνη μου. Έζησα   την  μπέλ επόκ της Λευκωσίας της δεκαετίας του 50, πριν αρχίσει η ΕΟΚΑ. Η Λευκωσία ήταν μια κοσμοπολιτική πόλη με τα μπαλ μασκέ, τους χορούς, τον αποικιακό τρόπο ζωής. Η μεσαία τάξη ήταν κατά το μάλλον η ήττον  αγγλόφιλη, δεν την άγγιζε η αγγλική   «καταπίεση»! Ήταν μια εποχή διαφορετική , στην καθημερινότητα  υπήρχε ακόμη το παραμύθι ο μύθος. Βέβαια δεν ξέρω, ίσως επειδή τα βλέπω και εγώ εξ αποστάσεως τώρα. Επίσης οι Τουρκοκύπριοι ήταν καλοί φίλοι με τους Ελληνοκύπριους. Η πιο στενή  φίλη της μητέρας μου  ήταν η Τουρκάλα Εμεττέ, η οποία έμενε ακριβώς απέναντι μας και η οποία ήταν το καταφύγιό μας. Η μητέρα μου έλεγε ότι οι πιο όμορφές γυναίκες της Κύπρου είναι οι τουρκάλες. Κάποια στιγμή όμως ένιωσα ότι το να ζεις στην Κύπρο είναι και επώδυνο, είναι μεν ωραιότατη η Κύπρος αλλά είναι μια μικρή επαρχία που δεν σου δίνει  ωθήσεις. Η δεκαετία του 60 στην Αθήνα,  όταν σπούδαζα Ιατρική, ήταν η εποχή της αναγέννησης του θέατρου , του κινηματογράφου…,Στο Λονδίνο  ηταν η δεκαετία του 70, η εποχή των επαναστάσεων.  Τα παιδιά των λουλουδιών … Ήμασταν όλοι ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο με ένα διάχυτο ερωτισμό…. Όταν ήμουν στο Λονδίνο  ασχολήθηκα πάρα πολύ με τα κινήματα, τα γκέι και τα φεμινιστικά. Έβρισκα αυτά τα δυο συνυφασμένα. Ήταν και οι δύο καταπιεσμένοι από ένα ανδροκρατούμενο σύστημα. . Όπως βλέπεις οι πόλεις έπαιξαν σημαντικό και χαρακτηριστικό ρόλο στη ζωή μου. Αυτό είναι και πολύ Καβαφικό. Η Αλεξάνδρεια ήταν ένας πολύ σημαντικός σταθμός. Έζησα κάπου πέντε χρονιά εκεί  έως την Αραβική Άνοιξη. Από επανάσταση σε  …. επανάσταση! Ένιωθα  γύρω μου την παλιά Αλεξάνδρεια αλλά εκείνο που ενδιέφερε ήταν να μάθω τη σύγχρονη Αλεξάνδρεια. Πρώτα από όλα έριξα όλες αυτές τις προκαταλήψεις που έχουμε για τη διαφορετικότητα της θρησκείας, ότι δηλαδη μουσουλμάνος ίσον τρομοκράτης. Πάντα οι χριστιανοί νομίζουμε ότι είμαστε οι καλοί. Είδα ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Υπάρχουν καλοί παντού.  Λοιπόν για μένα ήταν ένα σημαντικό άνοιγμα το  να ζω μαζί τους, τον δικό τους τρόπο ζωής και μπορώ να σου πω ότι με γοήτευσε η αίσθηση  δικαιοσύνης που έχουν, του δικαίου και της υπευθυνότητας.  Γνώρισα θαυμάσιους ανθρώπους και το πιο σημαντικό είναι η αιγυπτιακή οικογένεια μου. Στο σαλόνι μου συνυπάρχει η Βίβλος και το Κοράνι. 

Δ.Μ.:      Ζωή σαν επανάσταση ή επαναστάτης στους καιρούς του…


..Και συνάντησα την Ρωξάνη  με την οποία κάναμε και την πρώτη μας επανάσταση! Παλέψαμε για την πρώτη συζήτηση για την ομοφυλοφιλία στην ψυχική υγιεινή. Ο Ευδόκας, ο ψυχίατρος,  υποστήριζε τότε ότι  θεραπεύεται και εγώ απάντησα στο «Φιλελεύθερο» ότι δεν ισχύουν αυτά τα πράγματα και όντως ο Ευδόκας μετά πήρε μια θετική και πολύ καλή στάση. Και του είπα γιατί δεν κάνουμε αυτή τη συζήτηση. Πήγαμε στο Λουκή Λουκαίδη που ήταν γενικός εισαγγελέας και του είπαμε «σου φέρνουμε τον νόμο στην Αγγλια που εχει αλλαξει», (στην Κύπρο ίσχυε ο παλιός αποικιοκρατικός με αυστηρές ποινές!) Έτσι έγινε η πρώτη μεγάλη ανοιχτή συζήτηση για την ομοφυλοφιλία και είχε μεγάλη επιτυχία. Μετά ο Αλέκος Μοδινός κάνει την προσφυγή του στο ΑΚΟΚ και την προσφυγή του στο Ευρωπαϊκό δικαστήριο αλλά οι  πρώτοι ήμασταν εγώ και η Ρωξάνη και φυσικά πήραμε και το τίμημα τους. Τώρα περιγράφω  όλα τα ωραία αλλά πίσω από όλα τα πράγματα στη ζωή μου υπάρχει πόνος υπάρχει τραγωδία… όλα τα πράγματα έχουν ένα τίμημα. Και το τίμημα είναι πάντα πάρα πολύ μεγάλο. Μπορείς να το αντέξεις προχωρείς, δεν μπορείς… δεν κάνεις τις επαναστάσεις σου. Το τίμημα για παράδειγμα όταν έγραφα όλα εκείνα τα κείμενα για την ομοφυλοφιλία. Υπήρξε μια αντίδραση. Όμως εγώ ήμουν γιατρός, ήμουν ο Δρ Αντρέας Καραγιάν… η πρώτη μου έκθεση θεωρήθηκε σκάνδαλο και μου είπαν ότι θα έρθει ο Αρχιεπίσκοπος να την κλείσει. Και μετά ανοίχτηκαν όλα τα σαλόνια στη ζωγραφική μου… Ο κόσμος εκτίμησε την ειλικρίνεια μου. Είναι το πώς παρουσιάζεις τα πράγματα που έχει σημασία, η ζωγραφική μου και τα γραφτά μου  δεν ήταν ποτέ ούτε χυδαία ούτε πορνογραφικά, απέπνεαν μια  φινέτσα.

Δ.Μ.:      Έρωτας και τέχνη. Θα μπορούσε να υπάρχει δημιουργία χωρίς πάθος;

Η Τέχνη μου είναι καθαρά ερωτική. Όλη μου η ζωή είναι ερωτική. Όταν λέω έρωτας δεν τον
περιορίζω στο σεξουαλικό περιεχόμενο μόνο…. Με την ευρύτερη έννοια του ερωτισμού. Είχα την τύχη να ζήσω όλες τις εκφάνσεις του έρωτα τις οποίες εκφράζω και στα βιβλία μου. Για μένα η ζωή ήταν μια γκραντ όπερα. Το ωραίο  είναι όσο μεγαλώνεις το καταλαβαίνεις αυτό το θέατρο, το απολαμβάνεις σαν παράσταση, αλλά είσαι και έξω δεν είσαι πλέον ο ηθοποιός του δράματος, γίνεσαι ο παρατηρητής των πράξεων σου. Στα βιβλία μου  είμαι ο ηθοποιός  αλλά τώρα πια τα βλέπω σαν θεατής. Τη σκηνοθέτησα τη ζωή μου. Χωρίς όμως να είμαι ψεύτης. Η μαγεία ερχόταν από μόνη της. Και η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις, δεν προσδιόριζα εγώ τα πράγματα, τα έκανα πιο πλούσια, τους έδινα μια άλλη διάσταση, μια μυθική διάσταση. Φυσικά και ερχόμουν αντιμέτωπος με καταστάσεις που με άφηναν με ανοιχτό το στόμα και έπρεπε να πράξω ανάλογα… Αλλά ο χρόνος ήταν και είναι  πάντα  ο καλύτερος μου φίλος . Τον αποδέχομαι τον χρόνο, τον απολαμβάνω. Ο χρόνος λύνει τα πάντα. Να σου πω και κάτι άλλο σημαντικό στη ζωή μου, δεν υπήρξα ποτέ έκφυλος, δεν έπινα, δεν κάπνιζα, δεν έτρωγα κρέας… Ναι μεν ζούσα τα πάθη μου, και δεν υπάρχει δημιουργία χωρίς πάθος, αλλά είμαι και Αιγόκερος, άρα ένα  πολύ στιβαρό πλάσμα! Δεν με αγγίζει αυτή η σύγχρονη λογοτεχνία που θέλει τον καλλιτέχνη να ζει μια σκοτεινή ζωή, είμαι περισσότερο στην κλασσική αστική λογοτεχνία. Δεν είναι ντροπή να το λέω. Ο Προυστ  με επηρέασε πολύ, ο Τόμας Μάν, ο Λώρενς Ντάρελ,  φυσικά και η λατρεμένη μου μου Τζέν ΄Ώστιν.  Η «Τζείν Έυρ» της Σιαρλότ Μπροντέ υπήρξε  το μυθιστόρημα της ζωής μου!

Δ.Μ.:      Μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, μνήμες που καταγράφονται ή είσοδος στον κόσμο του ονείρου που κυριαρχείται από τον  νόστο της παιδικής ηλικίας;

Η αλήθεια είναι ευάλωτη, αυτό προσπάθησα να δώσω στα βιβλία και στη ζωγραφική μου.  Αν δεν είσαι ευάλωτος δεν λες αλήθειες. Θα μπορούσα να γράψω ένα έξοχο μυθιστόρημα, την ιστορία της μάνας μου ας πούμε, αλλά δεν είναι αυτή η αλήθεια μου. Η αλήθεια είναι να είσαι ο στόχος εσύ αυτού που γράφεις, δηλαδή να ρίχνω τα βέλη μου μέσα μου. Και να βγαίνουν προς τα έξω, ειδάλλως δεν είσαι τίποτε. Τι ανακάλυψα; Ότι για όλα τα πράγματα γελώ και γελώ και γελώ και γελώ…. Ανακάλυψα επίσης ότι υπάρχουν πτυχές σκοτεινές μυστηριώδεις μέσα μου  τις οποίες εκφράζω  στην τέχνη μου… Στα βιβλία μου είμαι «διδαχτικός» με αυτή την έννοια:  όπως  μου εξομολογήθηκε μια φίλη μου στην Αθήνα, «είχα πάρα πολλές προκαταλήψεις Ανδρέα. Διαβάζοντας τα βιβλία σου άλλαξε ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα». Αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός της Τέχνης. 

Δ.Μ.:      «Άκρατος γέλωτας» ή λυγμός για κάτι που κοιτάς μέσα από την απόσταση και την ασφάλεια του χρόνου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι πάρα πολύ τραγικό πιστεύω παρόλο που  έχει  τίτλο «Άκρατος Γέλωτας». Η απομόνωση του ηλικιωμένου ανθρώπου, που προσπαθεί να αγγίξει την νιότη ξανά, η απογοήτευση του με το σεξουαλικό….
 Ο αφηγητής έχει φτάσει πια στην τρίτη ηλικία και βλέπει τα πράγματα με χιούμορ μεν αλλά και μια μελαγχολία και θυμάται τον Ηράκλειτο «τα παντα ρει»! Στο τελευταίο κεφάλαιο ασχολούμαι με τις …ηλεκτρονικές σχέσεις των ανθρώπων. Όλα έχουν γίνει ηλεκτρονικά σήμερα αλλά και όλα είναι σχετικά, ακόμη και οι αλήθειες μας. Βεβαίως σήμερα ζούμε σε ένα δυτικό κόσμο με κάποιες ηθικές βάσεις… Πρέπει να έχουμε μια ηθική βάση αλλά και τη βάση της αλήθειας της στιγμής που ζούμε. Να μην νομίζουμε όμως  ότι οι δικές μας είναι και οι μοναδικές αλήθειες. Υπάρχουν άλλες αλήθειες των ανθρώπων γύρω μας. Πρέπει να υπάρχει μια κατανόηση. Όπως είπε και ο Αϊνστάιν όλα είναι σχετικά ακόμη και το γέλιο, ακόμη και το κλάμα!
Τα βιβλία μου θα αποκτήσουν την πλήρη σημασία τους όταν τελειώσει η πενταλογία. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί οι τέσσερεις τόμοι, δουλεύω τώρα τον πέμπτο που κλείνει με ένα κοσμογονικό φινάλε. Είναι σαν ένα μεγάλο ψηφιδωτό.  Με το κάθε βιβλίο προστίθενται καινούργιες  ψηφίδες. Οι πρωταγωνιστές εξελίσσονται και προσφέρουν  μια άλλη όψη των πραγμάτων. Όταν μπουν όλες αυτές οι ψηφίδες καταγράφεται,  μέσα από τις περιπέτειες του αφηγητή, ολόκληρη η ιστορία του δεύτερου ημίσεος του  20 αιώνα έως σήμερα. Δηλαδή σημαντικά γεγονότα ιστορικά της Κύπρου, της Αθήνας, του Λονδινου των παιδιών των λουλουδιών. Τη πτώση του τείχους στο Βερολίνο την Αλεξάνδρεια πριν την επανάσταση… Και όλα αυτά μέσα από την πορεία ενός νέου ανθρώπου ούτε ομοφυλόφιλου, ούτε ετεροφυλόφυλου. Είναι γελοίο να χαρακτηρίζουμε κάποιον με πινακίδες. Ο ήρωας του βιβλίου είναι πέρα από τον μύθο του «σεξουαλικού προσανατολισμού» για αυτό μπορεί να δει το ερωτικό και  το σεξουαλικό μέσα σε ένα πλούσιο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Και είναι τούτο που παίζει σημαντικό ρόλο, η κάθε πόλις δημιουργεί τον κάθε νέο έρωτα. Και ο κάθε νέος έρωτας είναι ένα βήμα του αφηγητή και συγγραφέα προς τη δική του τελειοποίηση. Τον φέρνει πιο κοντά στην αυτογνωσία. 

Δ.Μ.:     Υπάρχει ελπίδα για τον ελλαδικό και κυπριακό ελληνισμό, με βάση τις σημερινές συνθήκες;  

Αυτές οι προσπάθειες που έχουμε τώρα με τη  ΔΔΟ,  οι πολιτικές αυτές οι προσπάθειες δήθεν δικοινοτικής δημοκρατίας είναι ένας τρόπος περιορισμού πιστεύω της δικής μας ελληνικής ταυτότητας. Η Κύπρος, η κυπριακή Δημοκρατία, είναι μια πολυκοινοτική Δημοκρατία. Έχει μέσα Τούρκους, Αρμεναίους, Ελληνες, Μαρωνίτες, εγώ πιστεύω ότι έπρεπε αυτό να κοιτάξουμε και όχι να διαχωρίσουμε την κοινότητα των Ελλήνων  και την δήθεν κοινότητα των Τούρκων και να φτιάξουν  αυτοί  κράτος πάνω στη γη που ήδη κατέκτησαν. Έχω πολύ καλούς τουρκοκύπριους φίλους, τους οποίους εκτιμώ αφάνταστα, αλλά αυτή η προσπάθεια σήμερα να διαχωρίσουμε τη γη μας σε δύο δήθεν κοινότητες θα είναι καταστροφική . Και μια κοινότητας της μειονότητας να επιβάλλει τις ιδέες της πάνω στην κοινότητα της πλειονότητας,  εγώ είμαι λίγο συγχισμένος…. Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου 50% Έλληνα από τον πατέρα μου  και 50% Φοίνικα από τη μάνα μου, αλλά έχω την ελληνική κουλτούρα , με αυτήν μεγάλωσα, με αυτήν γράφω τα βιβλία μου. Μπορώ έτσι  να συνδυάσω και τις δυο όψεις της Κύπρου. Από την άλλη είμαι Κύπριος γιατί γεννήθηκα σε αυτή τη γη που λατρεύω και η Κύπρος μου έδωσε μεγάλο πόνο και μεγάλη χαρά. Και πιστεύω ότι έχει μέσα της το πάθος, το αίμα τον ηρωισμό. Από την άλλη είμαι ένας κοσμοπολίτης. Εγώ  έτσι βλέπω τα πράγματα, ότι έπρεπε να υπάρχει μια κυπριακή Δημοκρατία, όπου όλοι θα εντασσόμασταν μέσα με ένα σύγχρονο σύνταγμα όχι αυτό του 64, μια σύγχρονη καινούργια δημοκρατία που όλες οι κοινότητες  να συνυπάρχουν με ίσα δικαιώματα με ψήφο και ασφάλεια. Ούτε  στρατούς, ούτε εγγυήσεις. 



πρώτη δημοσίευση: http://tempo24.news/eidisi/146023/o-dimitris-magriplis-synanta-ton-logotehni-andrea-karagian

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Ο Δημήτρης Μαγριπλής συνομιλεί με τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου για την "Αγνώστου Στρατιώτου", μα και την "Φλόγα απ' τη στάχτη", που έπεται .....

Τον κύριο Τόλη Νικηφόρου τον ήξερα ως ποιητή μέσα από τις πολλές ποιητικές συλλογές του. Το 2009 χάρηκα ιδιαίτερα για το κρατικό βραβείο και συνάμα ένοιωσα έκπληξη , όχι γιατί το μοιράστηκε με τον εξίσου μεγάλο ποιητή Αργύρη Χιόνη, μα για το γεγονός ότι δύο ποιητές μοιράζονται ένα βραβείο διηγήματος. Έστω και έτσι, το βιβλίο του : «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη» (http://nanodihghma.blogspot.gr/2013/01/blog-post_22.html), ήταν και η αιτία που τον αναζήτησα και επιδίωξα μια σχέση στενότερη. Να μια από τις τελευταίες συνομιλίες μας :  

      Δημήτρης Μαγριπλής: Διηγηματογράφος ή ποιητής, κύριε Νικηφόρου;


Τόλης Νικηφόρου: Έχουν εκδοθεί ως τώρα 33 βιβλία μου, 19 ποίησης και 14 πεζογραφίας (4 μυθιστορήματα, 7 συλλογές διηγημάτων και 3 παραμύθια για μεγάλους). Το 20ο ποιητικό και 34ο συνολικά αναμένεται να εκδοθεί σε μερικές εβδομάδες. Η ιδιοσυγκρασία μου είναι ποιητική και ποιητικός ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα αυτού του κόσμου.  Επειδή όμως «το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί» ενώ η δική μου λογοτεχνική λειτουργία είναι διαρκής, καταφεύγω στην πεζογραφία ως κάποιου είδους ανάπαυση του πολεμιστή.  Το γεγονός αυτό, επιπλέον, επιτρέπει να φορτιστούν οι μπαταρίες μου για την επόμενη ποιητική περιπέτεια.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις των ποιητών που είναι ταυτόχρονα  και σημαντικοί  πεζογράφοι και μάλιστα διηγηματογράφοι.  Ενδεικτικά ας αναφέρω τους Θεσσαλονικείς Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου και Πρόδρομο Μάρκογλου.


Δ.Μ.: Πώς ορίζετε το διήγημα και ποια η συγγένειά του με την ποίηση;
Τ.Ν. : Συμφωνώ με τον ορισμό ότι «το διήγημα είναι η ποίηση της πεζογραφίας».  Κατά τη γνώμη μου,  σημαντικές αρετές και των διηγημάτων είναι η απλότητα, η λιτότητα, η πυκνότητα και η διαφάνεια, ακόμη και  μια διακριτική  μουσικότητα. 

Δ.Μ.: Η σημασία της «μικρής φόρμας» στην σύγχρονη λογοτεχνία, σε ένα κόσμο ταχύτητας και αδυναμίας επικοινωνίας με πολλές λέξεις...
Τ.Ν.:Η ποιητική μου ιδιότητα δεν μου επιτρέπει να γράφω εκτενή πεζά κείμενα.  Τα διηγήματά μου είναι συνήθως τρεις έως επτά σελίδες ενώ τα μυθιστορήματά μου δεν υπερβαίνουν τις 200 σελίδες.  Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι οι εκδότες  προκρίνουν τα  μυθιστορήματα -«τούβλα»  των 500-700 σελίδων, που είναι προτίμηση και μεγάλης μερίδας του αναγνωστικού κοινού.  Αναπόφευκτα είναι λοιπόν τα παραγεμίσματα και οι πλατειασμοί.

Δ.Μ.: Σας έχουν χαρακτηρίσει ερωτικό ποιητή μα έχω διαβάσει στίχους σας επαναστατικούς με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής κριτικής. Πώς θα προσδιορίζατε την πηγή έμπνευσής σας;
Τ.Ν.:Η ποίηση είναι ένα ερωτικό φαινόμενο  και  εγώ βέβαια ένας ερωτικός ποιητής.  Ο έρωτας διατρέχει το σύνολο της λογοτεχνικής μου παρουσίας.  Ταυτόχρονα όμως, την πρώτη περίοδο υπήρξα σαφώς και ένας  κοινωνικός ποιητής  ή ποιητής της κοινωνικής αγωνίας.  Συγκλονιστικά προσωπικά αλλά και κοινωνικά γεγονότα καθώς και η ίδια η ωριμότητα με έστρεψαν μετά το 1990 προς την υπαρξιακή ποίηση.  Ως υπαρξιακός ποιητής λοιπόν αναφέρομαι πλέον στις ανθολογίες και γραμματολογίες.  Παρόλα αυτά, δεν έπαψα  βέβαια να γράφω ερωτικά  ποιήματα , δεν έπαψα να  συμμετέχω στους κοινωνικούς αγώνες  και τις εκδηλώσεις. Για μια φορά ακόμη αποδεικνύεται πόσο επισφαλείς είναι αυτοί οι διαχωρισμοί.
Κύριες πηγές της έμπνευσής μου είναι  το θαύματα του κόσμου, ο έρωτας και η αγάπη, η ομορφιά και η αθωότητα, οι κοινωνικές συνθήκες και η τραγική μοίρα του ανθρώπου.

Δ.Μ.:Ποιος ο ρόλος του διανοούμενου στους δύσκολους καιρούς που ζούμε;
Τ.Ν.:Ο ρόλος του διανοουμένου  στους δύσκολους καιρούς που ζούμε αλλά και σε κάθε χώρα και κάθε εποχή είναι να περιφρονήσει την κάθε είδους εξουσία, να βγει γυμνός στον δρόμο και  να πει την αλήθεια όπως τη βλέπει και όπως την αισθάνεται. Με δύναμη, ειλικρίνεια, εντιμότητα.

Δ.Μ.: Πώς και πόσο μπορεί να συμβάλει η τέχνη του λόγου, στην ανάδυση μορφών αντιστάσεων στο σύγχρονο κόσμο;
Τ.Ν.: Δεν τρέφω αυταπάτες.  Ας φανούμε εμείς συνεπείς στα ιδανικά των εφηβικών μας χρόνων,  ας σηκώσουμε το κεφάλι και ας τιμήσουμε όσα μας δόθηκαν, ας τιμήσουμε την τέχνη μας και αυτό θα είναι ήδη μια σημαντική αντίσταση και μία νίκη. Στον δικό μας χώρο και με τις δικές μας δυνατότητες.

Δ.Μ.: Πρόσφυγες, φτώχεια, ανεργία, κοινωνικές μάστιγες και παράλληλα ερεθίσματα για ένα ποιητή
Τ.Ν.: Από τα χαμόγελο ενός παιδιού έως την έσχατη αθλιότητα αυτού του κόσμου, όλα μπορούν να αποτελέσουν ερεθίσματα για ένα ευαίσθητο άνθρωπο και βεβαίως για έναν ποιητή.  Ιδίως με την υπερπληροφόρηση  της εποχής μας, όταν κανείς δεν μπορεί να προφασιστεί άγνοια. Το ερώτημα  είναι πώς αντιδρά  κανείς σε αυτό τον καταιγισμό από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, το διαδίκτυο.  Θα έλεγα ότι αντιδρά όπως επιτάσσει η ευαισθησία του, η ψυχική του δύναμη και η εντιμότητά του.

Δ.Μ.: Τα προσωπικά βιώματα είναι παρόντα στον κόσμο που αναδύεται από το έργο σας;
Τ.Ν: Είμαι βιωματικός ποιητής και πεζογράφος.  Μετατρέπω την απίστευτη περιπέτεια της ψυχής μου σε λογοτεχνία. Ακόμη και τα εντελώς φανταστικά κείμενά  μου στο βίωμα αναπόφευκτα βασίζονται.  Όχι, η ζωή δεν με άφησε να πλήξω, με έριξε στη φωτιά από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια.  Είχα την τύχη και τη δύναμη να επιβιώσω για να γράψω τα βιβλία μου, να πω όσα είχα να  πω.

Δ.Μ.: Αισιοδοξείτε για το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας και ιδιαίτερα του διηγήματος;
Τ.Ν.: Ναι, είμαι πολύ αισιόδοξος για το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας.  Η τέχνη ανθίζει σε χαλεπούς καιρούς  και τα  τελευταία χρόνια  εμφανίζονται πολλοί αξιόλογοι νέοι ποιητές, διηγηματογράφοι, μυθιστοριογράφοι.  Η προσωπική μου εντύπωση είναι ότι στην κορυφή αυτού του κύματος βρίσκεται η ποίηση και το διήγημα.  Το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας βρίσκεται σε καλά νεανικά χέρια.

Δ.Μ.:  Δυο λόγια για το τελευταίο βιβλίο σας
Τ.Ν.: Το τελευταίο βιβλίο μου είναι η συλλογή διηγημάτων «Αγνώστου Στρατιώτου» για τα παιδικά μου χρόνια στη γειτονιά της Πλατείας Δικαστηρίων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Κλείνει  έτσι ένας κύκλος καθαρά αυτοβιογραφικών βιβλίων, που άρχισε το 2000 με τη συλλογή διηγημάτων «Νόστος» για τα σχολικά μου χρόνια στο Ανατόλια και συνεχίστηκε με το μυθιστόρημα «Η γοητεία των δευτερολέπτων»,  2001 για την περίοδο από τη δικτατορία ως τον μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης (1967-1978) και με τη συλλογή διηγημάτων «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη» για τη μεταπολίτευση ως τις αρχές του 21ου αιώνα.  Παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις μου για τον οδυνηρά βιωματικό χαρακτήρα της συλλογής «Αγνώστου Στρατιώτου», με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπίστωσα  ότι υπήρξε μια μεγάλη και συγκινητική ανταπόκριση όσων τη διάβασαν.

Δ.Μ.: Ένα στίχο χαρισμένο στους φίλους του tempo24, στην Πάτρα μας, αλλά και τον Μοριά γενικότερα , που σας χαιρετά…
 Τ.Ν.: Για τους φίλους του http://www.tempo24.gr/, για την ωραία Πάτρα και τον ηρωικό Μοριά ένας στίχος δεν αρκεί . Μαζί με την αγάπη μου και τους θερμούς μου χαιρετισμούς, τους αφιερώνω το ποίημα που εκφράζει τη στάση ζωής μου  και περιλαμβάνεται στην υπό έκδοση συλλογή μου «Φλόγα απ’ τη στάχτη»: 

να είσαι καλός

κάτι σαν άγγιγμα ή χαμόγελο
κάτι σαν φύλλο

να είσαι καλός
ανυπεράσπιστος
μπροστά στην αθωότητα
εκστατικός
μπροστά στο θαύμα
αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο
στον δρόμο που δεν έχει τέλος
στο τέλος που δεν έχει ελπίδα


Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Ο Δημήτρης Μαγριπλής συνομιλεί με τον ποιητή Ηλία Κεφάλα, για τα αόρατα αλλά και τα ορατά.....

Τον κύριο Ηλία Κεφάλα τον συνάντησα το 2007 μέσα από την ανάγνωση μιας συλλογής διηγημάτων του, το «Χώμα και Χώματα»(http://nanodihghma.blogspot.gr/2013/01/blog-post_11.html). Έκτοτε τον αναζήτησα νοερά στις ποιητικές συλλογές του, τα δοκίμια και τις κριτικές σε στήλη του περιοδικού Ευθύνη, όσο και στα περιοδικά Τομές, Νέες Τομές, Διαβάζω και Οδός Πανός, όπου φιλοξενήθηκαν περισσότερα από χίλια κείμενά του. Ανάμεσα στα άλλα , ο Ηλίας Κεφάλας είναι και η πιο τρανή απόδειξη πως το ταλέντο και η πιστή συμμόρφωση στην ποιότητα της τέχνης του λόγου, είναι άσχετη με το πού μένει κάποιος  και πού τεχνουργεί. Παραμένει εραστής της υπαίθρου και από το 1992 και έπειτα  ζει στο γενέθλιο τόπο του, το Μέλιγο Τρικάλων. Η τελευταία ποιητική συλλογή του : «Λεζάντες για τα αόρατα», Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016, μας έδωσε την αφορμή αυτής της συνομιλίας. Σας την παραθέτω ….
   

Δ. Μαγριπλής: Ποίηση , διήγημα, συγγραφή , τι από όλα αυτά υπερισχύει κύριε Κεφάλα;

Η. Κεφάλας: Αναμφιβόλως η ποίηση. Σε κάθε στιγμή του βίου μου, σε οποιαδήποτε ενασχόληση, σε οποιοδήποτε γραπτό, αισθάνομαι την ποιητική συνείδηση να με καθορίζει. Το διήγημα δεν είναι για μένα τίποτε περισσότερο παρά ποίηση σε πρόζα, κείμενο που για κάποιους λόγους δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να γίνει ποίημα. Το κριτικό κείμενο έρχεται κι αυτό μέσα από μιαν άλλη κατεύθυνση για να συμπληρώσει την ποιητική ιδιοσυγκρασία μου. Δεν είναι υπερβολή, αν υποστηρίξω 
ότι οι ποιητές, που διαθέτουν και κριτικό λόγο, είναι πιο πλήρεις και πιο ακέραιοι στην λόγια φυσιογνωμία τους.

Δ.Μ. :Ανάγκη, υποχρέωση, λύτρωση, απορία, απάντηση,  τι  είναι τελικά η ποίηση;

Η.Κ.: Θα μπορούσα να προσθέσω και άλλες λέξεις, αμέτρητες ακόμα καταστάσεις για το τι πιθανόν θα μπορούσε να είναι η ποίηση. Δεν είναι περίεργο που η ποίηση παραμένει απροσδιόριστη και αόριστη (χωρίς τελεσίδικο ορισμό), παρά τις χιλιάδες διατυπωμένες (ποιητικά ή κριτικά) προσπάθειες ορισμού της. Η ποίηση είναι τα πάντα: και ανάγκη, και υποχρέωση, και διαρκής απορία. Και εμείς οι δύο, που συζητούμε καλόπιστα αυτήν την στιγμή, περιεχόμενο είμαστε (και θέλω να πιστεύω πολύ ποιοτικό) της θρυλικής και απεριόριστης εννοίας της. Θα μπορούσαμε ίσως να ματαιοπονήσουμε, ορίζοντάς την αποφατικά. Δηλαδή, απαριθμώντας εκείνα τα πράγματα, που κατά κάποιον φαινομενικά εξώφθαλμο τρόπο δεν συνιστούν ποίηση. Έρχεται όμως κάποια εύχαρις στιγμή, που ένας ευφάνταστος ποιητής ανάγει σε ποίηση αυτό που νομίζουμε ότι δεν είναι. Αποτέλεσμα; Κόλαφος και δη ποιητικότατος.

Δ.Μ.:  Η ποίηση ως υπόθεση ζωής ή υπόθεση γλώσσας;

Η.Κ.: Δεν είναι μακριά το ένα από το άλλο. Αλλά οπωσδήποτε η ζωή υπερτερεί, περιέχοντας ταυτόχρονα την γλώσσα. Η ποίηση είναι υπόθεση αίματος, σώματος, δηλαδή ζωής. Η γλώσσα συνιστά το πολύτροπο εργαλείο της, το μέσον περαίωσης της διαδικασίας. Η υπόθεση της ζωής είναι το αόρατο παραμύθι, το αρχαγγελικό φτερούγισμα, η ώθηση που ψάχνει σε όλες τις κατευθύνσεις για να συλλάβει τις πολύσημες εστίες της ομορφιάς και της παρηγορίας. Η γλώσσα (αυτό το σκαρί μεταφοράς, που πρέπει να είναι πάντα γερό) είναι η χειροπιαστή επιστήμη, το απαραίτητο υλικό τόσο με τον πληθωρισμό των επιφάσεών της όσο και με τις αφαιρέσεις της. Σκεφτείτε ότι μερικοί θέλουν να την καταργήσουν μερικώς ή εντελώς (περφόρμερ), χωρίς να με έχουν πείσει μέχρι στιγμής. Πού θα σταθεί η ποίηση, αν όχι στο δέντρο της γλώσσας;

Δ.Μ.: Η ποιητική φαντασία στις μέρες μας δείχνει να είναι επικίνδυνη, ενοχλεί τους κρατούντες μιας παγκόσμιας σκηνοθεσίας τρόμου , τι λέτε;

Η.Κ.: Στους κακόπιστους, στους έχοντες κακές προθέσεις και ιδιοτελείς φόβους η ποίηση ενοχλεί και φαίνεται επικίνδυνη, επειδή εισχωρεί παντού, αναμοχλεύει τα πάντα και κυρίως την συνείδηση και τις καταπιεσμένες αρετές του ανθρώπου. Η ποίηση ψάχνει και βρίσκει το κουράγιο, τη δύναμη, την ελπίδα, την άρνηση. Διεκδικεί, μετουσιώνει, μεταλαμπαδεύει, επικοινωνεί, ελπίζει. Εν τέλει διεγείρει και πολεμά. Πώς να μην έχει εχθρούς μέσα στην πλευρά του Κακού και του Σκότους;

Δ.Μ.: Ζούμε σε μια κοινωνία εκπτώσεων. Κατά πόσο σας ενοχλεί η έλλειψη οραμάτων, στόχων και προσωπικοτήτων που θα μπορούσαν να χαρίσουν ξανά την ελπίδα;

Η.Κ.:Από το 1989, όταν εκδόθηκε η ανθολογία μου για την “Γενιά του Ιδιωτικού Οράματος”, μιλούσα για την έλλειψη κοινών συλλογικών οραμάτων ή μύθων και την απομόνωση του ανθρώπου στην ιδιωτική του περιοχή.
Το μόνο συλλογικό που εντοπιζόταν μέσα στην νέα ποίηση ήταν η συλλογική μοναξιά και η απορρόφηση γου ανθρώπου από τον στενό του ατομικό ορίζοντα. Δεν ξέρω κατά πόσο ήταν και είναι αυτό λυπηρό έναντι μιας ανέφικτης μεγάλης ιδέας, ικανής να συναρπάσει το πλήθος. Ίσως η προσγείωση στην πραγματικότητα και η τίμια και ειλικρινής ενδοσκόπηση να μας είναι ενίοτε απαραίτητη. Από την άλλη πλευρά προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους υπάρχουν και σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι σε τομείς, όπως είναι η πολιτική για παράδειγμα, που μπορούν να μας επηρεάσουν άμεσα και εμφανώς. Στην πολιτική από την εποχή του Ντε Γκωλ και του Βίλλυ Μπραντ ή έστω και του Ζακ Ντελόρ σημειώνεται μεγάλη λειψανδρία. Δυστυχώς η έλλειψη μεγάλων και εμπνευσμένων προσωπικοτήτων συνιστά το μέγιστο πρόβλημα σήμερα στις τύχες του κόσμου μας.

Δ.Μ.: Είναι δυνατόν οι ελλείψεις μας στο συλλογικό να γεννήσουν ποιητικές επαναστάσεις;

Η.Κ.: Οι ποιητές μέσα από τα ποιήματά τους έχουν απαντήσει αρνητικά σ’ αυτό. Δυστυχώς οι αλλαγές είναι σχεδόν πάντα καρπός του απροσδοκήτου και όχι κάποιας επισταμένης προπαρασκευής. Επαναστάσεις στην ποίηση ή από την ποίηση ή με την ποίηση; Όχι. Κάτι άλλο πρέπει να προηγηθεί για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ἡ ποίηση ἐνδεχομένως νὰ παρακινεῖ, νὰ προσανατολίζει, νὰ ἐπιστέφει προσπάθειες, ἀλλὰ νὰ γίνεται ἡ ἴδια θρυαλλίδα τῆς ἔκρηξης εἶναι πολὺ δύσκολο ἕως ἀπίθανο. Ἡ μόνη ἐπανάσταση ποὺ καταγράφεται στὴν ποίηση -καὶ αὐτὴ μὲ ὅλη τὴν ὑπερβολὴ τῆς λέξης- περιορίζεται καὶ ἐξαντλεῖται μέσα στὴν ἰδιοσυστασία της, μέσα στὸν φέροντα ὀργανισμό της.

Δ.Μ.: Πώς η ποίηση στηρίζει  τον άνθρωπο σε μια περίοδο τεράστιας ανεργίας, προσφυγιάς και φτώχειας;  

Η ποίηση παρηγορεί με την αισθητική της δύναμη. Ξεκουράζει. Όμως αυτό ποτέ δεν είναι αρκετό. Δεν αντικαθιστά ποτέ το ψωμί που λείπει, ούτε την εργασία που δεν βρίσκεται. Διαφορετικά θα την αποδέχονταν και οι εχθροί της, οι απολυτάρχες των καθεστώτων, αυτοί που εχθρεύονται την αλήθεια. Θέλετε ψωμί; θα έλεγαν. Ορίστε, πάρτε ποιήματα και χορτάστε. Η ποίηση όμως δεν συμπληρώνει το ελλείπον υλικό αγαθό. Απλώς λέει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, γιατί μας λείπει το αγαθό, ποιος μας το στερεί, ποιος το κατέχει και μας το κρύβει. Η ποίηση δείχνει. Και προ πάντων εμπνέει: την τόλμη, την ανδρεία, την δικαιοσύνη, την ελευθερία. Τις ανθρώπινες αρετές.


Δ.Μ.: Μέλιγος Τρικάλων. Κατά πόσο το μικροπεριβάλλον και ιδιαίτερα η ζωή στην επαρχία - και μάλιστα μέσα στην φύση - χαρίζει εμπνεύσεις;

Η.Κ.: Αυτό νομίζω ότι έχει να κάνει με τον ψυχισμό και τα βιώματα του κάθε ανθρώπου. Εγώ μεγάλωσα μέσα στη φύση, σ’ ένα μικρό χωριό 100-150 κατοίκων και όλος ο κόσμος μου είχε συμπυκνωθεί στο λιλιπούτειο περιβάλλον του.
Είχα μάθει από πολύ μικρός να συνυπάρχω και να συνομιλώ με κάθε τι οργανικό και ανόργανο που με περιστοίχιζε και απαιτούσε την ισότιμη παρουσία του μέσα στη φύση και τη ζωή. Και όταν, μεγαλώνοντας, άρχισα να επεκτείνω τον κόσμο μου μέσα από την μόρφωση (σχολείο, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διάβασμα, ταξίδι κλπ) πάλι τα νέα στοιχεία της επέκτασης αυτής επέστρεφαν και εμβολίαζαν τα ήδη γνωστά δομικά υλικά του μικρού μου κόσμου, κάνοντάς τον να φανερώνει και άλλες πτυχές, άλλες ακμές, άλλες μορφές σε ουσία και περιεχόμενο. Η προβληματική μου είναι πολύ απλή: Επιθυμείς τη λύση σε κάποιο πρόβλημα; Βάλε το μέσα στη φύση κι εκείνη θα σου δείξει την κατεύθυνση της επίλυσής του. Στην φύση κανένα αίνιγμα δεν μένει άλυτο, καμία αδικία δεν ευσταθεί. Αργά ή γρήγορα όλα εξισορροπούνται από τον ζυγό της συμπαντικής ευταξίας.


Δ.Μ.: «Λεζάντες για τα αόρατα» είναι το τελευταίο βιβλίο σας. Ανθρωπολογική ταυτότητα, υπαρξιακή αναζήτηση στο χώρο του άχρονου και του συμπαντικού ή άλλη μια βουτιά στο βάθος του νου;
Η.Κ.: Δεν είναι όλα μαζί αυτά; Νομίζω είναι ή τουλάχιστον θέλω να είναι, προς αυτήν την θέαση γράφω την ποίησή μου. Σε όλα μου τα ποιήματα θέλω να κυριαρχεί ο ανθρωπολογικός παράγοντας, όπως προεκτείνεται μυστηριακά μέσα από την ρικνή πραγματικότητα στο όνειρο. Το βάρος της ύπαρξης μας κατευθύνει πάντα και η υπαρξιακή κόπωση μας δίνει τα φτερά της έσχατης καταφυγής. Τα ποιήματά μου προσπαθώ να είναι υπογραμμίσεις σ’  αυτήν την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να προσελκύσει τα αόρατα στηρίγματα και να τα κάνει καταφυγές στη μάχη του με τα ορατά. Τι είναι τα αόρατα; Προεκτάσεις της ομορφιάς και της ελπίδας πέρα από τον περιορισμό του ορατού.

Δ.Μ.: Κάθε ποιητής νομίζω χαρίζει στον αναγνώστη του ένα ρυθμό, αδιόρατο αλλά παρόντα. Ποιος θα μπορούσε μουσικά να ανταποκριθεί στο ιδιαίτερο της γραφής σας;  


Η.Κ.: Είμαι άνθρωπος της πραότητας και της χαμηλής φωνής. Αν θα ήθελα μια υπόκρουση στην ποίησή μου θα προτιμούσα την “γυμνοπαιδεία” του Σατί ή το “αντάτζιο” του Αλμπινόνι, χωρίς βέβαια να εξαντλείται η επιθυμία μου μόνο σ’ αυτά.

πρώτη δημοσίευση: http://www.tempo24.gr/eidisi/110495/o-dimitris-magriplis-synomilei-me-ton-poiiti-ilia-kefala-gia-ta-aorata-alla-kai-ta

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Συνέντευξη στην ηλεκτρονική «Θράκα» και τον Αντώνη Ψάλτη.


Η πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, «Τα καναπεδάκια της ανεργίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική, έχει αγαπηθεί από μια μερίδα του αναγνωστικού κοινού για την ειλικρίνειά της. Με αφορμή το βιβλίο, ο Αντώνης Ψάλτης έθεσε κάποια ερωτήματα στον συγγραφέα.

1. Στο βιβλίο σας, «Τα καναπεδάκια της ανεργίας», τα καναπεδάκια είναι ταυτόχρονα νόστιμα βρώσιμα εδέσματα και χώρος απομόνωσης και αναμονής. Σωστά;

Τα «Καναπεδάκια» αυτά,όπως και όλα τα εδέσματα,είναι θελκτικά και βρώσιμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ευκολοχώνευτα και συνηθισμένα. Αποτελούν προϊόν εσωτερικής διαδρομής και αναμονής καλύτερων ημερών. Θα έλεγα,αντίθετα με τις όποιες προσδοκίες,ότι πρόκειται για δύσκολες τροφές που αν δεν προσέξει κανείς μπορεί να του κάτσουν στο στομάχι. Απαιτούν σκέψη, βίωμα και αρκετές δόσεις ευαισθησίας ώστε να περιορίσουν κάθε αντίδραση μιας πικρόγλυκης γεύσης που τα χαρακτηρίζει.


2. Ποιο, κατά τη γνώμη σας, είναι το χαρακτηριστικό αυτής της συλλογής διηγημάτων που μπορεί να τέρψει τον αναγνώστη;

Η αλήθεια που τα περιβάλλει και το γεγονός πως πρόκειται για κοινό τόπο, τουλάχιστον όσων έχουν δηλώσει παρών σε αυτή την ιστορική συγκυρία που τα καθορίζει. Ο τόπος και ο χρόνος μπορεί να μην είναι πραγματικά, μα όλα καθιστούν πρωταγωνιστή εμάς, τα παιδιά της απόλυτης κρίσης.


3. Πέρα από τη συγγραφή, ασχολείστε και με την ελαιουργία. Πόσο σημαντικό είναι, πιστεύετε, ο συγγραφέας να καταπιάνεται με την καθημερινότητα;

Η τέχνη δεν είναι επάγγελμα σε μια χώρα σαν τη δική μας. Θα μπορούσε βέβαια,αλλά το βλέπω πολυτέλεια. Επομένως,κάτι πρέπει να κάνει κανείς για την αξιοπρέπεια και την επιβίωσή του. Προσωπικά,δηλώνω αγρότης (ελαιοπαραγωγός) αλλά και,κατά καιρούς, επιστημονικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αν ο συγγραφέας δεν καταπιάνεται με την καθημερινότητα,τότε τι κοινό έχει με τον κόσμο που τον περιβάλλει; Η τέχνη ως απόλυτα προσωπική αυτοϊκανοποίηση έχει τις ηδονικές στιγμές της,μα δεν βλέπω τον λόγο να απαιτεί κανείς να τη μοιραστεί και με άλλους.


4. Καθαρίζουν έτσι οι αισθήσεις και το κριτήριό του προτού ξεκινήσει το γράψιμο;

Η ευαισθησία και ο λόγος ορίζουν την αιτία και αυτή παρέχει την ευκαιρία της καταγραφής του επεισοδίου. Άλλοτε ακαριαία και κάποτε με κόπο απεικονίζεις με τον πιο άριστο τρόπο, εφόσον πρόκειται για λογοτεχνία, γεγονότα και καταστάσεις που σε έκαναν να γυρίσεις το βλέμμα σου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αργά ή γρήγορα,όλα είναι ένα καταχωρημένο παρελθόν.


5. Τι ενώνει τους ήρωες του βιβλίου σας; Ποιος καημός και ποια ελπίδα;

Δεν υπάρχουν ήρωες, υπάρχουν μορφές,και αυτές ενώνονται με τον ιστό του ιστορικού χρόνου που τις περιβάλλει. Δεν ακολουθώ τα βήματα κάποιων,αλλά περιγράφω το αποτέλεσμα του όλου. Δηλαδή δεν εστιάζω στην αράχνη,αλλά στο μεγαλείο και την ομορφιά του έργου της. Κοινωνιολόγος,βλέπετε,αν και η διατριβή μου εστιάζεται γενικά στον πολιτισμό και όχι συγκεκριμένα στη λογοτεχνία. Ο καημός και η ελπίδα είναι η κίνηση του όλου,που δυστυχώς σήμερα λιμνάζει σε έναν βούρκο με παραπεταμένα όνειρα.


6. Το χιούμορ και η σαρκαστική διάθεση διαπλέουν τη συλλογή. Είναι συγκαλυμμένη πικρία, αμυντικός μηχανισμός;

Είναι τρόπος γραφής,τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο,και νομίζω ότι δεν πρωτοτυπώ. Οι μύθοι και τα διαβάσματα που με έχουν καθορίσει διακρίνονται για την ειρωνική τους διάθεση αλλά και τον αυτοσαρκασμό. Επιπλέον,είμαι αυστηρός και ενίοτε χλευαστικός με τον κυριούλη που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Επιπροσθέτως,παραμένω παιδί,με αποτέλεσμα να γελώ καμιά φορά ακόμη και με τα πιο σοβαρά,επιλέγω την πιο αστεία ή φαντασιακή πλευρά τους.


7. Θα αλλάζατε κάτι στο βιβλίο σας εκ των υστέρων;

Όχι,με κάνει χαρούμενο που το υπέγραψα. Φυσικά,είναι εφαλτήριο για το επόμενο, μια επιθυμία που της δίνει φτερά κάθε τι που,φεύγοντας από εμάς,το κάνει ξένο και ταυτόχρονα αγαπητό στη μνήμη μας.


8. Τι είναι ένας συγγραφέας στις μέρες μας; Προφήτης; Τρελός;

Απλά άνθρωπος. Ένα είδος που σπανίζει και χρωματίζει τον ασπρόμαυρο καμβά της ιστορίας.


9. Ζείτε με την οικογένειά σας στην Κυπαρισσία. Η φύση δεν ξεμυαλίζει τον άνθρωπο που πάει να γράψει;

Ζω στη φύση και είναι επιλογή. Η Κυπαρισσία του νότου μάς παρέχει ως μόνιμη κατοικία το εξοχικό των γονιών μου. Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα λοιπόν και τούτο,όσο επώδυνο κι αν γίνεται με τη σκληρή εργασία στα χωράφια,δεν ξεμυαλίζει αλλά ζαλίζει από τα τόσα θαύματα που συντελούνται γύρω σου. Μόνο σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο άνθρωπος δημιουργεί ελεύθερος και αληθινός,όπως άλλωστε ορίζει η φύση του.


10. Να κλείσουμε με μια φράση-κλειδί από το βιβλίο σας;

Αυτό το αφήνω να το ανακαλύψετε μόνοι σας ….
Σας ευχαριστώ

Μια συνομιλία με τον ποιητή Χρήστο Αναγνωστόπουλο, με αφορμή την ανάγνωση της τελευταίας ποιητικής συλλογής του: « Δένδρο ξανά», Περισπωμένη, Αθήνα 2025.

  Τον Χρήστο Αναγνωστόπουλο τον γνωρίζω χρόνια. Είναι από τους ποιητές που υποστηρίζουν βιωματικά τον έμμετρο λόγο τους και αυτό μου είναι...